Legislator Case Law & Legislation
1615/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that a judge's factual assessment is not a legal error subject to review.

Case Number 1615/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and heirs against a First Instance Court judgment. The appellants argued the lower court erred in fact-finding regarding a deceased party's actions, but the court held that such factual assessments lack independent existence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the alleged error did not constitute a legal matter under the relevant civil procedure code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: A court's factual assessment or evaluation of evidence does not constitute a 'matter' under Article 559(8) and therefore cannot serve as a ground for appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual assessment legal error review independent existence code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 11/1996
Supreme Court 469/1984
Supreme Court 1402/2021
Supreme Court 57/2022
Supreme Court 1299/2009
Supreme Court 701/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1615 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1615/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Χ., χήρας Ι. Χ., το γένος Β. Π., 2)Ά. Χ. του Ι., και 3)Σ. Χ. του Ι., κατοίκων Νέας Μεσημβρίας Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μανώλη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και το διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στην Παλαιά Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Γ. Χ. του Ι., και 3).... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αγγελακόπουλο, ο oποίος δήλωσε ότι ο δεύτερος (Γ. Χ.) απεβίωσε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και ο τρίτος (Ι. Χ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: 1)Γ. Χ. του Ι., κάτοικο Θεσσαλονίκης και 2)Π. Τ. του Β., κάτοικο Θεσσαλονίκης, ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Μ. Χ. και Β. Χ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/02/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16500/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2685/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/8/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής (διακοπής) προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 405/2021, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 171/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 § 1 περ. δ' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που κατ' άρθρο 573 § 1 αυτού εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής (τελεσίδικης) απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλομΑΠ 31/2009, 27/1987).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 18-8-2020 και με αριθ. κατάθεσης 2231/254/2020 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 2-9-2020. Κατά την παρούσα συζήτηση αυτής ενώπιον του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι στις 8-3-2020, δηλ. μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (20-12-2019) και πριν την άσκηση της αναίρεσης, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Χ. απεβίωσε με αποτέλεσμα να υπεισέλθουν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και καθολικοί διάδοχοί του τα δύο του παιδιά Ι. Χ. και Κ. Χ., οι οποίοι και παρίστανται με την ιδιότητά τους αυτή [ο εξ αυτών Ι. Χ. παρίσταται και για τον εαυτό του ατομικά ως και ο ίδιος ατομικά διάδικος -εναγόμενος]. Στη συνέχεια, δήλωσε ότι μετά την άσκηση της αναίρεσης, ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Ι.

Χ. απεβίωσε στις 22-4-2021 και άφησε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Π. Τ. και τα δύο ανήλικα τέκνα του Μ. και Β. Χ., ως και τον ενήλικο από άλλο γάμο υιό του Γ. Χ., οι οποίοι [τα ανήλικα δια της νομίμου εκπροσώπου μητέρα τους] συνεχίζουν εκούσια τη δίκη, παριστάμενοι δι' αυτού. Τα παραπάνω και ειδικότερα οι ημερομηνίες θανάτων και η νόμιμη δυνατότητα των παρόντων προσώπων (κληρονόμων) να διεξάγουν τη δίκη στη θέση των αρχικών διαδίκων δεν αμφισβητούνται και σε κάθε περίπτωση αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων πιστοποιητικά και έγγραφα.

Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει δε και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων του θανόντος ως άνω δεύτερου αναιρεσιβλήτου περί γνωστοποίησης στους αναιρεσείοντες του θανάτου αυτού κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανιζόμενους ως άνω κληρονόμους του απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου αυτής.

Ομοίως, εφόσον αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά και έγγραφα αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων του θανόντος τρίτου αναιρεσίβλητου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται (εκούσια) από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού.

Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2685/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τη με αριθ. καταθ. 28024/4409/22-11-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων υπό τις ανωτέρω διακρίσεις κατά της υπ' αριθ. 16500/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η με αριθ.

καταθ. 4403/3406/26-2-2018 αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατ' αυτών και αφού εξαφάνισε αυτή δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006). Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 560 1β ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος (559 1β ΚΠολΔ) στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, ούτε αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 στοιχ.

