Legislator Case Law & Legislation
1615/2023 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against Court of Appeal's decision on property ownership via usucapion.

Case Number 1615/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Court of Appeal's judgment regarding property ownership. The State argued the lower court violated substantive law by failing to properly apply rules on usucapion and historical title transfers. The court found the lower court's reasoning sufficient and legally sound, rejecting the State's claims of procedural and substantive errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(1), 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 571, 577, 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appellate court's decision is not deprived of legal basis if it provides clear, complete, and consistent reasoning allowing for correct interpretation of substantive law, even when the State challenges the application of usucapion rules.

Keywords

AI generated
appeal admissibility usucapion property substantive law review legal reasoning standard historical title transfer court of appeal state ownership dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1615 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1615/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, στη διεύθυνση ... νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-2-2020 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 95/2022 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 27.2.2020 αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 3/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 20/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του.

Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019).

Για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής , όπως και οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου πρέπει αυτό εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής, όπως και της κύριας παρεμβάσεως δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη.

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες. (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016).

Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του .(ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ'αυτού.

Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα σε σύμβαση (άρθρ 1033 ΑΚ) για το ορισμένο αυτής αρκεί κατ' αρχήν να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο απόκτησης αυτής (ΑΠ 1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ'υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχο του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή η έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφορά στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης. (ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 982/2021, ΑΠ432/2019, ΑΠ 547/2018, ΑΠ 643/2017). Κατά δε το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι'αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.

Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει δική του νομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, αλλά με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του.

Τέλος, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ'αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου..

Ασκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία , συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ'αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης, από 1.8.2017 αγωγής, απευθυνόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εταιρία εξέθετε, ότι είναι κυρία ακινήτου εμβαδού 4.734,71 τ.μ. που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του χωριού Χωραφάκια της Δημοτικής Κοινότητας Κ.

του Δήμου … στη θέση "Κ.", φέρει ΚΑΕΚ ... 044/0/0 και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ..., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία των τελευταίων και με ιδιοκτησία ... (πρώην ιδιοκτησία ...), νότια με ιδιοκτησία ... και δυτικά με αιγιαλό. Ότι το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα μείζονος έκτασης 124 περίπου στρεμμάτων, που κατά τα έτη προ του 1800 αντιμετωπιζόταν ως ενιαίο ακίνητο, την οποία έκταση αγόρασε το έτος 1834 και έκτοτε την νεμόταν με διάνοια κυρίου ο Ι.

Κ. (ή ...) έως το θάνατο του το 1870, οπότε στη νομή τον διαδέχθηκαν εγκαθιστάμενοι στο μείζον ακίνητο και ασκώντας πράξεις νομής επί αυτού οι κληρονόμοι του και δη τα εννέα τέκνα του, εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα μέρη, μετά δε τον θάνατο απάντων αυτών, τους διαδέχθηκαν με τον ίδιο τρόπο τα δικά τους τέκνα, εγγόνια του αρχικού νομέα ... (ή Κ.), μεταξύ των οποίων και ο Γ.

Κ. (ή ...) του Ε., που εγκαταστάθηκε στο μείζον ακίνητο και απέκτησε τη συννομή αυτού διαδεχόμενος τον πατέρα του, μετά το θάνατο του τελευταίου το έτος 1909. Ότι περί το έτος 1940 οι συννομείς του μείζονος ακινήτου προέβησαν σε άτυπη μεταξύ τους διανομή με βάση την οποία ο Γ. Κ. απέκτησε - μεταξύ άλλων - το επίδικο διαιρετό τμήμα και εγκαταστάθηκε στη νομή του, μαζί με τη σύζυγο του, Μ.

Τ. του Ε., καθιστάμενοι έτσι συννομείς αυτού εξ αδιαιρέτου και κατ'ίσα μέρη, ασκώντας πράξεις συννομής με διάνοια συγκυρίων για διάστημα μείζον των είκοσι ετών έως το 1982, οπότε μεταβίβασαν το επίδικο ακίνητο (έκαστος κατά το ανήκον σε αυτόν εξ αδιαιρέτου ποσοστό) στον εγγονό τους Γ. Κ. του Κ. δυνάμει δωρεάς εν ζωή, συνταγέντος σχετικώς του νομίμως μεταγραμμένου .../22.10.1982 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ....

