Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence evaluation and failure to consider documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a loan dispute. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate specific bank documents and a declaration of non-existence of a new loan. The court ruled that the appellate court correctly considered all submitted evidence and that the appellant's complaints concerned the court's discretionary assessment of facts, which is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the appellate court's evaluation of evidence or its analytical weighing of facts, provided the reasoning is complete, clear, and free of contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1615 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1615/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Αποστολίδου, η οποία ανακάλεσε την από 4-5-2018 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-10-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 2-5-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 1/1999).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559αρ 19ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε το λόγο περί τοκογλυφίας που πρότεινε ο αναιρεσίβλητος με την ανακοπή του, και συγκεκριμένα ότι η πιστωτική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ τους με το από 01.03.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, ενσωματώνει αποκλειστικά τοκογλυφικούς τόκους, περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες που αφορούν στην ύπαρξη ή μη υπολειπόμενου κεφαλαίου 50.000 € εκ προγενέστερου δανείου, το οποίο δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, παραμένει δε ασαφές και αναπόδεικτο αν υφίστατο πράγματι οφειλόμενο κεφάλαιο 50.000 € από προγενέστερο δάνειο, καθόσον το προηγούμενο προ εξαετίας χορηγηθέν δάνειο είχε εξοφληθεί και είχε επιστραφεί η επιταγή των 65.000 € στον αναιρεσίβλητο από την ημερομηνία πληρωμής της, και ότι με βάση το αναπόδεικτο αυτό γεγονός, το οποίο χωρίς αποδείξεις και αιτιολογία δέχεται ως δεδομένο η προσβαλλόμενη απόφαση, υπολογίζει τους θεμιτούς τόκους υπερημερίας που αντιστοιχούν σ' αυτό μέχρι την υποθετική ημερομηνία ακύρωσης της επιταγής από τον αναιρεσίβλητο που ο ίδιος επέλεξε για να την ακυρώσει.
Ότι για τον υπολογισμό των θεμιτών τόκων υπερημερίας επί ενός υποθετικού υπολοίπου κεφαλαίου κατέληξε σε εσφαλμένους υπολογισμούς (εφόσον μ' αυτούς δεν μπορεί να αιτιολογήσει το ποσό των 65.000 €), τους οποίους προσπαθεί στη συνέχεια να αιτιολογήσει αυθαίρετα δεχόμενη ότι ο ανακόπτων εξόφλησε ολοσχερώς το χορηγηθέν σ' αυτόν δάνειο με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, επιβαρυνόμενος μάλιστα καθ' υπέρβαση του προαναφερθέντος ανώτατου θεμιτού ορίου των τόκων με το επιπλέον ποσό των 9.307,98 ευρώ, παραδοχή που υπερβαίνει και τους ίδιους τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος- αναιρεσιβλήτου, ο οποίος στην ανακοπή του ισχυρίζεται ότι: ", τα χρήματα, που έχω αποδώσει στον καθού η ανακοπή, με βάση τον δικαιοπρακτικό τόκο, υπερβαίνουν κατά πολύ (κατά το ποσό των 5.081,04 €)" και ότι με το παραπάνω αιτιολογικό δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η επίδικη πιστωτική σύμβαση δεν αφορά σε πραγματικό δάνειο αλλά ενσωματώνει αποκλειστικά τοκογλυφικούς τόκους, καθόσον από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες εάν πράγματι εξοφλήθηκε το ποσό του προγενέστερου δανείου, πότε έλαβε χώρα αυτή η εξόφληση και το ακριβές ποσό του υπολειπόμενου κεφαλαίου, και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων (άρθρα 174, 181, 293, 294 και 295 ΑΚ, 623 και 624 ΚπολΔ).
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής :< Ο ανακόπτων, Α. Π. του Α., δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αλεξανδρούπολης, λόγω της δυσχερούς οικονομικής θέσης στην οποία περιήλθε κατά το έτος 2003, προσέφυγε στον επί είκοσι και πλέον έτη πελάτη του, καθ'ου η ανακοπή, Ε.
