Supreme Court partially allows appeal regarding inadmissible document production request in bankruptcy proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the Court of Appeal's decision, ruling that the lower court failed to address a specific request for document production. The appellant sought to compel the respondent to produce bank drafts or their stubs to prove a debt transfer, arguing these documents were necessary for evidence. The court found the request inadmissible because the appellant did not claim possession of the drafts and the stubs were not suitable for proving the transfer of the underlying debt instrument. Consequently, the appeal was allowed only regarding the failure to rule on the document production request, remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 450(2) and 451(1) of the Code of Civil Procedure; A party must produce documents in their possession, and the opposing party may request production if they demonstrate a legitimate interest, provided the document is clearly identified and relevant to proving a claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1615 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1615/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: ............, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαζανά, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..............., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Δημητρέλια, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 452/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4600/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιουλίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 635/1937, κατά την οποία "από της πρωίας της ημέρας της επ` ακροατηρίου δημοσιεύσεως της αποφάσεως της κηρυττούσης την πτώχευσιν, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας", σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 534 Ε.Ν., συνάγεται ότι από την ημέρα δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως, με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση, ο πτωχεύσας δεν νομιμοποιείται ούτε παθητικώς αλλά ούτε και ενεργητικώς σε δίκες που σχετίζονται προς την πτωχευτική περιουσία, εφεξής δε κάθε αγωγή και κάθε μέτρο εκτελέσεως εξακολουθεί ή επιχειρείται υπό ή κατά μόνον του συνδίκου.
Κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναλογικά εφαρμοζόμενη, σε περιπτώσεις κατεπείγουσας φύσεως, και όταν επίκειται κίνδυνος από την αναβολή, επιτρέπεται η λήψη από τον ίδιο τον πτωχό συντηρητικών μέτρων, όπως π.χ. η διακοπή παραγραφής, η κοινοποίηση αποφάσεως κλπ. Στο πλαίσιο αυτής της αναλογίας δικαίου, ο πτωχός μπορεί να ασκήσει αγωγή εφόσον υπάρχει κίνδυνος παραγραφής αξιώσεώς του και ο σύνδικος αδρανεί.
Όμως δεν νομιμοποιείται στην εκδίκασή της αλλά απαιτείται οπωσδήποτε προσεπίκληση του συνδίκου, ο οποίος υπό ιδία ευθύνη, θα κρίνει στα πλαίσια ασκήσεως των εξουσιών που προκύπτουν από το λειτούργημά του, αν πρέπει ή όχι να παρέμβει στη διαδικασία ώστε να αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου. Διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Εξάλλου, η κήρυξη της πτωχεύσεως δεν επάγεται ανικανότητα του πτωχεύσαντος προς δικαιοπραξία, ούτε ανικανότητα αυτού προς διεξαγωγή δικών, οι οποίες αναφέρονται στην μεταπτωχευτική περιουσία, δηλαδή στη μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως αποκτώμενη από τον πτωχεύσαντα περιουσία (άρθρο 2 παρ. 2 Α.Ν. 635/1937).
Έτσι, ο πτωχεύσας νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή για αποζημίωση εξαιτίας αδικοπραξίας η οποία έλαβε χώρα μετά το χρόνο της κηρύξεως της πτωχεύσεως και είχε ως αποτέλεσμα την ζημία του διότι η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στην μεταπτωχευτική περιουσία. Στην προκείμενη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αναιρεσείοντα 6.720.000 δρχ. [19.721 ευρώ] για αξιώσεις αποζημιώσεως, κατά μερική παραδοχή της αγωγής του.
Το Εφετείο δέχθηκε, όπως από την απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος από τις αναφερόμενες στην απόφαση, διαπραχθείσες σε βάρος του από την αναιρεσείουσα άδικες πράξεις και ποινικά αξιόλογες αδικοπραξίες της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, καθώς και της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, είχε ζημιωθεί κατά το άνω ποσό των 6.720.000 δρχ., που είχε επιδικαστεί και πρωτοδίκως, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 3058/13.11.97 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και ότι από το προαναφερόμενο ποσό των 6.720.000 δρχ., το μεν ποσό των 4.620.000 δρχ.