Ότι η ίδια (ενάγουσα) απέκτησε το επίδικο ακίνητο λόγω πωλήσεως από τον άνω δωρεοδόχο Γ. Κ. του Κ., με το .../23.10.2013 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου στις 25 Οκτωβρίου 2013 με αριθμό .... Ότι το μείζον ακίνητο των 124 περίπου στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, έχει διαφορετική μορφολογία με άλλα τμήματά του να παρουσιάζουν αγροτικό χαρακτήρα, με καλλιέργεια σε αναβαθμίδες (πεζούλες) και ξερολιθιές (πέτρινες περιφράξεις) δημητριακών, αρακά, κουκιών, ταγής (για την τροφή των οικόσιτων ζώων) και άλλα να χρησιμοποιούνται για τη βόσκηση των ζώων, σε ορισμένα δε σημεία αυτού υπήρχαν βραχώδεις εξάρσεις, ενώ λειτουργούσαν και ασβεστοκάμινοι, με τη χρήση πετρών από την ίδια την έκταση και τη χρησιμοποίηση ως καύσιμης ύλης των θάμνων της περιοχής.

Ότι τόσο ο αρχικός νομέας, όσο και όλοι οι κατά καιρούς συννομείς της έκτασης έως το 1940, οπότε έλαβε χώρα διανομή της, την επέβλεπαν και την επόπτευαν, την καλλιεργούσαν κατά τα ανωτέρω, τη χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για τη βόσκηση των ζώων τους ή την εκμίσθωναν προς τούτο από το έτος 1880 με άτυπες συμβάσεις σε κατονομαζόμενους τρίτους, οι οποίοι τους κατέβαλαν ως μίσθωμα κρέας, τυρί και γαλακτοκομικά προϊόντα), νεμόμενοι αυτό ο μεν αρχικός νομέας με διάνοια κυρίου, οι δε διάδοχοι του με διάνοια συγκυρίων, χωρίς διακοπή και χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η εξουσία τους σε αυτό, τις ίδιες δε πράξεις νομής ασκούσαν στο επίδικο διαιρετό τμήμα οι συννομείς αυτού Γ.

Κ. και Μ. Τ., με διάνοια συγκυρίου, από το 1940 έως το 1982, αποκτώντας κυριότητα επ' αυτού εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα μέρη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επικαλέσθηκε δε η ενάγουσα ότι και ο δικαιοπάροχος της, Γ. Κ., από το 1982, που ο παππούς και η γιαγιά του μεταβίβασαν σε αυτόν το επίδικο, αρχικώς μέσω του πατέρα του λόγω της ανηλικότητάς του, και εν συνεχεία ο ίδιος το επέβλεπε και το επόπτευε, το εκμίσθωνε σε κτηνοτρόφους για τη βοσκή των ζώων τους, κατά καιρούς το καλλιεργούσε, ανέθεσε σε μηχανικό την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ υπέβαλε στη Διεύθυνση Δασών Χανίων την υπ'αριθ.

πρωτ. 609/27.02.1998 αίτηση και εν συνεχεία κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Διεκδικήσεων τις υπ'αριθ. πρωτ. 969/03.04.1998 αντιρρήσεις ως προς τον χαρακτηρισμό του ακινήτου του. 'Ότι η ίδια η ενάγουσα εταιρία από το 2013 που εισήλθε στη νομή του ακινήτου, το οριοθέτησε ,το περιέφραξε και επεδίωξε να προβεί στην έκδοση οικοδομικής αδείας για την ανοικοδόμηση του, καθισταμένη κυρία αυτού, με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής της και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της.

Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, λόγω αμφισβήτησής της από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Όπως προκύπτει από τα προεκτιθέμενα, το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μείζονος έκτασης, εμβαδού 124.000 τ.μ. προσδιορίζεται στην αγωγή επακριβώς και πλήρως ως προς το εμβαδόν του, τον προσανατολισμό και τις πλευρικές του διαστάσεις, καθώς και τις ορθογώνιες συντεταγμένες του, όντας καταγεγραμμένο στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία με αριθμό ΚΑΕΚ ... 044/0/0, ενώ σε αυτήν επισυνάπτεται και αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα με συνέπεια ουδεμία να καταλίπεται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, χωρίς να απαιτείται, ως εκ τούτου και ο περαιτέρω προσδιορισμός της μείζονος έκτασης από την οποία προέρχεται.

Επίσης, στην αγωγή η ενάγουσα αναφέρει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την κτήση της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία με την προσμέτρηση στο χρόνο της νομής της και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της Γ.

Κ., τουλάχιστον από το έτος 1982, οπότε του μεταβιβάστηκε το επίδικο από τους δικαιοπαρόχους του με το νόμιμα μεταγραμμένο .../22.10.1982 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου ..., μέχρι και την άσκηση της αγωγής (2017) με την αναφορά ανενόχλητης άσκησης συγκεκριμένων πράξεων νομής. Σχετικά δε με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας (άμεσου, απώτερων και απώτατων), πλην όμως στην ως άνω αγωγή σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της, εκτίθετο καθ' υποφοράν ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, τόσο από τον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Γ.

Κ. του Κ., όσο και από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους αυτού, τα περιστατικά δε αυτά συμπληρώθηκαν και με τις έγγραφες προτάσεις της, φθάνοντας μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως κυριότητας της μείζονος έκτασης, της οποίας το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι από το έτος 1834 και μετέπειτα με την επίκληση συνεχούς και αδιατάρακτης νομής του από όλους τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, με διάνοια κυρίων και συγκυρίων και άσκηση συγκεκριμένων υλικών πράξεων νομής.

Συνεπώς, ο, κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου, (καθόσον στο αναιρετήριο δεν αριθμούνται οι λόγοι αναιρέσεως) πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον υπό την επίκληση της παραβίασης των αριθμών 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη απόρριψης της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας της, με την αιτίαση ότι από τα εκτιθέμενα σε αυτήν περιστατικά δεν προκύπτει η ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, ούτε η κτήση κυριότητας αυτού από τους απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας με πρωτότυπο τρόπο, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.

Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915 που η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.

Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904 τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.

της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα. Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 293, 294,295, 296, 299 και 302 του Κρητικού Αστικού Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο την τακτική και την έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με το άρθρο 293 του εν λόγω Κώδικα "ο καλή τη πίστη αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής" και κατά το άρθρο 294 του ίδιου Κώδικα "καλή πίστη νομεύς είναι ο αγνοών ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.

Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις". Η έκτακτη χρησικτησία, κατά το επόμενο άρθρο 295, συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".

Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).

Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.

Η πρώτη διάταξη ορίζει, ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.

Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Επί πλέον, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ,ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.

Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.

Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).

Ενόψει, συνεπώς, της, με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1905, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις, καθιερούμενης ρύθμισης, και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη Οθωμανικό δίκαιο ήταν, κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι δεκαπέντε ετών το πολύ χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (23.7.1904), προκειμένου δε περί τακτικής, δια συνυπολογισμού και μέχρι πέντε ετών το πολύ νομής με τα λοιπά προσόντα αυτής (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη., προ του κατά τα άνω χρόνου ενάρξεως ισχύος του Κρητικού ΑΚ.

Επίσης κατά το Οθωμανικό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 3 του νόμου "περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856) μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνονται τα δάση και οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), ρητώς δε οριζόταν ότι αυτές ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ότι η παραχώρησή τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί" το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της.

Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται, ότι στην Κρήτη, η οποία κατά τη θέσπιση του ν.δ. της 17-11/1.2.1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας, οι γαίες που υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα, είχαν τον χαρακτήρα του δάσους αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα των ιδιωτών με χρησικτησία (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016, ΑΠ 1343/2015) ενώ κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά δικαιώματα για την απόκτησή τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ. 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή , μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018).

