Legislator Case Law & Legislation
1615/2011 AI generated

1615/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1615/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1615/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχόλησης απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης που αφορά τη μερική απασχόληση και η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη κατ' άρθρο 159 ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα.

Keywords

AI generated
unjustified termination of employment contractor remuneration eligibility for unemployment benefits breach of employment obligations wage entitlement posted workers detachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1615 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1615/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαποστόλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Α. Θ., το γένος Ε. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τους και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 3575/13-1-2011 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Αντώνη Κανταρτζή, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επίσης, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Συνεπώς, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες ευρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει την καθιέρωση αντίστοιχου αναιρετικού λόγου.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νομίμου βάσεως "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Περαιτέρω με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του ν. 1892/1990 και ορίστηκε στην παράγραφο 1 ότι κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός, μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, από την κατάρτισή της, δε γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχόλησης απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης που αφορά τη μερική απασχόληση και η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη κατ' άρθρο 159 ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα.

Εξάλλου, ο μηνιαίος μισθός των εργαζομένων στα ζαχαροπλαστεία με την ειδικότητα της λατζέρας, κατά το ενδιαφέρον στην εξεταζόμενη υπόθεση διάστημα, (1.1.2001 έως 11.2.2006), καθορίζονταν από τις εξής σ.σ.ε. εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (εστιατόρια, ταβέρνες, καφενεία μπαρ κ.λπ.)" που καταλαμβάνουν υπό την ισχύ τους και τους εργαζόμενους στα ζαχαροπλαστεία: 1.

α). Από 1-1-2001 σε 171.092 δραχ. ή 502,10 ευρώ, και β) από 1-7-2001 σε 174.685 δραχ. ή 512,65 ευρώ κατά τις διατάξεις του αρ. 2 - κεφ. Β' της Σ.Σ.Ε. από 1-6-2001 (Π.Κ.Υ.Ε. 58/21-6-2001) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αρ. Υ.Α. 13310/2001 (ΦΕΚ 1276 Β/4-10-2001) η ισχύς της οποίας άρχισε από 1-1-2001, 2. Από α) 1-1-2002 σε 532,13 ευρώ και β) από 1-7-2001 σε 542,77 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αρ. 2 κεφ.

Β' της Σ.Σ.Ε. από 21-6-2002 (Π.Κ.Υ.Ε. 41/21-6-2002) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 12013/17-7-2002 (1006 Β/2002), η ισχύς της οποίας άρχισε από 1-1-2002, 3. Από 1-1-2003, ο μισθός της λατζέρας για ολόκληρο το έτος 2003 ανερχόταν σε 566,7 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αρ. 2 κεφ. Β' της Σ.Σ.Ε. από 9-5-2003 (Π.Κ.Υ.Ε. 30/29-5-2003) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 15126/2003 (ΦΕΚ 1034 Β7 2003) η ισχύς της οποίας άρχισε από 1-1-2003. 4.

α) από 1-1-2004 σε 589,37 ευρώ και, β) από 1-7-2004 σε 611,15 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αρ. 2 κεφ. Β' της ΣΣΕ από 22-6-2004 (Π.Κ.Υ.Ε. 47/5-7-2004) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 13028/2004 (ΦΕΚ 1557 Β72004, η ισχύς της οποίας άρχισε από 1-1-2004 και 5. α) Από 1-1-2005 σε 624,59 ευρώ και β) από 1-7-2005 έως 11-2-2006 σε 645,21 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αρ. 2 κεφ. Β' της ΣΣΕ από 25-4-2005 (Π.Κ. 47/16-5-2005) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α.

Οικ. 12124/2005 (ΦΕΚ 967 Β 72005) η ισχύς της οποίας άρχισε από 1-1-2005. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 2 της 102/1984 απόφασης του Δ.Π.Δ.Δ. Αθηνών, που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων όλης της χώρας, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την Υ.Α. 21768/1984 (ΦΕΚ 839 Β71984) και υποχρεωτική από 11-2-1985 με την Υ.Α. 11452/1985, διαλαμβάνεται ότι: "Καθιερώνεται από 1-1-1985 πενθήμερο με 40 ώρες εργασίας και δύο συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης σε όλα τα καταστήματα της παρ. 1 της απόφασης αυτής".