Σ. του Α., από τον οποίο, στις 18-11-2003, δυνάμει ατύπως καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης δανείου, έλαβε με την εκδοθείσα εις διαταγήν του τελευταίου υπ'αριθ. 11016782-1 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, που οπισθογραφήθηκε στον ανακόπτοντα και εμφανίσθηκε από αυτόν την ίδια ημέρα στην πληρώτρια τράπεζα, το ποσό των 90000,00 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να επιστραφεί στις 30-3-2004 και για την εξασφάλιση της απόδοσής του ο ανακόπτων εξέδωσε, ως εγγύηση, εις διαταγήν του καθ'ου, την ισόποση υπ'αριθ.
…340-1 επιταγή της τράπεζας .... Επειδή κατά το συμφωνηθέντα χρόνο απόδοσης του δανείου ο ανακόπτων κατέβαλε μέρος μόνο της οφειλής του και δη το ποσό των 30.000,00 ευρώ, απέμεινε δε οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους 60.000,00 ευρώ, οι διάδικοι συμφώνησαν την ανανέωση της ενοχής με τη σύναψη ατύπως νέου ισόποσου δανείου, το οποίο, πλέον συμβατικών τόκων ποσού 5.000,00 ευρώ, συνομολογήθηκε να επιστραφεί στις 15-8-2005.
Προς εξασφάλιση δε της απόδοσης του ως άνω δανείου, ο ανακόπτων εξέδωσε, ως εγγύηση, εις διαταγήν του καθ'ου, την υπ'αριθ. ..6910-5 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 65.000,00 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 15-8-2005. Κατόπιν τούτου ο καθ'ου επέστρεψε στον ανακόπτοντα την αρχικώς δοθείσα προς εξασφάλιση του πρώτου δανείου των 90.000,00 ευρώ, υπ'αριθ.
…7340-1 επιταγή της τράπεζας ..., την οποία ο τελευταίος παρέδωσε στην ανωτέρω τράπεζα και ακύρωσε στις 26- 4-2004. Πλην όμως, κατά το χρόνο επιστροφής και του νέου δανείου ο ανακόπτων κατέβαλε και πάλι μέρος της ανωτέρω οφειλής του και συγκεκριμένα το ποσό των 15.000,00 ευρώ, με την προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών ότι θα προβεί περαιτέρω με τμηματικές καταβολές στην εξόφληση του υπολοίπου όποτε θα διευκολυνόταν οικονομικά.
Στα πλαίσια αυτά ο ανακόπτων κατέβαλε εν συνεχεία στον καθ'ου το ποσό των 15.000,00 ευρώ ετησίως. Ειδικότερα, κατά τον τρόπο αυτό, ο ανακόπτων, για το υπόλοιπο κεφαλαίου ποσού 50.000,00 ευρώ εκ του ως άνω οφειλομένου δανείου, κατά το χρονικό διάστημα από τις 16-8-2005 και μέχρι το θέρος του έτους 2010, ήτοι κατά τη διάρκεια των ετών 2006 έως 2010, κατέβαλε επιπλέον τμηματικά στον καθ'ου το συνολικό ποσό των 75.000,00 ευρώ, χωρίς να λάβει σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, αφού, ο μεν καθ'ου επεδίωκε την απόκρυψη των καταβολών προς συγκάλυψη της κάτωθι περιγραφόμενης δραστηριότητάς του, ο δε ανακόπτων βασίσθηκε αρχικώς στην ψευδαίσθηση της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης και μετά τη διάψευση αυτής τελούσε σε πραγματική αδυναμία να απαιτήσει τη χορήγηση εγγράφων αποδείξεων, για τους ακολούθως αναφερόμενους λόγους.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το υπολειπόμενο κεφάλαιο με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, με βάση τα ανώτατα όρια τόκων υπερημερίας, όπως καθορίσθηκαν νομοθετικά ή με τις εκάστοτε ισχύουσες κατά το προδιαληφθέν χρονικό διάστημα ΠΔΤΕ, ΠΥΣ ή ΕΚΤ και συνυπολογιζομένων των ενδιάμεσων επιμέρους καταβολών, διαμορφώθηκαν νόμιμα ως εξής : 1) για τη χρονική περίοδο από 17-8- 2005 μέχρι 5-12-2005, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 10,00% που καθορίστηκε με την Πράξη ΔΣ ΕΚΤ της 5-6-2003, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 1.520,55 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 50.000,00 ευρώ, 2) για τη χρονική περίοδο από 6-12-2005 μέχρι 7-3-2006, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 10,25% που καθορίστηκε με την Πράξη ΔΣ της ΕΚΤ της 5-12-2005, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 1.291,78 ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 2.812,33 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 50.000,00 ευρώ, 3) για τη χρονική περίοδο από 8-3-2006 μέχρι 14-6-2006, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 10,50% που καθορίστηκε με την Πράξη ΔΣ ΕΚΤ της 7-3-2006, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 