ανήκε στην πτωχευτική περιουσία διότι οι αδικοπρακτικές πράξεις, από τις οποίες απέρρεαν οι αξιώσεις αυτές είχαν τελεστεί στο χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 13.11.1997, δηλαδή πριν την πτώχευση, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 2.100.000 δρχ. αποτελούσε μεταπτωχευτική περιουσία του αναιρεσιβλήτου διότι συνιστούσε ζημία του για αδικοπρακτικές πράξεις που είχαν τελεστεί μετά την κήρυξη της πτώχευσης ήτοι από τις 13.11.1997 έως και την 1.4.1998.
Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί από τον αναιρεσίβλητο στις 28.11.2001, ότι ο σύνδικος αδρανούσε για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε την τετραετία και ότι ενόψει του ότι οι ανωτέρω αξιώσεις του αναιρεσίβλητου [των 4.620.000 δρχ.] που ανήκαν στην πτωχευτική περιουσία κινδύνευαν να παραγραφούν, ήδη δε μέρος των αγωγικών αξιώσεων ποσού 2.501.959 δρχ., χρονικώς προγενέστερων της κηρύξεως της πτωχεύσεως είχε λόγω της αδράνειας του συνδίκου υποπέσει στην από το άρθρο 937 ΑΚ προβλεπόμενη πενταετή παραγραφή, συνέτρεχε περίπτωση κατ' εξαίρεση νομιμοποίησής του στην άσκηση και την εκδίκασή της αγωγής αυτής.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, ότι δικαιολογείτο δικονομικώς η άσκηση και εκδίκαση της αγωγής από τον αναιρεσίβλητο και κατά το μέρος που αφορούσε την αξίωση αποζημιώσεως που ανήκε στην πτωχευτική περιουσία, ενώ έπρεπε να την κηρύξει κατά το μέρος της αυτό απαράδεκτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Επομένως ο πρώτος από την διάταξη αυτή λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται στις πριν από την κήρυξη της πτώχευσης αγωγικές αξιώσεις είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ κατά το μέρος που αναφέρεται στις μεταπτωχευτικές αγωγικές αξιώσεις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποσοτικά ή ποιοτικά αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή τη μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών. Για να είναι όμως ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται, εκτός άλλων, το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο ειδικότερα δεν ήταν πλήρης. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παράλειψη του Εφετείου να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη γιατί ο αναιρεσίβλητος "περιγράφει την αγωγή του ως αγωγή αδικοπραξίας και επικαλείται αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν εξηγεί στο ιστορικό τι ακριβώς ζητείται, παραθέτει σειρά αριθμών, χωρίς τέλος, πρόκειται για ένα συνονθύλευμα αοριστολογιών, ασαφειών και ανακριβειών" είναι, κατά προεκτέθεντα αόριστος, αφού δεν παρατίθεται ούτε το περιεχόμενο της αγωγής ούτε εξειδικεύονται οι ελλείψεις της,
ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή εφόσον γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με την έφεση και τις προτάσεις της στο εφετείο ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να προσκομίσει τα στελέχη ή το καρνέ των επικαλούμενων με την αγωγή του επιταγών, εκδόσεώς του, ποσού 2.000.000, 3.000.000 και 2.000.000 δρχ., άλλως τα σώματα των επιταγών αυτών, ως προς τις οποίες ισχυριζόταν με την αγωγή του ότι τις είχε παραδώσει σ' αυτήν [αναιρεσείουσα] προς εξασφάλιση ισόποσου δανείου που του είχε χορηγήσει.
Το αίτημα αυτό όπως υποβλήθηκε ήταν απαράδεκτο, αφού κατά το μέρος που αφορούσε την επίδειξη των ίδιων των επιταγών, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε ότι τις είχε επιστρέψει στον αναιρεσίβλητο, και συνεπώς τις κατείχε, κατά το μέρος δε που ζητείτο να επιδειχθούν τα "στελέχη ή καρνέ" των επιταγών", διότι τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν πρόσφορο μέσο αποδείξεως της μεταβίβασης του αξιογράφου της επιταγής.
Επομένως το Εφετείο το οποίο δεν απάντησε στο αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο οποίος κατ' ακολουθία είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' όσον αφορά το κεφάλαιο που προαναφέρθηκε, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 4600/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως ορίζεται ειδικότερα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