1616/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1988 αγωγή των Ψ1, Ψ2 και ..... , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 138/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 780/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιανουαρίου 2004 αίτησή της και τους από 18 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 2 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1616/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας που ως εφεσίβλητη υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν προτάθηκε στο εν λόγω Δικαστήριο σχετικός ισχυρισμός αυτής για αοριστία της πιο πάνω αγωγής, αλλ' ούτε και επαναφέρθηκε σ' αυτό, κατά τον από το άρθρο 240 του ΚΠολΔ διαγραφόμενο τρόπο, τέτοιος ισχυρισμός.
Full text
Απόφαση 1616 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1616/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ψωμά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου εν ζωή Αθηνών, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) ...., 3) ....., 4) ...., 5) .....και 6) ...... Από αυτούς οι 3η και 5ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολύβιο Λαγουδάκη και οι 2η, 4η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η αναιρεσίβλητη, Ψ1, απεβίωσε στις 31-10-2003, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ αριθμ. ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται πιο πάνω..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1988 αγωγή των Ψ1, Ψ2 και ..... , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 138/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 780/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιανουαρίου 2004 αίτησή της και τους από 18 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 2 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρθρ. 569§2 του ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτή ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη και με τη διάταξη αυτή του αρθρ. 111§2 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων απαιτείται κατά νόμο η εις την προδικασία, ελλείψει της οποίας πάσα εισαχθείσα αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυταπαγγέλτως, αναγόμενη επίδοση του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, ήτοι των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, που έχει αρχικώς ορισθεί σε κάθε περίπτωση (ΟλΑΠ 143/1984). Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας ότι το δικόγραφο του από 18.7.2005 πρόσθετου λόγου αναιρέσεως της αναιρεσειούσης επεδόθη στους αναιρεσιβλήτους, ούτε η ίδια επικαλείται κάτι τέτοιο, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 559 αρ. 1 και 14 και 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο. Για να δημιουργηθεί, όμως, λόγος αναίρεσης για τη μη απόρριψη της είτε για νομική αοριστία αυτής (όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα) η οποία ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του αυτού ΚΠολΔ, είτε για ποσοτική αοριστία της (ήτοι για έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα), η οποία ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 του ίδιου Κώδικα (Ολ.ΑΠ 18/1998) πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο Εφετείο, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 562 παρ. 2.
Τούτο δε, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ οι αναιρεσίβλητοι στην αγωγή τους ανέφεραν κατά λέξη "την 28.11.1987 οι εναγόμενοι από κοινού κατέστρεψαν από πρόθεση και με φωτιά το ανώγειο μιας οικίας" χωρίς να γίνεται ουδεμία διευκρίνιση και εξειδίκευση, με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, περί της συμμετοχικής δράσης με την έννοια της φυσικής αυτουργίας (από κοινού) ή της ψυχικής συνδρομής (απλής συνέργειας) της αναιρεσείουσας στην αναφερόμενη στην εν λόγω αγωγή ως άνω αδικοπραξία, εν τούτοις το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή αυτή, χωρίς την οποιαδήποτε αναφορά, παρά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που προβλήθηκαν νόμιμα με τις προτάσεις της.
Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας που ως εφεσίβλητη υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν προτάθηκε στο εν λόγω Δικαστήριο σχετικός ισχυρισμός αυτής για αοριστία της πιο πάνω αγωγής, αλλ' ούτε και επαναφέρθηκε σ' αυτό, κατά τον από το άρθρο 240 του ΚΠολΔ διαγραφόμενο τρόπο, τέτοιος ισχυρισμός.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός (πρώτος) της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε τη διάταξη του ίδιου άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β' (όπως ο αριθμός αυτός ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή κατά το άρθρο 22 του νόμου αυτού), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης αυτών, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ίδιου ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, από δε τη διάταξη του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής:
η οποία (ιστορική βάση), κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' του Κώδικα αυτού, είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι στοιχείο της κατά τη διάταξη αυτή αδικοπραξίας είναι πλην άλλων, η επίκληση και απόδειξη υπαίτιας συμπεριφοράς (που περιλαμβάνει τόσο το δόλο, όσο και την αμέλεια).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, αν με το δικόγραφο της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία γίνεται επίκληση ότι ο εναγόμενος, από κοινού με άλλους, με πρόθεση κατέστρεψε ξένο πράγμα, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση της συμμετοχής αυτής του εναγομένου με βάση το ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την υπαιτιότητα τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και κατά συνέπεια και με το θέμα απόδειξης που τάχθηκε, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα ειδικότερα αυτά περιστατικά έγιναν αντικείμενο επίκλησης από κάποιο διάδικο σε μεταγενέστερο διαδικαστικό στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής ή να δημιουργείται ο προβλεπόμενος από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 περ.