1.423,97 ευρώ _και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 4.236,30 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 50.000,00 ευρώ, 4) για τη χρονική περίοδο από 15-6-2006 μέχρι 8-8-2006, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 10,75% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 809,93 ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 5.046,23 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 50.000,00 ευρώ, 5) για τη χρονική περίοδο από 9-8-2006 μέχρι 16-8-2006, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 11,00% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 120,55 ευρώ, εξοφλήθηκαν δε ολοσχερώς, όπως και οι λοιποί οφειλόμενοι τόκοι καθώς και μέρος του κεφαλαίου, με τη γενόμενη καταβολή ποσού 15.000,00 ευρώ και απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο κεφαλαίου ποσού 40.166,78 ευρώ, 6) για τη χρονική περίοδο από 17-8- 2006 μέχρι 10-10-2006, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 11,00% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 665,78 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 40.166,78 ευρώ, 7) για τη χρονική περίοδο από 11-10-2006 μέχρι 12-12-2006, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 11,25% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 779,95 _ ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 1.445,73 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 40.166,78 ευρώ, 8) για τη χρονική περίοδο από 13-12-2006 μέχρι 13-3-2007, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 11,50% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 1.151,63 ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 2.597,36 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 40.166,78 ευρώ, 9) για τη χρονική περίοδο από 14-3-2007 μέχρι 12-6-2007, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 11,75% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 1.176,67 ευρώ_ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 3.774,03 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 40.166,78 ευρώ, 10) για τη χρονική περίοδο από 13-6-2007 μέχρι 16-8-2007, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 12,00% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 858,36 ευρώ, εξοφλήθηκαν δε ολοσχερώς, όπως και οι λοιποί οφειλόμενοι τόκοι καθώς και μέρος του κεφαλαίου, με τη γενόμενη καταβολή ποσού 15.000,00 ευρώ και απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο κεφαλαίου ποσού 29.799,17 ευρώ, 11) για τη χρονική περίοδο από 17-8- 2007 μέχρι 8-7-2008, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 12,00% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 3.198,53 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 29.799,17 ευρώ, 12) για τη χρονική περίοδο από 9-7-2008 μέχρι 16-8- 2008, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 12,25% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 388,98 ευρώ, εξοφλήθηκαν δε ολοσχερώς, όπως και οι λοιποί οφειλόμενοι τόκοι καθώς και μέρος του κεφαλαίου, με τη γενόμενη καταβολή ποσού 15.000,00 ευρώ και απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο κεφαλαίου ποσού 18.386,68 ευρώ, 13) για τη χρονική περίοδο από 17-8- 2008 μέχρι 7-10-2008, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 12,25% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 320,01 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 18.386,68 ευρώ, 14) για τη χρονική περίοδο από 8-10-2008 μέχρι 8-10-2008, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 11,75% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 5,90 ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 325,91 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 18.386,68 ευρώ, 15) για τη χρονική περίοδο από 9-10-2008 μέχρι 10-11-2008, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 11,25% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 186,5 0 ευ ρ ώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 512,41 