Αμφότεροι οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

Το επίδικο ακίνητο εμβαδού 4.734,71 τ.μ. βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του χωριού Χωραφάκια της Δημοτικής Κοινότητας Κ. του Δήμου … στη θέση "Κ.", φέρει ΚΑΕΚ ... 044/0/0 και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ..., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία των τελευταίων και με ιδιοκτησία ... (πρώην ιδιοκτησία ...), νότια με ιδιοκτησία ...

και δυτικά με αιγιαλό. Το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα μείζονος έκτασης 124περίπου στρεμμάτων, που κατά τα έτη προ του 1800 αντιμετωπιζόταν ως ενιαίο ακίνητο. Απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας ήταν ο Ι. Κ. (ή ...) που νεμόταν την έκταση με διάνοια κυρίου, όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί, από το 1834, οπότε ερχόμενος από τα Κύθηρα, την αγόρασε και εγκαταστάθηκε στην περιοχή έως το θάνατό του το 1870.

Έκτοτε στη νομή τον διαδέχθηκαν εγκαθιστάμενοι στο μείζον ακίνητο και ασκώντας τις πράξεις που στη συνέχεια θα αναφερθούν, οι κληρονόμοι του και δη τα εννέα τέκνα του, εξ αδιαιρέτου και κατ'ίσα μέρη, μετά δε τον θάνατο απάντων αυτών, τους διαδέχθηκαν με τον ίδιο τρόπο τα δικά τους τέκνα, εγγόνια του αρχικού νομέα ... (ή Κ.), μεταξύ των οποίων και ο Γ.

Κ. (ή ...) του Ε.. Ο τελευταίος εγκαταστάθηκε στο μείζον ακίνητο και απέκτησε τη συννομή αυτού διαδεχόμενος τον πατέρα του Ε., μετά το θάνατο του τελευταίου το έτος 1909. Περί το έτος 1940 οι συννομείς του μείζονος ακινήτου προέβησαν σε άτυπη μεταξύ τους διανομή με βάση την οποία ο Γ. Κ. (που είχε ήδη ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία αλλαγής του επωνύμου του) απέκτησε - μεταξύ άλλων - το επίδικο διαιρετό τμήμα και εγκαταστάθηκε στη νομή του, μαζί με τη σύζυγό του, Μ.

Τ. του Ε., με την οποία είχε τελέσει νόμιμο γάμο το έτος 1931, καθιστάμενοι έτσι συννομείς αυτού εξ αδιαιρέτου και κατ'ίσα μέρη, ασκώντας πράξεις συννομής με διάνοια συγκυρίων για διάστημα μείζον των είκοσι ετών έως το 1982. Τότε μεταβίβασαν το επίδικο ακίνητο (έκαστος κατά το ανήκον σε αυτόν εξ αδιαιρέτου ποσοστό) στον εγγονό τους Γ.

Κ. του Κ. δυνάμει δωρεάς εν ζωή, συνταγέντος σχετικώς του υπ αριθ. .../22.10.1982 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ..., που μεταγράφηκε νομίμως... διορθώθηκε δε στη συνέχεια ως προς το εμβαδόν του ακινήτου με την υπ'αριθ. .../23.10.2013 πράξη της συμβολαιογράφου ..., που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου στις 25 Οκτωβρίου 2013 με αριθμό ....