γ' του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 § 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλομΑΠ 8/2005, ΑΠ 589/2020). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξάλλου, η ζημιογόνος συμπεριφορά που συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει τα ποσά αυτά.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση κατ' αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας του και γ) συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας (ΑΠ 756/2021). Το πταίσμα του ζημιωθέντος, δηλαδή η υπαίτια πράξη ή παράλειψή του δύναται να εκδηλωθεί είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά την γένεση της ζημίας, καθόσον δεν οριοθετείται χρονικώς από το νόμο.

Ως πταίσμα νοείται, κατά την γενικής εφαρμογής διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, ο δόλος και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Χωρίς τέτοια επιμέλεια συμπεριφέρεται ο ζημιωθείς που παραλείπει να λάβει μέτρα, τα οποία, περιέχοντα εξ αντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής ή περιορισμού της ζημίας, είναι σε θέση να προβλέψει και λαμβάνει, χωρίς να εκτεθεί σε κίνδυνο ο μέσης εντιμότητας και επιμέλειας άνθρωπος της ίδιας με τον ζημιωθέντα δραστηριότητος.

Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη του ζημιωθέντος συνετέλεσε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας, με την έννοια ότι η πράξη του πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του. Δεν αρκεί, δηλαδή, η αιτιώδης σύνδεση με την πράξη, αλλά πρέπει να είναι αιτιώδης συνέπεια της αθετήσεως υποχρεώσεως ή άλλης παρανομίας ή εκ μέρους του ζημιωθέντος επίδειξης αμελούς συμπεριφοράς (ΑΠ 75/2001, ΑΠ 370/2010).

Τέλος, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι και στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915 (ΟλομΑΠ 1117/1986, ΑΠ 160/2021, 1415/2018, 1076/2014).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Την 30-8-2007, ο Ι. Χ., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των λοιπών (ήδη αναιρεσείοντες), προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στο 9ο χλμ.

της παλαιάς Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης - Κιλκίς, έχει δε αντικείμενο δραστηριοτήτων το χονδρικό εμπόριο γεωργικών μηχανημάτων, εξοπλισμού και προμηθειών, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός - τεχνικός. Την 17-9-2015, ενώ εξακολουθούσε να εργάζεται στην ..., υπεγράφη τριμερής σύμβαση δανεισμού εργασίας μεταξύ της εταιρείας "...", της εταιρείας "...." και του Ι.

Χ.. Σύμφωνα με αυτή, η εταιρεία "...", παραχώρησε τον εργαζόμενο Ι. Χ. (δανεισμός εργαζομένου) στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΑΙΩΝΕΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ" (πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη), της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος, είναι Πρόεδρος και ο τρίτος Δ/νων Σύμβουλος, για το χρονικό διάστημα από 18-9-2015 έως 31-12-2015.

Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή ο Ι. Χ. θα εργαζόταν ως οδηγός στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....", από τις 11:00 π.μ. μέχρι τις 16:00 μ.μ., ενώ από τις 08:00 π.μ. έως τις 11:00 π.μ. θα εργαζόταν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Ακολούθως αποδείχθηκε, ότι η πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της επεξεργασίας και εμπορίας ελαίων από το έτος 2000, ανέλαβε την υποχρέωση δυνάμει του από 14-9-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας, που υπεγράφη μεταξύ αυτής και του συνεταιρισμού επεξεργασίας και πώλησης οπωροκηπευτικών προϊόντων ("Α.Σ.Ε.Π.Ο.Π.

ΠΑΥΛΙΝ") να προβεί στη συλλογή πράσινης ελιάς Χαλκιδικής από τα τέσσερα πρατήρια (πρόχειρες έδρες - πόστα) συλλογής ελιάς μισθωμένης χρήσης του τελευταίου, κείμενων αυτών στις περιοχές Ζωγράφου, Τρίγλιας, Μουδανιών και Αγίου Παύλου Χαλκιδικής, στα δε πλαίσια αυτής της συνεργασίας ο συνεταιρισμός όφειλε να συγκεντρώσει την παραγωγή 300.000 kg περίπου ελαίων από τους παραγωγούς του και να την παραδώσει στην πρώτη εναγόμενη, ενώ η τελευταία όφειλε να παραδώσει στα τέσσερα πρατήρια του ως άνω συνεταιρισμού άδεια παλετοκιβώτια στα οποία θα τοποθετούνταν οι πράσινες ελιές.