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 18.3 86,68 ευρώ, 16) για τη χρονική περίοδο από 11-11-2008 μέχρι 9- 12-2008, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 10,75% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 156,61 ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 669,02 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 18.386,68 ευρώ, 17) για τη χρονική περίοδο από 10-12-2008 μέχρι 10-3-2009, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 10,00% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 458,10 ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 1.127,12 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 18.386,68 ευρώ, 18) για τη χρονική περίοδο από 11-3-2009 μέχρι 7-4-2009, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 9,50% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 134,00 ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 1.261,12 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 18.386,68 ευρώ, 19) για τη χρονική περίοδο από 8-4-2009 μέχρι 12-5-2009, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 9,25% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 163,09 ευρώ και συνολικά με τους ήδη οφειλόμενους τόκους στο ποσό των 1.424,21 ευρώ, πλέον του υπολειπομένου κεφαλαίου ποσού 18.386,68 ευρώ, 20) για τη χρονική περίοδο από 13-5-2009 μέχρι 16-8-2009, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 8,75% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 423,15 ευρώ, εξοφλήθηκαν δε ολοσχερώς, όπως και οι λοιποί οφειλόμενοι τόκοι καθώς και μέρος του κεφαλαίου, με τη γενόμενη καταβολή ποσού 15.000,00 ευρώ και απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο κεφαλαίου ποσού 5.234,04 ευρώ, και 21) για τη χρονική περίοδο από 17- 8-2009 μέχρι 16-8-2010, με βάση ποσοστό τόκου υπερημερίας 8,75% που καθορίστηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2842/06, οι τόκοι της περιόδου ανήλθαν στο ποσό των 457,98 ευρώ, εξοφλήθηκαν δε ολοσχερώς, όπως και το σύνολο του υπολειπομένου κεφαλαίου, με τη γενόμενη καταβολή ποσού 15.000,00 ευρώ.
Επομένως, κατά το προδιαληφθέν χρονικό διάστημα, ο ανακόπτων εξόφλησε ολοσχερώς το χορηγηθέν σ' αυτόν δάνειο με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, επιβαρυνόμενος μάλιστα καθ' υπέρβαση του προαναφερθέντος ανώτατου θεμιτού ορίου των τόκων με το επιπλέον ποσό των 9.307,98 ευρώ. Παρά ταύτα ο καθ'ου, εκμεταλλευόμενος τη μη χορήγηση εκ μέρους του αποδείξεων για τις ανωτέρω επιμέρους καταβολές, θεώρησε ως μη αποπληρωθέν το ως άνω δάνειο και για την εξόφλησή του υποχρέωσε τον ανακόπτοντα να αποδεχθεί τη σύναψη με το από 1- 3-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μιας υποτιθέμενης νέας σύμβασης δανείου, με την οποία ο καθ'ου φέρεται να χορηγεί σ' αυτόν ως δάνειο το ποσό των 130.000,00 ευρώ, που ορίστηκε ότι θα επιστραφεί άτοκα στις 31- 12-2012 και για την εξασφάλιση της επιστροφής του ο ανακόπτων αποδέχθηκε μια ισόποση συναλλαγματική, με την ανωτέρω ημερομηνία λήξης, που εξέδωσε ταυτόχρονα ο καθ'ου εις διαταγήν του, με την απαγόρευση περαιτέρω κυκλοφορίας και οπισθογράφησής-της σε τρίτους.
Ωστόσο, ο καθ'ου η ανακοπή ουδέποτε χορήγησε ως νέο δάνειο στον ανακόπτοντα-το ποσό των 130.000,00 ευρώ, γεγονός άλλωστε το οποίο και ο ίδιος ευθέως αποδέχθηκε με την από 3-7-2012 εξώδικο δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία, που αυτός και η σύζυγός του, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, κοινοποίησαν προς τον ανακόπτοντα στις 5-7-2012 και στην οποία, αναφερόμενος σε διαφορές μεταξύ τους από άλλες αιτίες, επί λέξει σημειώνει : "Επί δε του ισχυρισμού περί μη καταβολής της αμοιβής σας ποσού 50.000 ευρώ έως και σήμερα, σας υπενθυμίζω την οφειλή που είχατε προς τον πρώτο από εμάς ύψους 180.000 ευρώ, από την οποία εσείς προτείνατε και αυτός αποδέχθηκε να αφαιρεθεί το ανωτέρω ποσό, ούτως ώστε το νέο υπόλοιπο αυτής να ανέρχεται πλέον στο ποσό των 130.000 ευρώ, για το οποίο άλλωστε έχετε παραδώσει συναλλαγματική με ημερομηνία λήξης 31-12-2012".
