Legislator Case Law & Legislation
1615/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance contribution claims, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 1615/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding inheritance contributions. The appellant argued the lower court failed to properly weigh conflicting evidence and lacked a legal basis for accepting the brother's wife's testimony over her own. The court ruled that the appeal was inadmissible because the alleged errors concerned the substantive evaluation and balancing of evidence, which falls within the discretion of the trial court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1895 and 1899 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: Appeals regarding the evaluation and weighing of evidence by the court of first instance are inadmissible if the reasoning is clear and consistent.

Keywords

AI generated
inheritance contribution Civil Code provisions evidence evaluation appeal inadmissibility legal basis requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 1895 of the Civil Code
Article 1899 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1615 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1615/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Μήτση.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Π. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Ασημακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2001 μη οριστική, 95/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά το άρθρο 1895 του ΑΚ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 88 του ν. 1329/1983, όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του εν λόγω νόμου, αφού οι συνεισενεκτέες παροχές για τις οποίες πρόκειται δόθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού: "Οι κατιόντες, κληρονομούντες εξ αδιαθέτου, υποχρεούνται κατά την διανομήν της κληρονομίας να συνεισφέρωσι προς αλλήλους: 1.

πάσαν παροχήν γενομένην προς αυτούς δια πράξεως εν ζωή υπό του κληρονομουμένου είτε δια συστάσεως προικός, είτε προς αποκατάστασιν ιδίου αυτών οίκου, είτε προς έναρξιν ή εξακολούθησιν επαγγέλματος εκτός αν ο κληρονομούμνενος κατά την παροχήν ώρισεν άλλως. 2. πάσαν δαπάνην γενομένην προς επαγγελματική μόρφωσιν του κατιόντος, εφόσον η δαπάνη αυτή υπερέβη το ανάλογον προς την περιουσιακήν κατάστασιν του κληρονομουμένου μέτρον, εκτός αν ούτος κατά την παροχήν ώρισεν άλλως, 3.

πάσαν προς αυτούς δωρεάν, εφόσον ο κληρονομούμενος διέταξε την συνεισφορά ή τον καταλογισμόν αυτής εις την κληρονομικήν αυτών μερίδα". Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες του άρθρου 1899 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι οι κατιόντες, κληρονομούντες εξ αδιαθέτου, υποχρεούνται, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη βούληση του διαθέτη, όπως κατά τη δίκη διανομής των κληρονομιαίων, αλλά και σε κάθε περίπτωση που είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί το κληρονομικό μερίδιο των κατιόντων, να συνεισφέρουν τις αναφερόμενες στην πρώτη από τις προαναφερθείσες διατάξεις παροχές, από τις οποίες οι μεν υπό στοιχεία 1 και 2 συνεισφέρονται εκτός αν ο κληρονομούμενος απέκλεισε την συνεισφορά τους και η άλλη, δηλαδή η δωρεά μόνον εφόσον ο κληρονομούμενος διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμό της στην κληρονομική μερίδα του δωρεοδόχου.

Γι` αυτό και ο κατιών που αξιώνει την, από τον συγκληρονόμο του κατιόντα, συνεισφορά των προς αυτόν γενομένων από τον κληρονομούμενο εν ζωή παροχών, είναι υποχρεωμένος να προσδιορίσει τις εν λόγω παροχές και προκειμένου περί δωρεάς να ισχυρισθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει ότι ο κληρονομούμενος διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμό αυτής στην κληρονομική μερίδα του δωρεοδόχου, ενώ επί των λοιπών παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 1895 ΑΚ στον υπόχρεο απόκειται, για να ματαιώσει τη συνεισφορά αυτών, να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι ο κληρονομούμενος κατά την παροχή απέκλεισε τη συνεισφορά της.