Στις 18-9-2015 και ώρα 16:00 μ.μ., όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 1157-1158-1159-1160/18-9-2015 δελτία αποστολής, ο Ι. Χ. ξεκίνησε από το 9ο χλμ της ΠΕΟ Θεσσαλονίκης -Κιλκίς, όπου βρισκόταν η έδρα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", οδηγώντας το με αριθμό ΝIT 2634 φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τελευταίας, το οποίο ήταν φορτωμένο με κενά παλετοκιβώτια και μικρά τελάρα, προκειμένου να εκφορτωθούν αυτά στα τέσσερα πρατήρια του συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΣΕΠΟΠ ΠΑΥΛΙΝ", ήτοι στον Άγιο Παύλο, στη Νέα Τρίγλια, στου Ζωγράφου και στα Νέα Μουδανιά.

Στο πρατήριο του συνεταιρισμού του Ζωγράφου, ο Ι. Χ. έφτασε λίγο πριν τις 19:00 μ.μ. και ξεκίνησε να εκφορτώνει μόνος του τα 15 κενά παλετοκιβώτια διαστάσεων 1,18 Χ 0,78 Χ 0,68 το καθένα, διότι δεν συνοδευόταν από εκφορτωτή - εργάτη της εταιρείας του και δε βρισκόταν εκεί εργάτης του συνεταιρισμού, έπρεπε δε να μην καθυστερήσει και αμέσως να αναχωρήσει για το επόμενο πρατήριο [...].

Όπως αποδείχθηκε, για την ασφαλή και πιο εύκολη εκφόρτωση των κιβωτίων, ό ίδιος ο εργαζόμενος, είχε κατασκευάσει μία μεταλλική ράβδο με γάντζο στην μία της άκρη, ώστε με αυτή να τραβά τα κιβώτια από την καρότσα, ευρισκόμενος ο ίδιος στο έδαφος. Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι και στην ένδικη περίπτωση, ο εργαζόμενος είχε την εντολή, όχι μόνο να μεταφέρει τα παλετοκιβώτια και να τα παραδώσει στους τόπους προορισμού τους, αλλά και να τα εκφορτώσει μόνος του, στην περίπτωση που τελικά δεν υπήρχε υπάλληλος εκφόρτωσης.

Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της εντολής, οι εκκαλούντες ουδέποτε επέστησαν την προσοχή του εργαζόμενου οδηγού τους, να μην ανεβαίνει στην καρότσα του φορτηγού, αλλά να εκφορτώνει αποκλειστικά, ευρισκόμενος στο έδαφος με την χρήση της ράβδου, αντίθετα, θεωρώντας οι εναγόμενοι, πως ο ίδιος διέθετε μεγάλη εμπειρία, τον άφηναν να πραγματοποιεί και τις εκφορτώσεις με τρόπο που ο ίδιος κάθε φορά έκρινε, ως ορθό, δηλαδή να ενεργεί κατά βούληση, παραβλέποντας το γεγονός, ότι ο συγκεκριμένος οδηγός, παρά την εμπειρία που διέθετε και στις εκφορτώσεις, επρόκειτο για εργαζόμενο που έπρεπε να τηρεί συγκεκριμένους κανόνες ασφάλειας στην πραγματοποίηση της εκφόρτωσης και όχι για αυτοαπασχολούμενο, που φέρει ο ίδιος την ευθύνη και λαμβάνει πρωτοβουλίες κατά την εκτέλεση της εργασίας του.

Έτσι, περί ώρα 19.10 μ.μ., ο οδηγός, ο οποίος προηγουμένως είχε τραβήξει το παραπέτο από την μία πλευρά της καρότσας και από την πλευρά αυτή κατέβασε μερικά παλετοκιβώτια, ανέβηκε στο πάτωμα της πλατφόρμας του φορτηγού, προκειμένου να προσεγγίσει και τα υπόλοιπα παλετοκιβώτια, τα οποία ήταν πλησίον της άλλης πλευράς και δεν τα έφτανε από το έδαφος, για να τα κατεβάσει.