Συνακόλουθα με το προμνησθέν ιδιωτικό συμφωνητικό δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση δανείου, αλλά ουσιαστικά επήλθε τροποποίηση και μεταβολή των όρων της προϋφιστάμενης δανειακής σχέσης με την κεφαλαιοποίηση και δη την εμφάνιση ως νέου δανειακού κεφαλαίου των τοκογλυφικών τόκων, τους οποίους, παρά την εξόφληση κατά τα προεκτιθέμενα του κεφαλαίου του προηγηθέντος δανείου και του συνόλου των νομίμων τόκων υπερημερίας αυτού, αξίωσε και επιχείρησε ο καθ'ου με αυτόν τον τρόπο να εισπράξει, καθ' υπέρβαση του κατά το νόμο ανώτατου θεμιτού ποσοστού τόκου.
Ο δε ανακόπτων υποχρεώθηκε να αποδεχθεί, συντάξει και προσυπογράψει το ανωτέρω συμφωνητικό πειθαναγκαζόμενος, αφενός μεν, από την αδυναμία λήψης εγγράφων αποδείξεων για την εξόφληση του δανείου των 65.000,00 ευρώ και την παρακράτηση από τον καθ'ου της δοθείσας ως εγγύηση ισόποσης επιταγής, η οποία, ακόμη και χωρίς να έχει εμπροθέσμως εμφανισθεί και σφραγισθεί, θα μπορούσε, με βάση την φερόμενη αιτία εκδόσεώς της, να στοιχειοθετήσει έναντι αυτού αξίωση, που με συνυπολογισμό των αναλογούντων για το διαδραμόν χρονικό διάστημα τόκων υπερημερίας, θα υπερέβαινε το ποσό των 110.000,00 ευρώ, αφετέρου δε, ενεργώντας υπό την αφόρητη πίεση αιτιάσεων του καθ'ου για τη μη προσήκουσα εκτέλεση των υποχρεώσεών του από την καταρτισθείσα μεταξύ τους από 12-6-2009 εργολαβική σύμβαση, με τη οποία ο ανακόπτων ανέλαβε ως εργολάβος την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας του καθ'ου, καθώς και από φόβο πραγματοποίησης της απειλής αυτού, για την υποβολή πειθαρχικής αναφοράς εις βάρος του στον Δικηγορικό Σύλλογο Αλεξανδρούπολης, σχετικά με την ασυμβίβαστη προς το λειτούργημά του άσκηση του επαγγέλματος του εργολάβου.
Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι αμέσως μετά την κατάρτιση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ο καθ'ου επέστρεψε στον ανακόπτοντα την υπ'αριθ. 00066910-5 επιταγή της τράπεζας ..., που είχε δοθεί ως εγγύηση για το δάνειο των 65.000,00 ευρώ, την οποία ο τελευταίος προσκόμισε στην πληρώτρια τράπεζα και ακύρωσε στις 4-3-2011, ενώ περαιτέρω ο καθ'ου, επαληθεύοντας με την εν γένει συμπεριφορά του την πίεση που παντοιοτρόπως ασκούσε στον ανακόπτοντα και επιβεβαιώνοντας του φόβους αυτού για τα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει εις βάρος του, κατέθεσε εναντίον του την από 13-8-2012 έγκληση για τα αδικήματα της απιστίας, απάτης, υπεξαίρεσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και την από 5-9- 2012 αναφορά προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αλεξανδρούπολης για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του ανακόπτοντος για την άσκηση επαγγέλματος ασυμβίβαστου με το λειτούργημά του, ενέργειες για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης και εκκρεμεί να δικασθεί ο καθ'ου για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης του ανακόπτοντος, ο οποίος, βεβαίως, καλύτερα από οιονδήποτε άλλον γνώριζε ότι ο καθ'ου ήταν ικανός να μετέλθει κάθε μέσο για την είσπραξη των χρημάτων που υπό μορφή δανείων διεκδικούσε, αφού ο ίδιος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, κατά το διάστημα των ετών 1997 έως και 2006, είχε μεριμνήσει για την έκδοση διαταγών πληρωμής προς είσπραξη από τον καθ'ου συνολικού ποσού • 1.058.906,36 ευρώ από αξιόγραφα συνδεόμενα με δάνεια που συστηματικά χορηγούσε αυτός προς τρίτους...
