Legislator Case Law & Legislation
1615/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming contradictory rulings in labor dispute wage difference decision.

Case Number 1615/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding unpaid wage differences. The appellant argued the lower court contained contradictory statements about the employee's working hours, yet the court found no actual contradiction in the operative part of the judgment. The court ruled that the appellate grounds were legally unfounded and procedurally inadmissible, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraphs 17 and 19 of the Code of Civil Procedure; Contradictory provisions must exist in the operative part to constitute an appeal ground under paragraph 17, while insufficient or contradictory reasoning falls under paragraph 19.

Keywords

AI generated
labor dispute wage differences working hours contradictory provisions appeal dismissal legal costs operative part

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 17 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 43, paragraph 2b of the Constitution
Article 22, paragraph 2 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
Decision 20/1980 of the Social Security Court of Thessaloniki
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1615 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1615/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Μπελίτση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3203/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3316/2004 προδικαστική και 897/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/6/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 31/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της, ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διδακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκώς ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί περιέχει στο αιτιολογικό της αντιφατικές διατάξεις και συγκεκριμένα ότι «ενώ έκανε δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη – ενάγουσα εργαζόταν κατά το χρονικό διάστημα από 13/10/1998 μέχρι 31/1/2001 από Δευτέρα έως Παρασκευή επί 8 ώρες ημερησίως από 7 – 13.00, εν τούτοις προσδιορίζει το ημερήσιο ωράριό της ως πεντάωρο».

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο διότι παρά την εκ πρώτης όψεως αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ως προς τις συγκεκριμένες ώρες εργασίας (από 7.00 έως 13.00 καθημερινώς) της αναιρεσίβλητης και της τοιαύτης καθημέραν συνολικής εργασίας της (οκτάωρο), από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης και δη των εν συνεχεία δεκτών γενομένων κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων σε αυτή διαφορών αποδοχών κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα με υπολογισμό για τον προσδιορισμό αυτών οκταώρου παροχής εργασίας καθ΄ ημέραν καθίσταται αναμφίβολον ότι το τελευταίο τούτο δέχεται η προσβαλλόμενη ως προς τα χρονικά όρια παροχής εργασίας καθ΄ ημέρας της αναιρεσίβλητης και ότι η φαινομένη άνω αντίφαση οφείλεται σε γραφική παραδρομή κατά την αναφορά των συγκεκριμένων ωρών.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 6 παρ. 2 και ii παρ. 2 του Ν. 1876/1990, οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, συνάπτονται δε μεταξύ πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από επάγγελμα ή ειδικότητα, σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις (και εκμεταλλεύσεις) και εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο στην τοπική έκταση ισχύος της κλαδικής σ.σ.ε..

Οι κλαδικές σ.σ.ε. δεσμεύουν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβαλλόμενων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αλλά, αν η κλαδική σ.σ.ε. κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Ολ.

ΑΠ 2/2002). Περαιτέρω, από τη διάταξη των άρθρων 3 παρ. 1β του ίδιου νόμου προκύπτει ότι οι κλαδικές σ.σ.ε. ρυθμίζουν του όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, ενώ οι ομοιοεπαγγελματικές σ.σ.ε.

ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως, στις οποίες απασχολούνται. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής : Ο εναγόμενος και τώρα αναιρεσείων ο οποίος διατηρεί στην περιοχή της ..., ένα κατάστημα οβελιστήριο – σνακ μπαρ, με το διακριτικό τίτλο «...», προσέλαβε την ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη στις 13/10/1998 ως καθαρίστρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