Εξάλλου, κατ' άρθρο 1899 εδ. β' ΑΚ για τον προσδιορισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στην κληρονομία, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έγινε η παροχή. Έτσι η αξία της προίκας που δόθηκε προς τον κατιόντα κληρονόμο και που ήταν συνεισενεκτέα κατά το ως άνω άρθρο 1895 ΑΚ, (όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το ν. 1329/83), θα υπολογισθεί στο χρόνο της σύστασής της.

Εάν όμως έκτοτε μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή διακύμανση πρέπει, κατά την καθιερούμενη από το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης, που διέπει οποιαδήποτε ενοχή και την άσκηση των απ' αυτήν πηγαζόντων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η αξία του χρόνου της παροχής να υπολογιστεί σε δραχμές της αυτής όμως πραγματικής αξίας την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

Η αξία δηλαδή του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την ως άνω αρχή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιο της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως του θανάτου του κληρονομουμένου και η μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση στο μεταξύ του τιμαρίθμου, όχι δε και η αξία του αντικειμένου της παροχής κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ο νόμος θέλησε να ληφθεί υπόψη μόνον η αξία κατά το χρόνο της παροχής.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 27-7-1985 απεβίωσε αδιάθετη, στην Κω, η μητέρα των διαδίκων Ε. σύζ. Γ. Π. και κατέλιπε πλησιέστερους και μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα δύο τέκνα της, ήτοι τον ενάγοντα και την εναγομένη και τον πατέρα τους Γ.

Π.. Η κληρονομηθείσα μητέρα των διαδίκων κατά το χρόνο του θανάτου της ήταν κυρία ενός αγρού έκτασης 3.083 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" του Δήμου Κω, με αριθμ. ΚΜ 985 γαιών Κω-Εξοχής, και συνορεύει ανατολικά με την ΚΜ 986, νότια με τις ΚΜ 984 και 980, δυτικά με ημιονική οδό και βόρεια με την ΚΜ 986, αξίας κατά το χρόνο του θανάτου της 1.500.000 δραχμών.

Με το με αριθμ. 8385/1969 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κω Στέφανου Κίτρινα, η μητέρα των διαδίκων συνέστησε υπέρ της εναγομένης προίκα αποτελούμενη από 1) εάν αγρό έκτασης 2.012 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" του Δήμου Κω, με αριθ. ΚΜ 985, ο οποίος μαζί με το κληρονομιαίο ακίνητο ήταν τμήματα μείζονος ακινήτου που κατατμήθηκε και 2) λιθόκτιστη πεπαλαιωμένη οικία στην ίδια ως άνω θέση με αριθμ ΚΜ 971 οικοδομών Κω, αξίας κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (κατά το έτος 1969), 100.000 και 20.000 δραχμών, αντίστοιχα.

Η εναγομένη ισχυρίστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η κληρονομουμένη κατά το χρόνο σύστασης της προίκας ρητά απέκλεισε τη συνεισφορά της στην κληρονομιαία περιουσία τόσο με σχετική αναφορά στο περί σύστασης της προίκας με αριθμ. …/1969 συμβόλαιο όσο και με προφορική της δήλωση προς την ίδια και τον ενάγοντα αδελφό της, ο οποίος μάλιστα συμφώνησε ώστε εκείνος να λάβει την περιουσία του πατέρα τους και να περιορισθεί στο μερίδιό του από την μητρική περιουσία.

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα η περιλαμβανόμενη στο προικοσυμβόλαιο αναφορά ότι η προικοδότις εγγυάται τα προικοδοτούμενα ελεύθερα παντός βάρους, χρέους, δουλείας, υποθήκης, προσημείωσης, κατάσχεσης, προικώου και κληρονομικού δικαίου, δεν έχει την έννοια ότι η προικοδότις απέκλεισε τη συνεισφορά, γεγονός που αν το επιθυμούσε θα το όριζε ρητά, αλλά ότι κατά το χρόνο της παροχής τα προικώα δε βαρύνονται με κληρονομικά δικαιώματα τρίτων.