Η ενάγουσα απέκτησε το επίδικο ακίνητο λόγω πωλήσεως από τον άνω δωρεοδόχο Γ. Κ. του Κ., συνταγέντος σχετικώς του υπ'αριθ. .../23.10.2013 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου στις 25 Οκτωβρίου 2013 με αριθμό .... Αποδείχθηκε ακόμα ότι το μείζον ακίνητο των 124 περίπου στρεμμάτων παρουσιάζει διαφορετική κατά θέσεις μορφολογία και ειδικότερα κάποια τμήματα αυτού είχαν αγροτικό χαρακτήρα, καθώς ήταν πρόσφορα για την καλλιέργεια σε αναβαθμίδες (πεζούλες) και ξερολιθιές (πέτρινες περιφράξεις) δημητριακών, αρακά, κουκιών, ταγής (για την τροφή των οικόσιτων ζώων) και άλλων, κάποια χρησιμοποιούνταν για τη βόσκηση των ζώων, σε ορισμένα σημεία αυτού υπήρχαν βραχώδεις εξάρσεις, ενώ λειτουργούσαν και ασβεστοκάμινοι, με τη χρήση πετρών από την ίδια την έκταση και τη χρησιμοποίηση ως καύσιμης ύλης των θάμνων της περιοχής.

Ο αρχικός νομέας και όλοι οι κατά καιρούς συννομείς της έκτασης έως το 1940, οπότε έλαβε χώρα διανομή της, την επέβλεπαν και την επόπτευαν, την καλλιεργούσαν κατά τα ανωτέρω, τη χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για τη βόσκηση των ζώων τους ή την εκμίσθωναν σε τρίτους προς τούτο (όπως σε μέλη της οικογένειας Π. που μίσθωναν με άτυπες συμβάσεις τη μείζονα έκταση από το 1880, καταβάλλοντος ως μίσθωμα κρέας, τυρί και γαλακτοκομικά προϊόντα), νεμόμενοι αυτό ο μεν αρχικός νομέας με διάνοια κυρίου, οι δε διάδοχοι του με διάνοια συγκυρίων, χωρίς διακοπή και χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η εξουσία τους σε αυτό.

Τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσαν στο επίδικο διαιρετό τμήμα οι συννομείς αυτού Γ. Κ. και Μ. Τ., με διάνοια συγκυρίου , από το 1940 έως το 1982, αποκτώντας κυριότητα επ' αυτού εξ αδιαιρέτου και κατ'ίσα μέρη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περί των ανωτέρω κατέθεσαν ως έχοντες ιδία γνώση ο Ε. Κ., γεννηθείς το 1933, κάτοικος της περιοχής και μέλος της οικογένειας που διαχρονικά νεμόταν το ακίνητο και ο Ι.

Π., γεννηθείς το 1936, επίσης κάτοικος της περιοχής και μισθωτής της έκτασης. Ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ. Κ. από το 1982, που ο παππούς και η γιαγιά του του μεταβίβασαν το επίδικο αρχικώς μέσω του πατέρα του λόγω της ανηλικότητάς του (έχει γεννηθεί το έτος 1972) και εν συνεχεία ο ίδιος το επέβλεπε και το επόπτευε, το εκμίσθωνε σε κτηνοτρόφους για τη βοσκή των ζώων τους, κατά καιρούς το καλλιεργούσε, ανέθεσε σε μηχανικό την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ υπέβαλε στη Διεύθυνση Δασών Χανίων την υπ'αριθ.

πρωτ. 609/27.02.1998 αίτηση και εν συνεχεία κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Διεκδικήσεων τις υπ'αριθ. πρωτ. 969/03.04.1998 αντιρρήσεις ως προς τον χαρακτηρισμό του ακινήτου του. Η ενάγουσα εταιρία από το 2013 που εισήλθε στη νομή του ακινήτου, το οριοθέτησε, το περιέφραξε και επεδίωξε να προβεί στην έκδοση οικοδομικής αδείας για την ανοικοδόμηση του.

Συνεπώς, νεμόμενη το επίδικο ακίνητο από το 2013 μέχρι την άσκηση της αγωγής προσμετρώντας και τη νομή των αναφερθέντων δικαιοπαρόχων της επί του (διαιρετού) ακινήτου από το 1940 έως το 2013, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αλλά και με παράγωγο τρόπο, αποκτώντας το λόγω πωλήσεως από τον έως τότε αληθή κύριο αυτού, με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο.

