Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to vague evidence arguments and failure to prove non-consideration by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's eviction order, ruling the appeal inadmissible and unfounded. The State argued that the lower court ignored specific documents proving the tenant's lack of ownership, but the Court found these arguments vague and unsupported by the record. Consequently, the Court held that the lower court had properly considered all evidence and upheld the eviction order.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument alleging the lower court ignored specific evidence is inadmissible if the content of that evidence is not clearly defined in the appeal, and unfounded if the lower court explicitly stated it considered all legally submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1615 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1615/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΡΜΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "ΒΙΡΜΑ ΑΚΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1729/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4955/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 14-5-2021 (αριθμ.καταθ.3266/14-5-2021), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.4955/7-8-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 4955/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 12-4-2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει των αναφερόμενων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων κατέστη αποκλειστική κυρία των περιγραφόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα και, έτσι, υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της μίσθωσης, που είχε συνάψει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, για χρονικό διάστημα 12 ετών, με τις αναφερόμενες ιδιοκτήτριες ανώνυμες εταιρείες, προκειμένου να στεγάσει υπηρεσίες της Ειδικής Γραμματείας Περιβάλλοντος και Ενέργειας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, ήδη μετονομασθέντος σε Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής.
Ότι το εναγόμενο, αν και εγκαταστάθηκε και έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι την 13-10-2016, οπότε και αποχώρησε, δεν της έχει καταβάλλει μισθώματα και κοινόχρηστες δαπάνες. Ζήτησε α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 375.138,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από τότε που το κάθε μερικότερο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλλει το παραπάνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 1729/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και κατά το παρεπόμενο αίτημα περί επιδίκασης τόκων από τότε που το κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, και ακολούθως έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής της βάσης.
Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4955/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ'ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν".
Ο αναιρετικός λόγος στην τρίτη περίπτωση (11 περ.γ) ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποιά από αυτά προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 201/2024, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 193/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 50/2020). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) η επίκληση και προσκόμιση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 431/2024 ,ΑΠ 1355/2023, ΑΠ 839/2023, ΑΠ 737/2023).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 193/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως, διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο, διότι : "....
ενώ δέχεται ότι "το εναγόμενο που έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 114.297,15 ευρώ για το χρονικό διάστημα Σεπτεμβρίου 2014 έως και Νοεμβρίου 2015, το ποσό των 7.619,81 ευρώ για υπόλοιπο μηνός Δεκεμβρίου 2015 και το ποσό των 165.398,86 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και 12-10-2016, οπότε παρέδωσε το μίσθιο" (σελ. 9 της προσβαλλόμενης), στη συνέχεια, εκτιμώντας τα συγκριτικά στοιχεία, που προσκομίσαμε και επικαλεστήκαμε, με τις από 10.3.2020 προτάσεις μας ενώπιον του Εφετείου, κρίνει ότι: "Επί του τελικώς καταβληθέντος μισθώματος ύψους, 15.800 ευρώ, 14.206,170 ευρώ και 9.786,99 ευρώ για τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες του Β', Ε' και Α' ορόφων αντίστοιχα, που αναγράφονται στην τελευταία στήλη του υπ' αριθμ. 483/19-3-2015 ως άνω προσαγομένου εγγράφου δεν αφορούν στο επίδικο χρονικό διάστημα, Οκτώβριος 2012 έως Μάιος 2013, αλλά αφορά σε μεταγενέστερο χρόνο το 2015, έτσι ώστε να μην αποτελούν στοιχεία σύγκρισης με το καταβληθέν μίσθωμα του επίδικου μισθίου, το οποίο μίσθιο περιλαμβάνει και δώδεκα θέσεις στάθμευσης" (σελ. 10 προσβαλλόμενης), κρίνει, δηλαδή, ότι τα συγκριτικά στοιχεία δεν αφορούν στο επίδικο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο είναι ανακριβές και αντιφατικό, καθώς οι επίδικες αξιώσεις της αντιδίκου αφορούσαν το μισθωτικό διάστημα μηνών Σεπτεμβρίου 2014 έως και Νοεμβρίου 2015, μηνός Δεκεμβρίου 2015 και από 1-1-2016 έως και 12-10- 2016, τα δε συγκριτικά στοιχεία που έχουν προσκομίσει αφορούν αυτόν ακριβώς τον χρόνο".
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, πέραν του ότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ποίοι οι ισχυρισμοί και τα περιστατικά που προτάθηκαν από το αναιρεσείον για τη θεμελίωσή τους και πώς συνδέονται με το διατακτικό, υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του εξαχθέντος από αυτές σαφούς πορίσματος, ως προς τις οποίες το αναιρεσείον έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του το αναιρεσείον προς υποστήριξη του δεύτερου και τρίτου λόγου της έφεσής του, αναφορικά με το ύψος της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε και συγκεκριμένα α) το υπ' αριθ.
πρωτ. ...-2013 έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή της Ε.Υ. Ε. Π (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ.10γ), β) την υπ' αριθ.πρωτ. ...-2012 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο: "Τροποποίηση Κρατικού προϋπολογισμού 2012" (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ. (11γ),γ) το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2015 έγγραφο της Προϊσταμένης του Τμήματος Επιθεώρησης Περιβάλλοντος του Υ.Π.Ε.Κ.Α. (αναφερόμενο ως Σχετ.
Δημ. (12), δ) το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2015 έγγραφο της Προϊσταμένης Διοικητικού-Οικονομικού Τμήματος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (αναφερόμενο ως Σχετ.Δημ.14β), ε) το υπ' αριθ. πρωτ. οικ. ...-2015 έγγραφο της Γενικής Διευθύντριας του Σώματος Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος του Υ.Π.Ε.Κ.Α. (αναφερόμενο ως Σχετ.Δημ.15) στ) την υπ' αριθ.
πρωτ. οικ. ...-2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ.16α), ζ) το υπ' αριθ. πρωτ. οικ. ...-2010 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Τμήματος Διοικητικής Μέριμνας της Δ/νσης Οικονομικού (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ.16β), η) το υπ' αριθ. πρωτ. οικ. ...-2010 έγγραφο της Διευθύντριας του Τμήματος Διοικητικής Μέριμνας της Δ/νσης Οικονομικού (αναφερόμενο ως Σχετ.
Δημ. 16γ), θ) το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2011 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Διοικητικής Μέριμνας της Δ/νσης Οικονομικού (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ. 16δ), ι) το υπ' αριθ. πρωτ. οικ. ...-2011 έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π. (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ. 16ε), ια) το υπ' αριθ. ...-2013 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (αναφερόμενο ως Σχετ.
Δημ. 17α), ιβ) το υπ' αριθ. πρωτ. ...- 2013 έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π. (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ. 17β), ιγ) το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2014 (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ. 18α) έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π. και ιδ) το υπ' αριθμόν πρωτ. ...-2014 έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π. (αναφερόμενο ως Σχετ. Δημ. 18β).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αναιρετηρίου, δεν διαλαμβάνεται με σαφήνεια και πληρότητα το περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών μέσων, που φέρονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ο ουσιώδης χαρακτήρας του σχετικού ισχυρισμού και η κρισιμότητα των προαναφερόμενων εγγράφων, σχετικά με την απόδειξή αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και οι επικαλούνται οι διάδικοι" και επομένως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που φέρονται ως μη ληφθέντα υπόψη, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας αυτών. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται της καταβολής του (άρθρο 19 παρ.1 του ΚΔ/τος της 26-6/10-7-1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου").
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2021 (αριθμ.καταθ.3266/14-5-2021), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 4955/7-8-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