Όμως, ενώ κινούνταν πλέον πάνω στην καρότσα και με πλάτη στο έδαφος, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος, με το πίσω μέρος του σώματός του, έχοντας μέτωπο προς το εσωτερικό του φορτηγού και από ύψος περίπου 1,30 μ. Κατά την πτώση του στο έδαφος χτύπησε πρώτα το κεφάλι στο δεξιό πλάγιο πίσω τμήμα του και τραυματίστηκε η σπονδυλική του στήλη, ενώ στη συνέχεια το σώμα του έπεσε στο έδαφος και το δεξιό πίσω θωρακικό τοίχωμα.

Από την πτώση του αυτή, ο I. Χ., υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και βαριές κακώσεις θώρακα και πνευμόνων, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του στις 3-10-2015 (πολυοργανική ανεπάρκεια), αφού προηγουμένως είχε νοσηλευτεί στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, διασωληνωμένος, όπου εισήχθη και χωρίς να διαπιστωθεί ότι προηγουμένως, δηλαδή πριν το ατύχημα, έπασχε από κάποια νόσο, ή ότι παθολογικά αίτια προκάλεσαν την πτώση του.

Με βάση τα παραπάνω, το ένδικο ατύχημα έγινε κατά την εκτέλεση της εργασίας ως οδηγού, που οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης εργοδότριας και διοικητές της, δεύτερος και τρίτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητοι) ανέθεσαν στον θανόντα και αποτελεί εργατικό ατύχημα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του Ν. 551/2014.

Το ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του I. Χ., οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια), τόσο των εναγομένων, όσο και του ίδιου. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) παραβίασαν το γενικό τους καθήκον να λάβουν μέτρα προνοίας υπέρ του παθόντος εργαζομένου και να μην ζημιώσουν άλλον υπαίτια, καθόσον, δεν φρόντισαν όπως όφειλαν και μπορούσαν ως μέσοι συνετοί επαγγελματίες, να εξασφαλίσουν στον οδηγό τους, εργάτη εκφορτωτή, στον τόπο παράδοσης των παλετοκιβωτίων, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο συγκεκριμένος οδηγός, ηλικίας πλέον 56 ετών, ανεξάρτητα από την πολύχρονη εμπειρία που είχε τόσο στην οδήγηση φορτηγού, όσο και στην εκφόρτωση εμπορευμάτων, εργαζόταν ήδη από τις 08.00 π.μ., στην δανείστρια εταιρία "..." γεγονός που γνώριζαν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι), ακόμη δε και αν είχε κάνει διάλειμμα για αναψυχή, αυτό έγινε και πάλι στον χώρο εργασίας του.

Έντεκα δε ώρες, μετά την έναρξη της εργασίας του, δηλαδή στις 19.00 μ.μ. οπότε και συνέβη το ατύχημα, λαμβάνοντας υπόψη και την ηλικία του, ήταν κουρασμένος και όφειλε, όχι μόνο να παραδώσει τα παλετοκιβώτια στην περιοχή Ζωγράφου, αλλά να συνεχίσει, σύμφωνα με τα δελτία αποστολής, και να παραδώσει κιβώτια και στην περιοχή των Ν.

Μουδανιών, στην συνέχεια δε να επιστρέψει. Έτσι, ο θανών προκειμένου να τελειώσει τις παραδόσεις που του ανέθεσαν και να επιστρέψει στην οικία του, όντας μόνος του, όταν έφτασε στην περιοχή Ζωγράφου, ξεκίνησε ο ίδιος την εκφόρτωση, πράγμα το οποίο θα είχε αποφύγει, αν η εργοδότριά του, του είχε εξασφαλίσει εργάτη εκφορτωτή, ώστε να αποτρέψει και κάθε ενδεχόμενο ανόδου του ίδιου στην πλατφόρμα του φορτηγού για να πάρει παλετοκιβώτια.

Όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, η εργοδότριά του, επικαλούμενη την εμπειρία του, τον άφηνε να εκφορτώνει ο ίδιος με όποιον τρόπο αυτός έκρινε ως αποτελεσματικότερο, και όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, για την ασφαλέστερη εκφόρτωση των κιβωτίων, κατασκεύασε ο ίδιος ο εργαζόμενος, ράβδο, με γάντζο στην άκρη του.