α' ή 10 περ. β' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες με την από 20.12.1988 αγωγή τους για αποζημίωση από αδικοπραξία θεμελιώνουν την υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στο ότι στις 28.11.1987 αυτή και οι λοιποί εναγόμενοι από κοινού κατέστρεψαν από πρόθεση και με φωτιά το ανώγειο της περιγραφόμενης στην εν λόγω αγωγή οικίας και όλα τα κινητά πράγματα που υπήρχαν σ' αυτό και έτσι προξένησαν στους ενάγοντες τις αναφερόμενες στην αγωγή ζημίες.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν σχετικής έφεσης των εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης (που είχε απορρίψει κατ' ουσία την αγωγή τους κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας) δέχθηκε ως αποδεικτικό πόρισμα του τα επόμενα: Στις 28.11.1987 στο χωριό..... ο ...., αδελφός του δεύτερου αρχικά ενάγοντος, Ψ2, σκότωσε από πρόθεση το ..... , αδελφό της πρώτης εναγομένης.
Περί ώρα 07.30 της 29.11.1387 και ενώ είχε στο μεταξύ αφιχθεί από την Αθήνα όπου διέμενε, η πρώτη εναγομένη, ειδοποιηθείσα για το θάνατο του αδελφού της, οι συγκεντρωθέντες συγγενείς του θύματος, αφού εμποδίστηκαν από την αστυνομία στην προσπάθεια τους να κάψουν την οικία του δράστη, στη συνέχεια πήγαν στην οικία της πρώτης ενάγουσας, όπου οι ....., πατέρας του θύματος και της εναγομένης, και ο ανήλικος ..... , γιος του θύματος, περιέλουσαν με βενζίνη την εν λόγω οικία και στη συνέχεια έβαλαν φωτιά, από την πυρκαγιά δε που εκδηλώθηκε καταστράφηκε ολοσχερώς το εσωτερικό του ανώγειου ορόφου της οικίας αυτής.
Η δε εναγομένη πριν και κατά την διάρκεια του εμπρησμού παρείχε στους παραπάνω ψυχική συνδρομή αφού τους προέτρεπε με λόγια και με την παρουσία της να διαπράξουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και ειδικότερα τους προέτρεπε να κάψουν την ανωτέρω οικία με τις λέξεις "βάλτε φωτιά να τους κάψετε" και συνεπώς με βάση τα παραπάνω ο βαθμός συμμετοχής της ήταν αυτός του απλού συνεργού.
Με τη συγκεκρινενοποίηση αυτή του τρόπου συμμετοχής της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στην πιο πάνω αδικοπραξία, με βάση τα πιο πάνω περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε από την εκτίμηση των αποδείξεων και τα οποία είχαν επικαλεστεί οι ενάγοντες με την έφεση τους, το εν λόγω Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά, αλλ' ούτε και έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση της πιο πάνω αγωγής.
Συνεπώς, οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 του ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος της αίτησης και μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και μάλιστα, παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις με στοιχ.
α' έως γ' προαναφερόμενες εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 306/1999). Ενόψει αυτών, ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο, διατάσσοντας την προσωπική κράτηση της αναιρεσείουσας, που έχει γεννηθεί το έτος 1937, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης του ως προς την απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1048 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι τον ισχυρισμό της για τη γέννηση αυτής το έτος 1937 και συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας της, που συνιστά καταλυτική ένσταση της, για την προσωπική της κράτηση, αξίωσης της αντιδίκου της και που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρότεινε, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρει το χρόνο και τον τρόπο πρότασης του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/1/2004 αίτηση και τον πρόσθετο αυτής λόγο της ..... για αναίρεση της απόφασης 780/2003 του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170)Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