Το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου, καθόσον αυτό ήταν ανέκαθεν δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα χορτολιβαδική έκταση και ως τέτοια ανήκει στην κυριότητά του, μεταβιβασθείσα αυτοδικαίως σε αυτό ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου μετά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Ωστόσο, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού του επιδίκου ως χορτολιβαδικής έκτασης, υπαγόμενης ή μη στη δασική νομοθεσία και ανεξαρτήτως του αν το ακίνητο ανήκε στην περιουσία του κράτους (ως δυνάμενο να απαλλοτριωθεί ακίνητο) συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την απόκτησή του από ιδιώτη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έως το 1915, καθόσον υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα οι δασικές εκτάσεις δεν περιλαμβάνονταν στην έννοια των δημοσίων κτημάτων, αλλά υπάγονταν στην περιουσία του κράτους και υπόκειντο σε χρησικτησία, μη εμποδίζοντας τη με πρωτότυπο τρόπο κτήση κυριότητας επ'αυτών.

Έτσι, λόγω της απόκτησης ιδιωτικού δικαιώματος επί της μείζονος έκτασης, αυτή δεν ήταν ανεπίδεκτη χρησικτησίας μετά την ισχύ των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εισήχθησαν στις 11 Σεπτεμβρίου 1915... Για τους ίδιους λόγους δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3208/2003 (που θέτει τους όρους αναγνώρισης δασικών εν γένει εκτάσεων ως ιδιωτικών), κατά την έναρξη ισχύος του οποίου οι προαναφερθέντες είχαν αποκτήσει ιδιωτικά δικαιώματα επί του ακινήτου καθώς και του πολύ πιο πρόσφατου ν. 4280/2014, όπως αβασίμως υποστηρίζει το εκκαλούν.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο της υπ'αριθ. 14982/18.12.2017 τεχνικής έκθεσης του Δ. Σ., δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών …, ο οποίος βασίζει την εκτίμησή του περί αβασιμότητας της ένδικης αγωγής στα χαρακτηριστικά του ακινήτου και δη στο γεγονός ότι το έδαφος του έχει μέγιστη κλίση 20,50% (με μέγιστη επιτρεπτή τιμή το 12%) και μέση κλίση 17,50% (με μέγιστη τιμή το 8%) καθώς και στην εμφαινόμενη στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 βλάστηση.

Ωστόσο, στην έκθεσή του δεν παίρνει θέση περί του αν επ'αυτού ασκούνταν οι προαναφερθείσες πράξεις νομής, που δεν περιορίζονται μόνο στην καλλιέργειά του, ιδίως δε στον κρίσιμο χρόνο ισχύος του Αστικού Κώδικα, διάστημα για το οποίο ουδέν αναφέρει. Σημειωτέον επίσης ότι επί αγωγής του Π. Κ. του Ν. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 610/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων (που κατέστη τελεσίδικη με την υπ'αριθ. 84/1999 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου), με την οποία αναγνωρίστηκε η κυριότητα του τότε ενάγοντος επί ακινήτου εμβαδού 4.045 τ.μ., που αποτελούσε τμήμα της ίδιας μείζονος έκτασης των 124 περίπου στρεμμάτων, αφού έγινε δεκτό ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του (από τον αρχικό νομέα αυτής ...

έως το Γ. Κ. του Ε., που του μεταβίβασε διαιρετό τμήμα του λόγω πωλήσεως με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο) απέκτησαν επ'αυτής δικαίωμα κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του Ελληνικού Δημοσίου μη διατηρούντος δικαιώματος επ' αυτής. Τέλος, σε δύο όμορα της επίδικης έκτασης ακίνητα, εμβαδού 4.002,17 τ.μ.

και 4.621 τ.μ., τμήματα αμφότερα της μείζονος έκτασης των 124.000 τ.μ. ανεγέρθηκαν οικοδομές (κατοικίες με υπόγεια και κολυμβητικές δεξαμενές) δυνάμει της υπ'αριθ. πρωτ. …/23.02.2007 υπ'αριθ. …/2007 άδειας οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης … και της υπ'αριθ. πρωτ. …/23.02.2012 υπ'αριθ. …/2012 άδειας οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου … αντίστοιχα, χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο να προβάλλει δικαιώματα επ αυτών, παρόλο που και αυτές φέρουν τον ίδιο χαρακτηρισμό της "χορτολιβαδικής και βραχώδους έκτασης των παραγράφων 6β και 6γ του άρθρου 3 του ν. 998/1979".

Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα ανωτέρω, ενόψει της αμφισβήτησης εκ μέρους του εναγομένου του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας, βασίμως αυτή ζητά να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου, απορριπτομένων των (αρνητικών) ισχυρισμών του εναγομένου ως ουσιαστικά αβασίμων...". Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές: 1) ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 4.734,71 τ.μ.

που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Χωραφάκια της Δημοτικής Κοινότητας Κ. του Δήμου … στη θέση "Κ." και αποτελεί τμήμα αρχικής μείζονος έκτασης 124 περίπου στρεμμάτων, περιήλθε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατόπιν αγοράς με το νόμιμα μεταγραμμένο .../23.10.2013 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ..., από τον αληθή κύριο αυτού Γ.

Κ. του Κ.. 2) ότι στον ως άνω δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει το έτος 1982, κατόπιν δωρεάς εν ζωή που συστάθηκε με το .../22.10.1982 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ..., από τους αληθείς κυρίους αυτού ήτοι τον παππού του Γ. Κ. του Ε. και τη γιαγιά του Μ. Τ., στους οποίους είχε περιέλθει το έτος 1940, κατόπιν άτυπης διανομής, μείζονος έκτασης εμβαδού 124 περίπου στρεμμάτων, την οποία νέμονταν με διάνοια κυρίου αρχικά ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Ι.

Κ. από το έτος 1834 που την αγόρασε και εγκαταστάθηκε σε αυτήν μέχρι το 1870 οπότε αποβίωσε, μετά δε το θάνατο του, κατ'ίσα μέρη αυτής τα εννέα τέκνα του και μετά τον θάνατο και αυτών τα εγγόνια του, που συνέχισαν να ασκούν με διάνοια κυρίου πράξεις νομής επί αυτής μέχρι το έτος 1940, οπότε προέβησαν στην ως άνω άτυπη διανομή της. 3) ότι μεταξύ των εγγονών του αρχικού νομέα της μείζονος έκτασης, ήταν και ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ.

Κ. του Ε., ο οποίος εγκαταστάθηκε αρχικά στη νομή (συννομή) της μείζονος έκτασης από το έτος 1909, οπότε αποβίωσε ο πατέρας του Ε. Κ. μέχρι το έτος 1940 και στη συνέχεια στη νομή του προερχομένου από την άτυπη διανομή της επιδίκου ακινήτου. 4) ότι τη μείζονα έκταση, της οποίας τμήμα αποτελεί το επίδικο ακίνητο, νέμονταν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (άμεσος, απώτεροι και απώτατος), ως κύριοι από το έτος 1843, αδιαλείπτως επί σειρά ετών μέχρι το έτος 1940, οπότε έγινε η άτυπη διανομή της, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής, και ειδικότερα οριοθετώντας σε αναβαθμίδες και με ξερολιθιές τα τμήματα αυτής που είχαν αγροτικό χαρακτήρα και καλλιεργώντας τα με δημητριακά, αρακά, κουκιά και ταγή (για την τροφή των οικόσιτων ζώων, χρησιμοποιώντας άλλα τμήματά της για την βόσκηση ζώων είτε από τους ίδιους είτε από τρίτους, στους οποίους τα εκμίσθωναν με άτυπες συμβάσεις, λαμβάνοντας ως μίσθωμα κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα, ενώ λειτουργούσαν εντός αυτής και ασβεστοκάμινους, με τη χρήση πετρών από τα βραχώδη τμήματά της και τη χρησιμοποίηση ως καύσιμης ύλης των θάμνων της περιοχής, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα. 5) ότι τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισαν να ασκούν από το έτος 1940 στο επίδικο ακίνητο οι απώτεροι και ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, μέχρι το έτος 2013, οπότε το μεταβίβασε δια πωλήσεως στην ίδια, η οποία έτσι κατέστη κυρία αυτού, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενη αυτό για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, με την προσμέτρηση στο χρόνο της δικής της νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της.