Βέβαια, δεν όφειλαν οι εναγόμενοι στη συγκεκριμένη περίπτωση να του εξασφαλίσουν κλαρκ για την εκφόρτωση των κιβωτίων, δεδομένου ότι αυτά ήταν άδεια και ο τρόπος αυτός εκφόρτωσης δεν ήταν ο ενδεικνυόμενος. Όμως, γνωρίζοντας την κόπωση του οδηγού τους, λόγω του συνολικού χρόνου εργασίας του από το πρωί της ίδιας ημέρας, όφειλαν να προνοήσουν για την ύπαρξη εργάτη εκφόρτωσης στον χώρο παράδοσης, και να μην τον αφήσουν μόνο του, πολύ περισσότερο, που ο συγκεκριμένος εργαζόμενος, διακρινόταν για την φιλοπονία του, όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, και σε καμία περίπτωση δεν θα επέστρεφε στην έδρα της εργοδότριάς του, χωρίς εκφόρτωση των κιβωτίων, στην περίπτωση που δεν υπήρχε εκφορτωτής στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού.

Λαμβάνοντας δε υπόψη την κόπωσή του, έχασε την ισορροπία του, ενώ βρισκόταν πάνω στην καρότσα και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει έπεσε στο έδαφος με όλο του το βάρος. Αναφορικά δε με την χρήση ράβδου, όπως προαναφέρθηκε, οι ίδιοι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν πως ο εργαζόμενος την κατασκεύασε και τη χρησιμοποιούσε κατά βούληση.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, συνέβαλλε και ο ίδιος ο θανών στην επέλευση του ατυχήματος με δική του αμελή συμπεριφορά. Ειδικότερα, ως μέσος συνετός άνθρωπος και δη επαγγελματίας οδηγός όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και φροντίζοντας για τον εαυτό του, έστω και αν ένιωθε την πίεση ως εργαζόμενος να ολοκληρώσει την εκφόρτωση, να τραβάει τα παλετοκιβώτια μόνο από το έδαφος με την χρήση της ράβδου, την οποία κατασκεύασε και έφερε στο φορτηγό αυτοκίνητο και όσα δεν έφτανε η ράβδος, επειδή ήταν στο βάθος της καρότσας, να τα τραβήξει από την αντίθετη πλευρά της, τραβώντας το αντίστοιχο παραπέτο.

Ωστόσο, υπό την πίεση σύντομης ολοκλήρωσης της εκφόρτωσης και συνέχισης του δρομολογίου του, δηλαδή για εξοικονόμηση χρόνου, ανέβηκε στην καρότσα και προσπάθησε τα πιο απομακρυσμένα κιβώτια να τα κατεβάσει με τα χέρια του, χάνοντας όμως κατά την κίνησή του αυτή, την ισορροπία του και πέφτοντας στο έδαφος.

Η αμελής αυτή συμπεριφορά του, όπως και η προαναφερόμενη των εναγομένων, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, το βαρύτατο επελθόν αποτέλεσμα, όπως και εν τέλει επέφερε. Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη την αμελή συμπεριφορά των εναγομένων και του παθόντος καταλήγει ότι το εργατικό ατύχημα και ο επελθών θάνατος του οδηγού I.

Χ., οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των εναγομένων κατά ποσοστό 55%, του δε παθόντος κατά ποσοστό 45%, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης, της νόμιμης ένστασης που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού, που επαναφέρεται και ως λόγος έφεσης και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον ισχυρισμό τους περί αποκλειστικής του υπαιτιότητας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν 56 ετών, υγιής, εργατικός, έγγαμος με δύο παιδιά είκοσι έξι ετών το καθένα, διατηρούσε σχέσεις στοργής με τα παιδιά του και τη σύζυγό του. Όλοι δε, έχουν υποστεί ψυχική οδύνη από τον αιφνίδιο θάνατό του και δικαιούνται εύλογης αποζημίωσης για την ανακούφιση του ηθικού πόνου που δοκίμασαν.

