1616/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1616/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, με τις ενώπιον του εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση τους, ο αναιρεσίβλητος, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του περί χορηγήσεως από αυτόν του επίμαχου δανείου στον αναιρεσείοντα, επικαλέσθηκε και την ύπαρξη εγγράφων σχετικών με τις τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες έγιναν από τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) στον ατομικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος και επ' ονόματι του τελευταίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1616 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1616/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γράτσια.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Ξηρουχάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 534/1997 προδικαστική, 3486/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6408/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-1-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα,τα οποία ο αντίδικος του ήδη αναιρεσείοντος είχε προσκομίσει, αλλά δεν είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή με αναφορά σ' αυτές του περιέχοντος τη σχετική επίκληση συγκεκριμένου μέρους των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως. Τη θεμελίωση του λόγου τούτου καταφάσκει η λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, του οποίου δεν είχε γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση, δηλαδή επίκληση μη καταλείπουσα αμφιβολία για την ταυτότητα του (Ολ ΑΠ 14/2005, 9/2000). Δεν ιδρύεται, άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν από τα αναφερόμενα στις προτάσεις στοιχεία, δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του συνεκτιμηθέντος αποδεικτικού μέσου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 346 Κ.Πολ.Δικ. τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη ή ανταπόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου, καθιστάμενα έτσι κοινά μέσα αποδείξεως.
Εν προκειμένω, με τις ενώπιον του εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση τους, ο αναιρεσίβλητος, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του περί χορηγήσεως από αυτόν του επίμαχου δανείου στον αναιρεσείοντα, επικαλέσθηκε και την ύπαρξη εγγράφων σχετικών με τις τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες έγιναν από τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) στον ατομικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος και επ' ονόματι του τελευταίου.
Είναι σαφές ότι η επίκληση αυτή αναφέρεται στις εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προσκομισθείσες στην έκκλητη δίκη από 31-5-1991, 3-6-1991 και 2-7-1991 τρεις έγγραφες αποδείξεις της Τράπεζας Πίστεως για την κατάθεση από τον ίδιο των ποσών των 2.500.000, 1.000.000 και 2.500.000 δραχμών, αντιστοίχως, στον τηρούμενο στην εν λόγω τράπεζα ατομικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος.
Και τούτο, γιατί ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες σε αμφότερους τους βαθμούς προτάσεις του, δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε άλλα έγγραφα σχετικά με τραπεζικές καταθέσεις, παρά μόνο τις προαναφερθείσες τρεις έγγραφες αποδείξεις. Τις αποδείξεις αυτές άλλωστε επικαλέσθηκε επανειλημμένως και ο αναιρεσείων, αναφερόμενος μάλιστα στο περιεχόμενο αυτών, με τις κατατεθείσες στον δεύτερο βαθμό προτάσεις του, ανταποδεικτικώς, προς κατάλυση του άνω αγωγικού ισχυρισμού.
Ως εκ τούτου, με το να λάβει υπόψη τις έγγραφες αυτές αποδείξεις, το εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη παραδεκτώς προσκομισθεισών αποδείξεων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση περί λήψεως υπόψη από το εφετείο και άλλων τεσσάρων εγγράφων (τριών επιδοτήριων εκθέσεων δικαστικών επιμελητών και μιας κλήσεως του αναιρεσιβλήτου περί ορισμού του χρόνου ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), τα οποία ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε στην έκκλητη δίκη χωρίς όμως και να τα επικαλεσθεί, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδεικτική κρίση του εφετείου περί της καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως δανείου δεν στηρίχθηκε στα τελευταία τέσσερα έγγραφα αλλά στις μαρτυρικές καταθέσεις και στις ως άνω τρεις έγγραφες αποδείξεις της Τράπεζας Πίστεως.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ ελέγχεται το δικαστήριο της ουσίας αν στήριξε την απόφαση του σε μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι μαρτυρικές καταθέσεις που χρησιμοποιήθηκαν προς απόδειξη συμβάσεως, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ όριο. Η απαγόρευση αυτή αίρεται σε περίπτωση συνδρομής κάποιας από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 394 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, ήτοι, μεταξύ άλλων, α) αν υπάρχει αρχή έγγραφης αποδείξεως συναγόμενη από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη, άρα και από τις ασαφείς και υπεκφεύγουσες απαντήσεις των διαδίκων που περιέχονται στις προτάσεις τους, β) αν υπήρχε ηθική αδυναμία κτήσεως έγγραφης αποδείξεως και γ) αν από τη φύση της συμβάσεως ή τις ειδικές συνθήκες της καταρτίσεως της και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η εμμάρτυρη απόδειξη. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας από τις ως άνω εξαιρέσεις, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικού ζητήματος, δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 487/1982, ΑΠ 1644/2005, 1453/1995, 791/1972).
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σε σχέση με την εκ μέρους του λήψη υπόψη των μαρτυρικών καταθέσεων, τα εξής: Από τις κατατεθείσες στην πρωτοβάθμια δίκη προτάσεις του αναιρεσείοντος και ιδίως από τις περιεχόμενες σ' αυτές αναφορές περί της απασχολήσεως του αναιρεσιβλήτου ως οικονομικού συμβούλου-λογιστή στην εταιρία "Η.
ΚΑΤΣΟΥΡΗΣ Α.Ε.", που συνεργάζετο με την εταιρία "ΒΕΜΚΑ Ε.Π.Ε." της οποίας ο αναιρεσείων ήταν εταίρος και διαχειριστής, καθώς και περί του ότι οποιαδήποτε συναλλαγή του αναιρεσιβλήτου έγινε με τις εν λόγω εταιρίες και όχι με τον αναιρεσείοντα ατομικώς, συνάγεται αρχή έγγραφης αποδείξεως, που δικαιολογεί τη διαταχθείσα από το πρωτοδικείο εμμάρτυρη απόδειξη ως προς την κατάρτιση της επίμαχης συμβάσεως δανείου.
Η ίδια αρχή έγγραφης αποδείξεως συνάγεται και από τις εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προσκομισθείσες με επίκληση στην πρωτοβάθμια δίκη έγγραφες αποδείξεις της Τράπεζας Πίστεως, για την κατάθεση, των αναφερόμενων σ' αυτές χρηματικών ποσών στον τηρούμενο εκεί λογαριασμό του αναιρεσείοντος. Σημειωτέον, συνεχίζει το εφετείο ότι η εξέταση μαρτύρων προς απόδειξη της κρίσιμης συμβάσεις δανείου δικαιολογείται και από την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας προς απόκτηση εγγράφου, η οποία απορρέει από την αναφερόμενη στην αγωγή φιλική σχέση μεταξύ των διαδίκων κατά τον χρόνο συνάψεως του δανείου, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον αναιρεσείοντα.
Ακολούθως το εφετείο, κρίνοντας ως ορθή τη διάταξη από το πρωτοδικείο εμμάρτυρης αποδείξεως και συνεκτιμώντας τις σχετικές μαρτυρικές καταθέσεις για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, περί αποδόσεως στον πρώτο του χρηματικού δανείου που είχε χορηγήσει στον τελευταίο.
Με το να λάβει υπόψη τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις και συνακόλουθα, τις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προσκομισθείσες έγγραφες αποδείξεις της Τράπεζας Πίστεως, το εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη ανεπίτρεπτων κατά νόμο αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 και 14 ΚΠολΔ προβαλλόμενος, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, ο οποίος, κατ' εκτίμηση, εμπίπτει στη ρύθμιση του αριθμού 11α' του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6408/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