Ήδη δε, κατόπιν σχετικής μήνυσης του ανακόπτοντος, σε βάρος του καθ'ου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, εκτός των άλλων, και για την πράξη της τοκογλυφίας κατ'επάγγελμα, κατηγορία για την οποία η συνταχθείσα δικογραφία έχει διαβιβασθεί και εκκρεμεί ενώπιον του Ανακριτή Αλεξανδρούπολης. Ενόψει των προαναφερομένων...η πιστωτική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων με το από 1-3-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, ενσωματώνει αποκλειστικά τοκογλυφικούς τόκους, είναι δε εξ ολοκλήρου άκυρη για το λόγο αυτό και ως εκ τούτου η εκδοθείσα βάσει του ως άνω συμφωνητικού διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης στερείται των ουσιαστικών προϋποθέσεων εκδόσεώς της και πρέπει να ακυρωθεί.>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσίοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως.
Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων που αναφέρθηκαν παραπάνω, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο ενάγων μέχρι το θέρος 2010 είχε εξοφλήσει το αρχικό δάνειο των 90000 ευρώ, αφού αρχικά κατέβαλε 30000 ευρώ ,και για υπολειπόμενο οφειλόμενο κεφάλαιο των 60000 ευρώ, αφού υπολογίστηκαν τόκοι 5000 ευρώ, εκδόθηκε σχετική επιταγή για το άνω ποσό,όμως και πάλι δεν εξοφλησε το άνω ποσό ο ενάγων αλλά κατέβαλε μόνον 15000 μέχρι το έτος 2005 και στη συνέχεια μέχρι το έτος 2010 κατέβαλε ετησίως 15000 ευρώ, οπότε και εξοφλήθηκε το άνω δάνειο μαζί με τους νόμιμους τόκους, είχε δε καταβάλει επιπλέον ποσό 9307,98 ευρώ καθώς και ότι η από 2-3-2011 σύμβαση δανείου περιλαμβάνει αποκλειστικά τοκογλυφικούς τόκους .Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται για παράβαση του άρθρου 559αρ 10ΚΠοΛΔ καθόσον το εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη αφενός με την αποδοχή ως αληθινών των φερομένων ετήσιων καταβολών εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ποσού 15000 ευρώ εκάστη χωρίς αντίστοιχες αποδείξεις κατά το διάστημα από 2005 έως 2010 και αφετέρου με την αποδοχή τέλεσης εκ μέρους του τοκογλυφικής δραστηριότητας κατ'επάγγελμα ,δεχόμενη χωρίς αποδείξεις τον ισχυρισμό του αντιδίκου του ότι εξέδιδε διαταγές πληρωμής από αξιόγραφα συνδεόμενα με δάνεια που χορηγούσε προς τρίτους, εκφοβίζοντας με τον τρόπο αυτό τον αντίδικο του να υπογράψει και την επίδικη πιστωτική σύμβαση .
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ως αποδειχθέντα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου λόγου, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονταν στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, το σύνολο των εκατέρωθεν νομίμως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως εγγράφων, τα οποία λήφθηκαν υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε ως βάση συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων, την υπ'αριθ. 3.930/3-4-2013 ένορκη βεβαίωση του Δ.