Λαμβάνοντας δε υπόψη το δικαστήριο α) τις συνθήκες του ατυχήματος, β) τον αιφνίδιο, από το ατύχημα, θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, γ) τον βαθμό του πταίσματος που βαρύνει τους εναγόμενους αλλά και τον ίδιο τον συγγενή των εναγόντων, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών[...], ότι οι συγγενείς του θανόντος δεν έχουν άλλες οικονομικές δυνάμεις πλην εκείνων που τους αποφέρει η εργασία τους, κρίνει ότι θα πρέπει να οριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και από 25.000 ευρώ για καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), ποσά τα οποία είναι ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις των εναγομένων, αλλά και με το επελθόν αποτέλεσμα, (θάνατος του εργαζομένου), έτσι ώστε να μην είναι ούτε υπέρμετρο, ώστε να εξαντλεί οικονομικά τους υπόχρεους, ούτε ευτελές, ώστε να υποβαθμίζεται η αξία του ανθρώπου".

Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκανε δεκτή την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι), δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης, δέχθηκε την έφεση αυτών από τυπική και ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την Πρωτόδικη απόφαση η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος και αναγνώρισε ως οφειλόμενα μεγαλύτερα ποσά και συγκεκριμένα 80.000 € στην σύζυγο και από 90.000 € σε καθένα από τα δύο παιδιά του θανόντος και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη και στην ουσία και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) οφείλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον μεταξύ τους, στους ενάγοντες (αναιρεσείοντες) τα προαναφερόμενα ποσά (30.000 € στην πρώτη αναιρεσείουσα και από 25.000 € σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 330 και 332 ΑΚ, ως προς το συντρέχον πταίσμα του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες ως άνω παραδοχές του, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και με την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων εξέφερε με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το εργατικό ατύχημα και ο επελθών θάνατος του οδηγού I.

Χ. οφείλεται, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αυτού κατά ποσοστό 45%, καθότι συνέβαλλε και ο ίδιος (ο θανών) στην επέλευση του ατυχήματος με δική του αμελή συμπεριφορά, ήτοι, ως μέσος συνετός άνθρωπος και δη επαγγελματίας οδηγός και έμπειρος στις εκφορτώσεις (που σημαίνει ότι γνώριζε τους κανόνες εκφορτώσεως και τους συνεπαγόμενους κινδύνους) όφειλε, κατά την εργασία εκφόρτωσης των παλετοκιβωτίων από το φορτηγό, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και φροντίζοντας για τον εαυτό του, να τραβάει τα παλετοκιβώτια μόνο από το έδαφος με την χρήση της ράβδου, την οποία κατασκεύασε και έφερε στο φορτηγό αυτοκίνητο και όσα δεν έφτανε η ράβδος, επειδή ήταν στο βάθος της καρότσας, να τα τραβήξει από την αντίθετη πλευρά της, τραβώντας το αντίστοιχο παραπέτο.

Ωστόσο, ανέβηκε στην καρότσα και προσπάθησε τα πιο απομακρυσμένα κιβώτια να τα κατεβάσει με τα χέρια του, χάνοντας όμως κατά την κίνησή του αυτή, την ισορροπία του και πέφτοντας στο έδαφος. Η αμελής αυτή συμπεριφορά του, όπως και η προαναφερόμενη των εναγομένων, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, το βαρύτατο επελθόν αποτέλεσμα, όπως και εν τέλει επέφερε.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914, 330 και 332 ΑΚ, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας και στερείται νομίμου βάσεως λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με το ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος συγγενούς τους στο θανάσιμο τραυματισμό αυτού κατά το επίδικο εργατικό ατύχημα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά με τους ίδιους λόγους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης των ισχυρισμών τους στις ως άνω επικαλούμενες διατάξεις του ΑΚ και υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο, ομοίως και ως προς την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 § 1) και επομένως οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι (δήθεν) δεν έλαβε υπόψη α) την υπ' αριθ. 823/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής που κήρυξε ενόχους σε πρώτο βαθμό τους κατηγορούμενους και ήδη δεύτερο και τρίτο αρχικά των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και παράβαση του άρθρου 42 § 6 γ, δ, στ ν. 3850/2010 (μέτρα ασφαλείας) για το επίδικο ατύχημα, β) τη με αρ.