Συνεπώς το ωρομίσθιο των απασχολουμένων μερικώς με την πιο πάνω ειδικότητα υπολογίζεται (με βάση τον τύπο μηνιαίος μισθός Χ 6/25 : 40), ως εξής: 1. α). Από 1-1-2001 σε 3,013 ευρώ και β) από 1-7-2001 σε 3,076 ευρώ, 2) 1. α) 1-1-2002 σε 3,193 ευρώ και β) από 1-7-2001 σε 3,257 ευρώ. 3) Από 1-1-2003, σε 3,40 ευρώ. 4. α) από 1-1-2004 σε 3,54 ευρώ και β) από 1-7-2004 σε 3,67 ευρώ. 5 α) από 1-1-2005 σε 3,75 ευρώ και β) από 1-7-2005 έως 11-2-2006 σε 3,87 ευρώ. Τέλος, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας (εντός του 8/ώρου) κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του 5νθημέρου, απαγορευομένη από κανόνα δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' αρ. 904 Α.Κ. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ' απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 89/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, πού απέρριψε αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος εργοδότη της, για την επιδίκαση αξιώσεων από την μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ειδικότερα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που ειδικώς αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος εκμεταλλεύεται ένα ζαχαροπλαστείο στο Βόλο και για τις ανάγκες του προσέλαβε την 19.9.1999 την ενάγουσα που διαθέτει βιβλιάριο υγείας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της λαντζέρας.

Με βάση τη συμφωνία τους η ενάγουσα θα εργάζονταν έξι ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Σάββατο) με μειωμένο ωράριο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα εργαζόταν μόνο το πενθήμερο Δευτέρα έως Παρασκευή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω. Επίσης, και ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι εργαζόταν 2 ή και περισσότερες Κυριακές κάθε μήνα είναι αβάσιμος και γι' αυτό όσα αγωγικά κονδύλια αιτία έχουν μία τέτοια εργασία Κυριακής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα διότι την Κυριακή το εργαστήριο του ζαχαροπλαστείου δεν λειτουργούσε και συνεπώς δεν ήταν αναγκαίες οι υπηρεσίες της λαντζέρας.

Το ημερομίσθιο της ενάγουσας συμφωνήθηκε στο ποσό των 3.600 δρχ. και μετά την εισαγωγή του ευρώ στο ποσό των 12 ευρώ, το οποίο και πράγματι λάμβανε. Το ημερήσιο μειωμένο ωράριο της ενάγουσας ήταν κατά τη συμφωνία των διαδίκων 4 ώρες (16.00 έως 20.00) και όχι 7 ώρες (16.00 έως 23.00) όπως αυτή υποστηρίζει. Βέβαια, πολλές φορές παρέμεινε και εργάζονταν μετά τη λήξη του συμφωνημένου ωραρίου.

Για την επί πλέον αυτή εργασία της είχαν συμφωνήσει και λάμβανε αμοιβή 1.000 δρχ. ανά ώρα και μετά την εισαγωγή του ευρώ 4 ευρώ ανά ώρα. Ας σημειωθεί ότι για την υπερωριακή εργασία η ενάγουσα δεν αξιώνει με την ένδικη αγωγή κάποια αμοιβή διότι θεωρεί ότι ικανοποιήθηκε με τα εκάστοτε καταβαλλόμενα. Η εργασία της ενάγουσας διαρκούσε ολόκληρο το έτος, διότι η λειτουργία του ζαχαροπλαστείου δεν αναστέλλονταν σε κάποια, λ.χ.

τη θερινή, περίοδο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα δεν παρείχε, κατά τη συμφωνία τους, εργασία τους μήνες Μάιο έως Οκτώβριο κάθε έτους παρέμεινε αναπόδεικτος. Τα ανωτέρω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά (οι ημέρες εργασίας κάθε εβδομάδας, το συμφωνημένο και πράγματι καταβαλλόμενο ημερομίσθιο και η απασχόλησή της όλη τη διάρκεια του έτους) προκύπτουν από τα αναγραφόμενα πάνω σε 95 φακέλους, τους οποίους προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η ενάγουσα.

Οι φάκελοι αυτοί ήταν φάκελοι μισθοδοσίας, όπως βεβαιώνει και η μάρτυρας ανταποδείξεως, στην οποία επιδείχθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Εντός αυτών ο εναγόμενος έθετε ανά εβδομάδα την αμοιβή της ενάγουσας και στο εξωτερικό μέρος σημείωνε ιδιοχείρως το όνομα αυτής, το διάστημα που αφορούσε το καταβαλλόμενο ποσό και την ανάλυσή του:

επάνω την τακτική εργασία για 6 ημέρες επί 3.600 δρχ. ή 12 ευρώ και κάτω την έκτακτη (πέρα του συμφωνημένου ωραρίου) εργασία επί 1.000 δρχ. ή 4 ευρώ ανά ώρα εργασίας. Από τους φακέλους αυτούς που παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν είναι ανυπόγραφοι, ως αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠολομ 15/2003 ΕλλΔνη 2003 σελ. 937, ΑΠ 2064/2006 αδημοσίευτη) συνάγεται ότι η ενάγουσα εργάζονταν σταθερά 6 ημέρες την εβδομάδα και καθόλη τη διάρκεια του έτους διότι μεταξύ των φακέλων μισθοδοσίας υπάρχουν και αμοιβές για εργασία παρασχεθείσα κατά τους αμφισβητούμενους από τον εναγόμενο μήνες.

