Supreme Court dismisses railway company's appeal on equal treatment grounds for milk bottle provision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the railway company's appeal against a lower court ruling that denied certain employees a milk bottle benefit. The court found the lower court correctly applied the principle of equal treatment under the Constitution and the Civil Code, ruling that excluding specific staff from a voluntary benefit while others received it constituted unjust discrimination. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded, and the railway company was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 of the Civil Code; Article 4 of the Constitution: The employer must not discriminate against employees performing substantially similar work under identical conditions when providing voluntary benefits, unless the exclusion is fair and reasonable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1616 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1616/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας (ΟΣΕ)., νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα. και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλά. Των αναιρεσίβλητων: ........
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5747/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 5747/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288 Α.Κ. και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 (πρώην 119) της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Με βάση την αρχή αυτή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν ουσιωδώς όμοια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.
Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι ΄Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος.
Επομένως, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για μια κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλομένης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε "δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Η εν λόγω αρχή καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους των Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. αφού οι όροι αυτοί έχουν ισχύ νόμου και εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά, σύμφωνα με άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. "αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο ΄Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".
Επομένως η ευδοκίμηση του λόγους αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ή 560 Κ.Πολ.Δ.) εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται ουσιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο ΄Αρειος Πάγος, ισχυρίσθηκαν αυτοί ότι είχαν προσληφθεί από τον εναγόμενο και τώρα αναιρεσείοντα Ο.Σ.Ε., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον Κλάδο Προσωπικού Αμαξοστοιχιών και ότι ο αναιρεσείων πριν το 1984 χορηγούσε μια φιάλη γάλακτος στο προσωπικό του που εργαζόταν κάτω από ανθυγιεινές και γενικά δυσμενείς συνθήκες μέχρι το τέλος 1992, οπότε διακόπηκε μονομερώς η χορήγησή της από ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων και ότι από 16-11-1994, σύμφωνα με το άρθρο 16 της από 2-8-1994 Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., επαναχορηγήθηκε στο προσωπικό που το είχε λάβει μέχρι τη διακοπή του.
Ότι ο αναιρεσείων αρκείται να χορηγήσει την παροχή αυτή γάλακτος και στους αναιρεσίβλητους που ως προσωπικό του Δικτύου Αμαξοστοιχιών απασχολούνται κάτω από τις ίδιες δυσμενείς και ανθυγιεινές συνθήκες. Ζήτησαν, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε με βάση την αρχή της ισότητας, να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει σ΄ αυτούς (αναιρεσίβλητους) τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αξία της παροχής γάλακτος που αρνήθηκε να τους χορηγήσει.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί από τον εναγόμενο Ο.Σ.Ε., ν.π.δ.δ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πριν την 28-3-1997 και ανήκουν στον κλάδο Προσωπικού Αμαξοστοιχιών, φέροντες το βαθμό του Προϊσταμένου Αμαξοστοιχιών οι τέταρτος, έκτος και ένατος από αυτούς και το βαθμό του Συνοδού Αμαξοστοιχιών οι υπόλοιποι.
Ο αναιρεσείων, πριν το έτος 1984 χορηγούσε μια φιάλη γάλακτος σε ορισμένες κατηγορίες του προσωπικού του, οικειοθελώς, χωρίς επιφύλαξη ανάκλησής της, της οποίας την αξία υπολόγιζε με τα επιδόματα στις τακτικές αποδοχές των εργαζομένων. Μετά την 1-5-1984 η παροχή αυτή φιάλης γάλακτος επεκτάθηκε και στο προσωπικό που προσέφερε την εργασία του στους ίδιους χώρους με το προσωπικό που το ελάμβανε.
Το 1992 ο αναιρεσείων, προκειμένου να μειώσει τις δαπάνες του, διέκοψε την παροχή αυτή από ορισμένες κατηγορίες του προσωπικού του. Από 16-11-1994, σε εφαρμογή του όρου 16 της από 2-8-1994 επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών, ο αναιρεσείων επαναχορήγησε την πιο πάνω φιάλη γάλακτος στο προσωπικό του Δικτύου (σταθμάρχες, κλειδούχους, μηχανοδηγούς, εργάτες γραμμής και στο λοιπό προσωπικό που εργάζεται σε σταθμούς).
Δικαιολογητικός λόγος της χορήγησης του γάλακτος είναι η τόνωση των εργαζομένων που εργάζονται σε συνθήκες δύσκολες και ανθυγιεινές και σπάνια η έννοια του "αντίδοτου" για τους χημικούς παράγοντες κινδύνων, στους οποίους εκτίθενται. Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος συντρέχει την χορήγηση της εν λόγω παροχής και στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι εργάζονται με ακατάστατο ωράριο, χωρίς καθορισμένες βάρδιες, όπως οι μηχανοδηγοί, αλλά με βάρδιες που καλύπτουν όλο το 24ωρο, με διαφορετική έναρξη και λήξη, ανάλογα με τον προγραμματισμό των δρομολογίων.