πρωτοκ. 5648/ΑΧ1694/2015 έκθεση αυτοψίας εργατικού ατυχήματος της Επιθεωρήτριας ασφάλειας και υγείας στην εργασία του Α' Τομέα Θεσσαλονίκης -Χαλκιδικής, γ) τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν από τους αντιδίκους τους σχετικά με την ύπαρξη ράβδου εκφορτώσεως στο φορτηγό του θανόντος κατά τον ένδικο χρόνο, δ) το από 14-9-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας μεταξύ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και του συνεταιρισμού ΑΣΕΠΟΠ ΠΑΥΛΙΝ και δ) την υπ' αρ. 3774/2018 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων τους Α.

Γ. και Χ. Χ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μνημονεύεται ειδικώς ότι έλαβε υπόψη και "τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται με τις έγγραφες προτάσεις τους οι διάδικοι, τις ένορκες καταθέσεις της Α. Χ. και Ά. Χ.

ενώπιον της ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης Ε. Κώστα, που δόθηκαν με πρωτοβουλία των εναγόντων (αναιρεσειόντων), την 8-10-2018 μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων την 2-10-2018, σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 111479β, 111480β και 111481β/2-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Β. Στεφανή", σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα του παθόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων στο θανάσιμο τραυματισμό του κατά το επίδικο εργατικό ατύχημα, την οποία συνήγαγε κατ' εκτίμηση των συνθηκών του ατυχήματος που αποδείχθηκαν και εκ τούτου να δεχθεί τη μειωμένη χρηματική τους ικανοποίηση, έλαβε υπόψη του και τα περί ου ο αναιρετήριος λόγος έγγραφα, φωτογραφίες και ένορκη βεβαίωση, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς τα έγγραφα αυτά (και φωτογραφίες).

Ειδικότερα, όσον αφορά την υπ' αριθ. 823/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής που κήρυξε ενόχους σε πρώτο βαθμό τους κατηγορούμενους και ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και παράβαση του άρθρου 42 § 6 γ, δ, στ ν. 3850/2010 (μέτρα ασφαλείας) για το επίδικο ατύχημα, πράγματι αυτή δεν αναφέρεται στην Εφετειακή απόφαση, όμως δεν προκύπτει αντίθεση, ώστε να χρειάζεται το Εφετείο να την αντικρούσει και να την αναφέρει, αφού αυτή αφορά την ενοχή των κατηγορουμένων -φυσικών προσώπων (αναιρεσιβλήτων) και όχι το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα της συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ατύχημα, ούτε προκύπτει ότι είναι τελεσίδικη.

Εξάλλου, ως προς την ένορκη βεβαίωση, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο την έλαβε υπόψη, καθότι ναι μεν παραλείπει να αναγράψει τον αριθμό της έκθεσης ενόρκου βεβαιώσεως (3774/2018), πλην όμως αναφέρει αυτή που άλλωστε είναι η μόνη προσκομισθείσα από τους ενάγοντες -αναιρεσείοντες ως προς το χρόνο λήψης ενώπιον της ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης (8-10-2018), το χρόνο νομότυπης κλήτευσης των εναγομένων για τη λήψη της (2-10-2018) και τους αριθμούς των εκθέσεων επίδοσης στους αναιρεσίβλητους της κλητεύσεως (111479β, 111480β και 111481β/2-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Β.

Στεφανή) και μόνο εκ παραδρομής αντί των ονομάτων των μαρτύρων Α. Γ. και Χ. Χ., αναφέρει αυτά των δύο πρώτων αναιρεσειόντων. Επομένως, ο λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003, ΟλομΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 11/1996).

Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1402/2021, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 1299/2009, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την Εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο θανών ανέβηκε στην καρότσα για να κατεβάσει με τα χέρια τα απομακρυσμένα κιβώτια για εξοικονόμηση χρόνου και υπό την πίεση σύντομης ολοκλήρωσης του δρομολογίου του, γεγονός που δεν περιλαμβανόταν στην αγωγή τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα, δεν αποτελεί πράγμα κατά την ως άνω έννοια του του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά πρόκειται για πραγματικό επιχείρημα, συμπέρασμα του δικαστηρίου που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-8-2020 και με αριθ. κατάθεσης 2231/254/2-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2685/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