Εξάλλου, από το γεγονός ότι οι με επιμέλεια της εναγομένης εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσαν ότι ο ενάγων έλαβε όλη την πατρική περιουσία από την οποία η εναγομένη ουδέν έλαβε, τούτο δε αποτελούσε είδος συμφωνίας που έγινε στην οικογένεια ώστε να μοιραστούν μ' αυτό τον τρόπο τα ακίνητα και ότι ο ενάγων με το με αριθμ.

…/1990 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κω Εμμανουήλ Φρουζάκη έλαβε από τον πατέρα του το 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αγρού έκτασης 5.520 τ.μ. στη θέση "…", το 1/3 εξ αδιαιρέτου μιας πεπαλαιωμένης οικίας με αριθμό ΚΜ 519 Οικοδομών Κω-Εξοχής και τα 2/8 ε αδιαιρέτου αγρού εκτάσεως 3.083 τ.μ. με αριθμ.

ΚΜ 985 (είναι το εξ αδιαθέτου μερίδιο του πατρός των διαδίκων από την μητρική κληρονομιά), ουδόλως αποδεικνύει και συμφωνία προφορικά καταρτισθείσα της κληρονομουμένης και της θυγατέρας της για αποκλεισμό συνεισφοράς των προικώων. Εξάλλου και οι άνω μάρτυρες δεν κατέθεσαν ότι η κληρονομουμένη δήλωσε ρητά κατά το χρόνο σύστασης της προίκας ότι η εναγομένη δεν υποχρεούται σε συνεισφορά.

Τουναντίον η με επιμέλεια του ενάγοντος εξετασθείσα μάρτυρας κατέθεσε με κατηγορηματικότητα ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε συμφωνία μεταξύ του συζύγου της (ενάγοντος), της εναγομένης και των γονέων τους σχετικά με τα κληρονομικά θέματα και δη ότι την μεν πατρική περιουσία θα λάβει ο ενάγων τη δε μητρική η εναγομένη.

Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η κληρονομουμένη απέκλεισε τη συνεισφορά της προίκας αυτή είναι συνεισενεκτέα. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι από το χρόνο της συνεισενεκτέας παροχής προς την εναγομένη και μέχρι του θανάτου της κληρονομουμένης επήλθε ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος. Έτσι πρέπει κατά το άρθρο 288 ΑΚ να γίνει αναγωγή της αξίας της παροχής κατά το χρόνο σύστασης της στο ισάξιο αυτής κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης.

Η αξία των προαναφερθέντων προικώων ακινήτων κατά την 18-4-1969, ήτοι κατά το χρόνο σύστασης της προίκας ανήρχετο σε 120.000 δραχμές. Η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά την 18-4-1969 (χρόνος συνεισενεκτέας παροχής) ανήρχετο σε 335 δραχμές και κατά την 27-7-1985 (χρόνος θανάτου της κληρονομουμένης) σε 9.900 δρχ. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) με βάση το έτος 1999 ίσον 100 ανέρχονταν το έτος 1969 σε 1,906 και το έτος 1985 σε 19,081.Έτσι η εκ δραχμών 120.000 δρχ αξία της προίκας, που έλαβε η εναγομένη, αντιστοιχεί κατά το χρόνο σύστασης της σε 358,208 χρυσές λίρες (120.000 δρχ: 335 δρχ που είναι η αξία της λίρας 1969=358,208 λίρες).

Λαμβανομένου υπόψη του ύψους του δείκτη τιμών καταναλωτή και δη της διαφοράς αυτού μεταξύ του χρόνου συστάσεως της προίκας (18-4-1969) και του χρόνου του θανάτου της κληρονομουμένης (27-7-1985) και βάσει τούτου της διαφοράς της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας κατά τους εν λόγω χρόνους, προκύπτει ότι κάθε λίρα του Απριλίου του 1969 είχε αγοραστική δύναμη μικρότερη και δη ίση προς 0,338 της αγοραστικής δύναμης του μηνός Ιουλίου του έτους 1985. (Η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας την 18-4-1969 ισούται με το λόγο της τιμής της λίρας σε δραχμές το 1969 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου έτους ήτοι 335:1,906=175,76 μονάδες.