Α. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Ε. Μ., η οποία ελήφθη με την επιμέλεια του ανακόπτοντος στα πλαίσια της προηγηθείσας μεταξύ των διαδίκων δίκης ασφαλιστικών μέτρων συνεκτιμηθείσα ως δικαστικό τεκμήριο, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δηλ έλαβε υπόψη όλα τα νόμιμα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, τα οποία και αξιολόγησε, ανεξάρτητα αν κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων .Επομένως , η προσβαλλομένη απόφαση δεν έκρινε χωρίς αποδείξεις την ανακοπή του αναιρεσίβλητου και ο εν λόγω λόγος ανάιρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του περιλαμβάνονταν στον δεύτερο λόγο έφεσής του, και ειδικότερα ότι τα εκτιθέμενα στην εκκαλούμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας γιατί ενώ γίνεται δεκτό στη μείζονα πρόταση ότι επί τοκογλυφίας η σύμβαση είναι άκυρη ως προς το υπερβάλλον, ενώ επί αισχροκερδούς συμβάσεως επέρχεται ολοκληρωτική και απόλυτη ακυρότητα, κρίθηκε η ανακοπείσα διαταγή πληρωμής άκυρη ως στηριχθείσα σε εικονική σύμβαση δανείου που υπέκρυπτε τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς ωστόσο να αναγράφεται ούτε να αιτιολογείται, η σωρευτική συνδρομή των τριών στοιχείων: α) φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β') ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του εφεσιβλήτου και γ') εκμετάλλευση της ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας αυτού εκ μέρους μου -και, ότι συνεπώς, εφόσον έλειπαν τα στοιχεία αυτά, δεν μπορούσε να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας.
Οπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης που εκτέθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου λόγου, το Εφετείο εξέτασε τον λόγο αυτό της έφεσης του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν ήταν δε αναγκαίο να διαλάβει κρίση περί του αισχοκέρδους της συμβάσεως δανείου, εφόσον δέχθηκε ότι ήταν εικονική ως περιλαμβάνουσαν τοκογλυφικούς τόκους προγενέστερου δανείου. Επομένως, ο άνω λόγος είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσειων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ2/2008).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , συνισταμένη στο ότι το Εφετείο ,< κατά παραμόρφωση α)του περιεχομένου του 138/5-12-2011 εγγράφου βεβαιώσεως της τράπεζα... EFG ERGASIAS δέχθηκε ότι η βεβαίωση αυτή αποδεικνύει ότι την επιταγή αυτή παρακρατούσε αυτός (αναιρεσείων) μέχρι τότε και την παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο την ίδια ημερομηνία μ' αυτήν που ο τελευταίος την επέστρεψε στην τράπεζα, ενώ τέτοια βεβαίωση δεν υπάρχει στο έγγραφο αυτό ,ούτε συνάγεται από το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου, β) του περιεχομένου της από 3-7-2012 εξώδικης δήλωσης -πρόσκλησης και διαμαρτυρίας που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, απέδωσε στον αναιρεσείοντα ομολογία ανυπαρξίας πραγματικής χορήγησης νέου δανείου, η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα ,ούτε συνάγεται από τη διατύπωση της δήλωσης αυτής >..
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων, παρατίθεται στην απόφαση και συνεπώς το Εφετείο δεν απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχουν, αλλά εκτιμητικό τοιούτο, τουτέστιν συνήγαγε με βάση το ορθώς διαγνωσθέν περιεχόμενο των ιδίων εγγράφων αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, πρόκειται δηλαδή για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης(ΟλΑΠ2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. .Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία αμφιβολία υπάρχει για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το από 1-3-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, αλλά και τα σχετικά 24 (α έως και κγ) που αφορούν αποδείξεις πληρωμής του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο, και ο τελευταίος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ` του Κ.Πολ.Δ. της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ 495ΚΠολ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (αρθ 176 και 183ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2015 αίτηση αναίρεσης του Ε. Σ. κατά της 240/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