΄Εκτοτε, η τελευταία απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου, με την ειδικότητα αυτή, μέχρι τις 15/2/2003, οπότε και απολύθηκε. Εφόσον δε η ενάγουσα εκτελούσε έργα καθαρίστριας θα έπρεπε να είχε αμειφθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες ΣΣΕ, που έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές. Ειδικότερα, για τη Θεσσαλονίκη, υπάρχει σε ισχύ η υπ' αριθμ. 20/80 ΠΔΔΔ Θεσσαλονίκης "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας καθαριστών και καθαριστριών Ιδιωτικών επιχειρήσεων, σχολών κλπ Θεσσαλονίκης», η οποία κηρύχθηκε υποχρεω-τική με την υπ' αριθμ. 15567/81 ΥΑ και με την οποία ορίστηκαν οι όροι εργασίας και αμοιβής προσωπικού καθαριότητας των πάσης φύσεως ιδιωτικών επιχειρήσεων Θεσσαλονίκης.

Με την ως άνω ΔΑ ορίστηκε ότι η εργασία των καθαριστριών είναι 5,5 ώρες ημερησίως και ότι αυτές δικαιούνται το εκάστοτε ισχύον βασικό ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη, καθοριζόμενο από τη ΓΕΣΣΕ, προσαυξημένο κατά 10 δραχμές και αυξομειούμενο αναλόγως διά μείζονα ή ελάσσονα των ως άνω ωρών εργασία. Επ' αυτού προστίθεται επίδομα τριετιών 10%, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 12% και επίδομα γάμου 10%.

Με βάση τις παραδοχές αυτές αφού η ενάγουσα προσελήφθη και απασχολήθηκε ως καθαρίστρια στην επιχείρηση του εναγομένου πρέπει να αμειφθεί σύμφωνα με την παραπάνω διαιτητική απόφαση που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την προαναφερόμενη απόφαση του Υπουργού Εργασίας. Επομένως το Εφετείο που επιδίκασε στην αναιρεσείουσα – ενάγουσα διαφορές αποδοχών μεταξύ των δικαιουμένων με βάση την εν λόγω διαιτητική απόφαση και των κατωτέρω που της καταβλήθηκαν για το ένδικο χρονικό διάστημα από 13/10/1998 μέχρι 15/2/2003 δεν παραβίασε με την εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της κηρυχθείσης υποχρεωτικής διαιτητικής απόφασης, ούτε αυτές του άρθρου 43 παρ. 2β του Συντάγματος που θεσπίζουν την έκδοση, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, Υπουργικών αποφάσεων, προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα, όπως είναι η κήρυξη υποχρεωτικής της εξομοιούμενης με ΣΣΕ διαιτητικής απόφασης, ούτε εκείνες του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος που ορίζουν ότι με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας που συμπληρώνονται από ΣΣΕ συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και αν αυτές αποτύχουν με κανόνες που θέτει η διαιτητική απόφαση.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται οι προβλεπόμενες από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι, σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε την παραπάνω 20/1980 απόφαση του ΔΔΔΔ Θεσ/νίκης και τούτο γιατί σύμφωνα με την εν λόγω διαιτητική απόφαση οι νόμιμες αποδοχές της αναιρεσίβλητης – ενάγουσας αντιστοιχούν σε 6 ημέρες εργασίας εβδομαδιαίως, δεδομένου ότι το σύστημα της πενθήμερης εργασίας καθιερώθηκε αργότερα μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και έτσι προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό των δικαιουμένων διαφορών αποδοχών της κατά το ένδικο χρονικό διάστημα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη οι αιτηθείσες διαφορές αποδοχών όχι με βάση εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας, αλλά με βάση το προβλεπόμενο από την άνω Δ.Α. ημερήσιο ωράριο και για τον αριθμό ημερών που παρέσχε την εργασία της.

Επειδή, ο αναιρεσείων με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο χωρίς να έχει σχετική εξουσία και χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προέβη, κατόπιν αιτήσεώς του, σε διόρθωση της προγενέστερης 3316/2004 αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 9 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως μη προβαλλόμενος κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο (με το αναιρετήριο ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων), αλλά με τις προτάσεις, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/6/2005 αίτηση του ... για αναίρεση της 3316/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με τη 897/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