Δεν προκύπτει, ωστόσο, από τους φακέλους αυτούς ότι το ημερήσιο ωράριο της ενάγουσας ήταν 7 ώρες. Από το ύψος όμως του ημερομισθίου 3.600 δρχ. ή 12 ευρώ που ανταποκρίνεται σε εργασία περίπου 4 ωρών, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, το δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ημερήσιο ωράριο της ενάγουσας συμφωνήθηκε και πράγματι ήταν 4 ώρες την ημέρα.

Οι φάκελοι αυτοί, αν και επιδείχθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρώτου βαθμού, ωστόσο δεν προσκομίστηκαν ούτε έγινε επίκλησή τους από την ενάγουσα παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου. Προσκομίζονται, όμως, με επίκληση με ορισμένη αναφορά κάθε φακέλου ενώπιον του Εφετείου παραδεκτώς κατά το άρθρο 529 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η ενάγουσα ναι μεν δεν είχε προσκομίσει τα έγγραφα αυτά με ορθό τρόπο στον πρώτο βαθμό, πλην όμως δεν είχε πρόθεση στρεψοδικίας ούτε επέδειξε βαριά αμέλεια.

Επομένως ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου - εναγομένου ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους στον πρώτο βαθμό πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Ο εναγόμενος βέβαια αρνείται ότι τα αναγραφόμενα επί των φακέλων κρίσιμα στοιχεία έχουν γραφεί απ' αυτόν, περιοριζόμενος σε μία απλή άρνηση, χωρίς να αιτιολογεί από ποίον γράφτηκαν και για ποιο σκοπό προορίζονταν.

Το δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των μαρτυρικών αποδείξεων και ιδίως την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ότι κατά τη διάρκεια της εργασιακής συμβάσεως είχε δει τους φακέλους μισθοδοσίας της ενάγουσας, αλλά και εκείνη της μάρτυρος ανταποδείξεως που αναγνώρισε τους επιδειχθέντες φακέλους ως φακέλους πληρωμής της επιχειρήσεως του εναγομένου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επί των φακέλων γραφή είναι του εναγομένου και τα δηλούμενα επ' αυτών είναι στοιχεία μισθοδοσίας της ενάγουσας. 5.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αποδοχές της ενάγουσας καθορίζονταν, για το ενδιαφέρον εν προκειμένω διάστημα (1.1.2001 έως 11.2.2006), από τις εξής σ.σ.ε. εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (εστιατόρια, ταβέρνες, καφενεία μπαρ κ.λπ.)" που καταλαμβάνουν υπό την ισχύ τους και τους εργαζόμενους στα ζαχαροπλαστεία:

α) Από 1.8.2000 (Π.Κ.Υ.Ε. 119/1-9-2000) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 1.9.2000 δια της υπ' αριθ.12150/2000 ΥΑ (ΦΕΚ Β 1531/14.12.2000. β) Από 1.6.2001 (Πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 58/21.6.2001) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 21.6.2001 δια της υπ' αριθ. 13310/2001 ΥΑ (ΦΕΚ 1276 Β/4.10.2001), γ) Από 1.6.2002 (Π.Κ.Υ.Ε. 41/21-6-2002) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 21.6.2002 με την ΥΑ 12013/17.7.2003 (ΦΕΚ 1006 Β72002).

δ) Από 1.5.2003 Π.Κ.Υ.Ε. 30/29-5-2003 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 29.5.2003 με την ΥΑ 15126/2003 (ΦΕΚ 1034 Β72003), ε) Από 1.5.2005 (Π.Κ. 47/16-5-2005) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25.4.2005 με την ΥΑ Οικ. 12124/2005 (ΦΕΚ 967 Β72005). Με βάση τις ανωτέρω σ.σ.ε. το ελάχιστο ημερομίσθιο και ωρομίσθιο της ενάγουσας διαμορφώνεται ως εξής: Από 1.1.2001 έως 30.6.2001 7,540 ή 21,12 ευρώ (ωρομίσθιο 3,17 €).