Βρίσκονται συνεχώς στα τραίνα με ισχυρό θόρυβο, έντονους κραδασμούς και εκπομπές καυσαερίων και συχνά χωρίς κλιματισμό. Σε κλειστούς σταθμούς εκτελούν και καθήκοντα κλειδούχου, πραγματοποιώντας τους αναγκαίους ελιγμούς, υφίστανται δε τις απότομες και έντονες αλλαγές θερμοκρασίας, αφού σε κάθε σταθμό αποβιβάζονται από το βαγόνι του τραίνου, προκειμένου να ελέγξουν την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών και την κανονική φόρτωση του τραίνου και να δώσουν σήμα στον προϊστάμενο ή τον μηχανοδηγό για να κλείσουν οι πόρτες.
Οι αναιρεσίβλητοι λαμβάνουν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, οι δε από αυτούς πέμπτος και όγδοος μέχρι το 1997 ελάμβαναν το εν λόγω επίδομα γάλακτος. Με βάση αυτά, έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι η άρνηση του αναιρεσείοντος να χορηγήσει την άνω παροχή γάλακτος και στους αναιρεσίβλητους που έστω και με άλλη ειδικότητα εργάζονται στους ίδιους χώρους ή ακόμη και σε διαφορετικούς χώρους, που, όμως, υπάρχουν οι ίδιες συνθήκες εργασίας από άποψη υγιεινής, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές και τους σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 288 Α.Κ., 4 παρ. 1 και 22 παρ. 2 του Συντάγματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η επαναχορήγηση της παροχής φιάλης γάλακτος από τον αναιρεσείοντα Ο.Σ.Ε. στις κατηγορίες του προσωπικού που το ελάμβανε μέχρι το 1992, δεν αποτελεί οικειοθελή παροχή, αλλά εκπλήρωση υποχρεώσεώς του, η οποία απέρρεε από την κανονιστικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 16 της ως άνω από 4-8-199 επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της Διοικήσεως του Ο.Σ.Ε.
και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών (κατατέθηκε στην επιθεώρηση εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 12/30-9-1994). Κατ΄ ακολουθίαν αυτών στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η αρχή της ισότητας, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Όπως δε αναφέρθηκε στην ανωτέρω αιτιολογία, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, καθόσον αφορά το λόγο της επαναχορήγησης της παροχής της φιάλης γάλακτος σε ορισμένες κατηγορίες του προσωπικού του αναιρεσείοντος, ότι ο ίδιος λόγος συνέτρεχε και για τους δύο ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, ως εκ του ότι, αυτοί έστω και με άλλη ειδικότητα, εργάζονται στους ίδιους χώρους ή ακόμη και σε διαφορετικούς χώρους κάτω από τις ίδιες με εκείνες του προσωπικού αυτού συνθήκες εργασίας.
Με τη κρίση του αυτή το ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, παρά και την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 288 Α.Κ. και 22 του Συντάγματος, σε ορθό κατέληξε αποτέλεσμα, αφού με βάση τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ο με τον ρηθέντα όρο της άνω Σ.Σ.Ε. αποκλεισμός των αναιρεσιβλήτων από την ρηθείσα παροχή συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, αντικειμένη στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης.
Ο δεύτερος της αναιρέσεως λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε παραγραφή του καθόλου δικαιώματος των αναφερομένων αναιρεσιβλήτων ως εκ της παρόδου δεκαετίας από της γεννέσεως αυτού έως της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής τους και εντεύθεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 4 και 96 ν.δ. 321/1969 και 90 παρ. 4 και 94 ν. 2362/1995, 2 παρ. 3 ν.δ. 4/4-9-1935 "περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας", 3 παρ. 8 και 10 παρ. 6 και 11 ν.δ. 4246/1962 και 4 ν.δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1116/1972, είναι απορριπτέος προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού τούτο (Πολυμελές Πρωτοδικείο) δεν έκρινε επί του ζητήματος αυτού. Ως λόγος δε για τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, αυτεπαγγέλτως λαμβανομένων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι αναιρετικός λόγος για τοιαύτη πλημμέλεια, δεν ιδρύεται από τις διατάξεις του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή εφόσον πρόκειται αναίρεση κατ΄ αποφάσεως Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ΄ αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2005 αίτηση του Ο.Σ.Ε., ν.π.ι.δ., για αναίρεση της 5747/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Ο.Σ.Ε. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2006 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