Επί πλέον το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα χορτολιβαδική έκταση και ως τέτοια ανήκει στην κυριότητά του, μεταβιβασθείσα αυτοδικαίως σε αυτό ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου μετά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Συγκεκριμένα, δέχθηκε το Εφετείο ότι υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα οι δασικές εκτάσεις δεν περιλαμβάνονταν στην έννοια των δημοσίων κτημάτων, αλλά υπάγονταν στην περιουσία του κράτους και υπόκειντο σε χρησικτησία, μη εμποδίζοντας τη με πρωτότυπο τρόπο κτήση κυριότητας επ'αυτών, οπότε, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού του επιδίκου ακινήτου ως χορτολιβαδικής ή μη έκτασης, υπαγόμενης ή μη στη δασική νομοθεσία και ανεξαρτήτως του αν το επίδικο ακίνητο ανήκε στην περιουσία του κράτους, ως δυνάμενο να απαλλοτριωθεί ακίνητο, στο πρόσωπο του απώτατου και απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητάς του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έως το έτος 1915, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος στην Κρήτη του Κρητικού ΑΚ (23.7.19004) οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, είχαν αποκτήσει την κυριότητα της μείζονος έκτασης, της οποίας το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας υπό την ισχύ του Κρητικού Κώδικα, νεμόμενοι αυτήν διαδοχικά συνεχώς και ανενόχλητα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στη οικεία νομική σκέψη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου , απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1293 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/ 5.1.1914 "περί εν ταις προσαρτώμενες χώρες νομοθεσίας και δασικής οργανώσεως", που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, του άρθρου 9του α.ν. 262/10.12.1914, του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", της παρ. 6β του άρθρου 3 του ν. 998/1979, που αφορά στη δασική νομοθεσία, του ν.

ΔΞΗ/1912, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", των διατάξεων του ν. 3208/2003 (που θέτει τους όρους αναγνώρισης δασικών εν γένει εκτάσεων ως ιδιωτικών), και του ν. 4180/2014, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι η μείζον έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, ήταν χορτολιβαδική έκταση, ή κτήμα που ανήκε στην περιουσία του κράτους, δυνάμενο να απαλλοτριωθεί, κατά την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (απώτερος και απώτεροι) είχαν αποκτήσει ιδιωτικά δικαιώματα επί αυτού.

Αντιθέτως, ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων, 293, ,295, 362, 1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα που καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο την έκτακτη χρησικτησία, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κατά το οποίο η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά δικαιώματα για την απόκτησή τους, καθώς και οι μεταγενέστερες διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σε αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τόσο εκείνων τις οποίες δεν εφάρμοσε, σχετικά με το ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, με βάση τη Συνθήκη των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, όσο και εκείνων τις οποίες εφάρμοσε ως προς την κτήση κυριότητας των δικαιοπαρόχων (απώτατου και απώτερων) της αναιρεσίβλητης επί της μείζονος έκτασης, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο ακίνητο, τόσο με παράγωγο, όσο και με τον προαναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), δεχόμενο ότι αυτοί είχαν ήδη αποκτήσει με βάση τις διατάξεις αυτές του Κρητικού ΑΚ την κυριότητα της μείζονος εδαφικής έκτασης ήδη το έτος 1915, και ότι έκτοτε ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, ο οποίος τους διαδέχθηκε στη νομή, συνέχισε να ασκεί αρχικά τη συννομή της μείζονος έκτασης και μετά την άτυπη διανομή μεταξύ των συννομέων αυτής, τη νομή του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και διενεργώντας επί αυτών όλες τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις προσμετρώντας στο χρόνο νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι, κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίους το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 27.2.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και να καταδικαστεί το αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.2.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