Από 1.7.2001 έως 30.12.2001 7.685 δρχ. ή 22,55 €. Από 1.1.2002 έως 30.12.2002 30,83 € (ωρομίσθιο 4,62 €). Από 1.1.2003 έως 30.12.2003 32,89 € (ωρομίσθιο 4,93 €). Από 1.1.2004 έως 30.6.2004 34,40 € (ωρομίσθιο 5,16 €). Από 1.7.2004 έως 30.12.2004 35,03 € (ωρομίσθιο 5,25 €). Από 1.1.2005 έως 30.6.2005 36,04 € (ωρομίσθιο 5,41 €). Από 1.7.2005 έως 11.2.2006 37,23 € (ωρομίσθιο 5,59 €). Με βάση το ανωτέρω ωρομίσθιο δικαιούται ελάχιστη νόμιμη αμοιβή ως εξής:

Από 1.1.2001 έως 30.6.2001 1.965,4 € (155 ημέρες εργασίας Χ 4 ώρες ημερησίως = 620 Χ 3,17 € = 1.965,4 €). Από 1.7.2001 έως 30.12.2001 2.772 € (150 ημέρες εργασίας Χ 4 ώρες εργασίας = 600 Χ 4,62 € = 2.772 €). Το 2002 5.756,76 € (312 ημέρες εργασίας Χ 4 ώρες εργασίας = 1.248 Χ 4,62 = 5.765,76 €). Το 2003 6.152,64 € (312 ημέρες εργασίας Χ 4 ώρες εργασίας = 1.248 Χ 4,93 € = 6.152,64 €). Από 1.1.2004 έως 30.6.2004 3.199,20 € (155 ημέρες εργασίας Χ 4 ώρες ημερησίως = 620 Χ 5,16 € = 3.199,20 €).

Από 1.7.2004 έως 30.12.2004 3.150 € (150 ημέρες εργασίας Χ 4 ώρες εργασίας = 600 Χ 5,25 € = 3.150 €). Από 1.1.2005 έως 30.6.2005 3.354,20 € (155 ημέρες εργασίας Χ 4 ώρες ημερησίως = 620 Χ 5,41 € = 3.354,20 €). Από 1.7.2005 έως 11.2.2006 4.181,32 € (187 ημέρες εργασίας Χ 4 ώρες ημερησίως = 748 Χ 5, 59 € = 4.181,32 €). Συνολικά δε 30.481,50 €. Έναντι αυτών έλαβε, με βάση την προαναφερόμενη συμφωνία τους (που ωστόσο είναι άκυρη γιατί τα συμφωνημένα υπολείπονται των ελαχίστων νομίμων ορίων), 17.429,30 €, ποσό το οποίο προαφαιρεί η ίδια στην αγωγή της.

Επομένως, δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά που ανέρχεται σε 13.052,20 € με το νόμιμο τόκο κάθε μερικότερου ποσού από τέλος του μήνα, στον οποίο αντιστοιχεί. Επίσης, δικαιούται δώρα εορτών ως εξής: Χριστουγέννων 2001 563,75 €, 2002 770,75 €, 2003 822,25 €, 2004 876,50 €, 2005 901 €. Πάσχα 2001 338,25 €, 2002 462,45 €, 2003 493,35 €, 2004 525,90 €, 2005 540 € και 2006 189,21 € (βλ.

ΥΑ 19040.1981, άρθρο 1 ν. 1082/1980). Συνολικά δε 6.483,40 € με το νόμιμο τόκο για μεν τα δώρα Χριστουγέννων από την 23.12. κάθε έτους, δια δε τα δώρα Πάσχα από την 30.4. κάθε έτους. Τέλος, δικαιούται αποδοχές για την ετήσια άδεια αναπαύσεως και το ανάλογο επίδομα αυτής τα εξής ποσά: 2001 495 και 292,50 €. 2002 678,26 και 400,79 €. 2003 723,58 και 427,57 €. 2004 771,32 και 455,78 €. 2005 792,88 και 468,52 €. 2006 (αναλογία) 132 και 66 € (βλ.

ν. 1346/1983 και άρθρο 16 ν. 1882/1980 σε συνδυασμό με άρθρο 2 παρ. 2 της από 19.5.1982 αποφάσεως του ΥπΕργ). Συνολικά δε 5.704,20 € με το νόμιμο τόκο από την 1.9. κάθε έτους. Από όλες δε τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται συνολικά 25.239,80 €. 6. Εν τέλει η ενάγουσα την 11.2.2006, δυσαρεστημένη από τη συμπεριφορά του εργοδότη της, διότι του ζήτησε να την ασφαλίσει στο ΙΚΑ και αυτός αρνήθηκε, αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία της, καταγγέλλοντας την εργασιακή σύμβαση. ....................".

Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και για το ποσό των 25.239,80 € με το νόμιμο τόκο και ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που απέρριψε τα πιο πάνω κονδύλια, και, αφού έκανε δεκτό σχετικό λόγο εφέσεως, δέχθηκε την αγωγή για το πιο πάνω ποσό, και μετά το μερικό περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό, περιόρισε την καταψήφιση στο ποσό των 12.000 €....".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα: 1) Ενώ δέχεται ότι η εναγόμενη αναιρεσίβλητη εργαζόταν υπό καθεστώς μειωμένης απασχόλησης (χωρίς να προκύπτει αν συνέτρεχαν οι νόμιμες προς τούτο πιο πάνω προϋποθέσεις - πλημμέλεια για την οποία όμως δεν προσβάλλεται η αναιρεσιβαλόμενη), δεν καθίσταται σαφές ο μηνιαίος μισθός τον οποίο δέχθηκε το Εφετείο ότι αυτή δικαιούται, ώστε να κριθεί αν υπολόγισε σωστά το ωρομίσθιο με βάση το οποίο, ακολούθως, υπολόγισε το ημερομίσθιό της, αλλά και τα επιδόματα εορτών, και τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, ενόψει του ότι, καταρχήν, τα αναφερόμενα στην απόφαση ωρομίσθια (χωρίς το συνυπολογισμό άλλων προσαυξήσεων που τυχόν δέχθηκε το Εφετείο ότι δικαιούται η ενάγουσα), δεν προκύπτουν με βάση τις ισχύουσες πιο άνω σ.σ.ε.

που εφάρμοσε. 2) Ενώ δέχεται ότι "το ημερομίσθιο της ενάγουσας συμφωνήθηκε στο ποσό των 3.600 δραχ. και μετά την εισαγωγή του ευρώ στο ποσό των 12 ευρώ, το οποίο και πράγματι λάμβανε" και συνεπώς για τις 1.576 συνολικά ημέρες που δέχθηκε ότι εργάστηκε (155+150+312+312+155+150+155+187), έλαβε 18.912 ευρώ (1.576X12 ), εντούτοις αφαιρεί από το ποσό που δέχθηκε ότι οφείλει η αναιρεσείουσα, το ποσό των 17.429,30 ευρώ. 3) Επιδίκασε τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του ποσά για επιδόματα εορτών και αποδοχές αδείας, όπως η ενάγουσα τα ζητούσε στην αγωγή της, τα οποία όμως αυτή τα υπολόγισε ως εργαζόμενη με πλήρες ωράριο, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή εργαζόταν με μειωμένο ωράριο (και εδικαιούτο ανάλογο μειωμένο ημερομίσθιο), ενώ παράλληλα δεν προκύπτει ο αριθμός των ημερών αδείας που το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή δικαιούταν (χωρίς όμως να συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά εκτεθέντα πιο πάνω, η μη παράθεση των σχετικών με τις αξιώσεις της ενάγουσας διατάξεων για τη λήψη ετήσιας άδειας).

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ έκτος, στοιχείο Α, λόγος αναιρέσεως, όπου προβάλλονται οι πιο πάνω με αρ. 2 και 3 αιτιάσεις, αλλά και ο πρώτος, στοιχείο Α, λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ορθώς όμως από τον αρ. 19, συμπληρούμενος, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από τον Εισηγητή (αφού λόγω των αναφερομένων πιο πάνω με αρ. 1 ασαφειών και αντιφάσεων δεν δύναται να ερευνηθεί η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα τυχόν παράβαση των διατάξεων των Σ.Σ.Ε), είναι βάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο δεχόμενο ότι οι διάδικοι "με βάση την συμφωνία τους η ενάγουσα θα εργαζόταν έξι ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Σάββατο) με μειωμένο ωράριο" και ότι "Η εργασία της ενάγουσας διαρκούσε ολόκληρο το έτος....", επιδίκασε τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά που αντιστοιχούν σε αποδοχές όλων των Σαββάτων της επίδικης περιόδου με βάση τις ισχύουσες, κατά τις παραδοχές της σ.σ.ε.. Όμως, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας η εργασία και κατά την έκτη ημέρα (εν προκειμένω το Σάββατο) είναι άκυρη και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (αλλά εκείνες του αδικαιολογήτου πλουτισμού).

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, στοιχείο Β, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλει την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ως βασίμων, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 449/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