Επίσης η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας την 27-7-1985 ισούται με το λόγο της τιμής της λίρας σε δραχμές το 1985 προς το Γενικό ΔΤΚ του ίδιου έτους ήτοι 9.900:19,081=518,84 μονάδες. Επομένως ο λόγος της αγοραστικής δύναμης της λίρας του έτους 1969 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του έτους 1985 ισούται με το συντελεστή 0,338 (175,76:518,84=0,338).

Βάσει της σχέσης αυτής οι 358,208 χρυσές λίρες του χρόνου της παροχής (1969) αντιστοιχούν σε 121,07 λίρες του χρόνου του θανάτου (1985) της κληρονομουμένης (358,208X0,338=121,07 λίρες), μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου (1985) προκύπτει ποσό δραχμών 1.198.593 (121,07X9.900=1.198.593 δραχμές).

Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί τη σε δραχμές κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης αξία της προίκας, την οποία υποχρεούται η εναγομένη να συνεισφέρει. Όπως συνομολογεί η εναγομένη η πραγματική αξία της κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας των διαδίκων κατά το χρόνο του θανάτου της (27-7-85) ανήρχετο σε 1.500.000.

Από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς θα αποχωριστεί το 1/4 το οποίο αποτελεί την εξ αδιαθέτου μερίδα του συζύγου της κληρονομουμένης, ήτοι το ποσό των 375.000 δρχ. (1.500.000X1/4=375.000) και επί των υπολοίπων 3/4, τα οποία περιέρχονται στους δύο κατιόντες (τέκνα) της αττοβιώσασας και αντιστοιχούν σε 1.125.000 δραχμές θα γίνει ο προαναφερθείς υπολογισμός για να εξευρεθεί η εξ αδιαθέτου μερίδα της εναγομένης.

Προστιθεμένου στο τελευταίο αυτό ποσό του παραπάνω προκύψαντος ποσού της συνεισενεκτέας προίκας εκ δραχμών 1.198.593 προκύπτει άθροισμα δραχμών 2.323.593 (1.125.000+1.198.593=2.323.593), το οποίο αποτελεί την πλασματική ομάδα της κληρονομίας. Το ποσό αυτό διαιρούμενο δια του αριθμού των τέκνων δίδει το ποσό των 1.161.796,5 δραχμών (2.323.593:2=1.161.796,5), το οποίο αποτελεί τη μερίδα εκάστου τέκνου.

Σύμφωνα, όμως, με τα παραπάνω η εν ζωή της κληρονομουμένης δοθείσα προς την εναγομένη προίκα είναι μεγαλύτερη του κληρονομικού της μεριδίου και, επομένως, η εναγομένη ουδέν δικαιούται από την κληρονομιαία περιουσία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ένδικη αγωγή με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν έχει κανένα δικαίωμα επί του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου είναι κατ'ουσίαν βάσιμη και, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας το Εφετείο ότι η αξία της επίδικης παροχής (προίκας) προς την εναγομένη έπρεπε να αναχθεί, με βάση την ως άνω αρχή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιό της κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης (μητέρας των διαδίκων), λαμβανομένων υπόψη της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως του θανάτου της κληρονομουμένης και της μεταξύ τους σύγκρισης, αλλά και της αύξησης στο μεταξύ του τιμαρίθμου, όχι όμως και της αξίας του αντικειμένου της παροχής κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσεις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1895 και 1899 ΑΚ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ειδικότερα για το λόγο ότι δεν ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας της επίδικης παροχής και η αξία των προικώων ακινήτων κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης είναι αβάσιμος.

Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου, επικαλούμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια (από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ψέγει το Εφετείο, διότι εφάρμοσε το ως άνω άρθρο 1895 ΑΚ, χωρίς να ερευνήσει αν οι επίδικες παροχές "υπερέβαιναν ό,τι θα ήταν σύμφωνο με την οικονομική κατάσταση της κληρονομουμένης".

Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1895 παρ.1 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, δεν απαιτεί για τη συνεισφορά των παροχών που έγιναν προς τους κατιόντες από τον κληρονομούμενο με σύσταση προίκας να υπερέβαιναν οι παροχές αυτές το ανάλογο προς την περιουσιακή κατάσταση του κληρονομουμένου μέτρο. 2.- Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το ν.2915/2001, τα οποία αν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται (ως πράγματα) οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης κ.λ.π., όχι δε και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις, αλυσιτελείς και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12/2004) και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Εξάλλου, ο ως άνω (από τον αριθ.10 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγος, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα ως αληθινά χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη τους. Δεν απαιτείται, ωστόσο, το δικαστήριο να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να αναφέρει καθένα από αυτά συγκεκριμένα και να τα αναλύει.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δέχτηκε, πράγματα χωρίς απόδειξη και χωρίς να διατάξει γι' αυτά απόδειξη και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι η αξία των ακινήτων που απετέλεσαν την προίκα της παρέμεινε η ίδια κατά το χρόνο παροχής και το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης μητέρας της και επιπλέον ότι η παροχή της μητέρας της προς αυτήν λόγω προίκας υπερέβαινε την οικονομική δυνατότητα αυτής (μητέρας).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν πράγματα, δηλαδή ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' εκτίμηση από τον αριθ.10 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν εκθέτει στην απόφασή του αφενός από ποια αποδεικτικά μέσα κατέληξε στην περί των πραγμάτων κρίση του και αφετέρου τι αποδείχθηκε από καθένα αποδεικτικό μέσο.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν αναφέρεται ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Εφετείο από την εκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων) που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος είναι απαράδεκτος, αφού, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναλύσει και να αξιολογήσει τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης. 3.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως θεώρησε αξιόπιστη τη μαρτυρία της μάρτυρος-συζύγου του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της, ότι είχε αποκλειστεί με τη σύσταση της προίκας η συνεισφορά της αν και από τα άλλα προσκομιζόμενα από αυτή αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνυόταν το ουσία βάσιμο αυτού.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 409 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμησή του. 4.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) ποιος ήταν ο ουσιώδης ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, β) ποια είναι η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το βάρος της απόδειξης και γ) ποιο είναι το θέμα της απόδειξης που έχει επιβάλει το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε ποιος ήταν ο ουσιώδης ισχυρισμός ως προς τον οποίο εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ούτε ποιο είναι το θέμα της απόδειξης που εσφαλμένα επέβαλε το δικαστήριο στην αναιρεσείουσα και δεν επέβαλε στον αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος. 5.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών και συγκεκριμένα, διότι αφενός "δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο θεώρησε αξιόπιστο το ένα αποδεικτικό μέσο και όχι της ίδιας αποδεικτικής αξίας το άλλο και αφετέρου με την παραδοχή, χωρίς περαιτέρω αιτιολογία, ότι ναι μεν αποδείχθηκε ότι όλη την πατρική περιουσία έλαβε ο αδελφός μου, χωρίς εγώ να πάρω τίποτα, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία μεταξύ των μελών της οικογένειάς μας, και αυτό διότι το κατέθεσε η σύζυγος του αδελφού μου, χωρίς αυτό να υποστηρίζεται από άλλα στοιχεία, θα έπρεπε τουλάχιστον η προσβαλλόμενη απόφαση να αιτιολογεί πως κατέληξε να θεωρεί τη μαρτυρία αυτή τόσο καθοριστική".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι με αυτόν αποδιδόμενες πλημμέλειες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος σχετικά με την υποχρέωση της συνεισφοράς της εναγομένης- αναιρεσείουσας, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διατυπώνεται σαφώς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-2-2008 αίτηση της Χ. συζ. Ι. Κ. για αναίρεση της 123/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατικής έδρας Κω).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