Supreme Court dismisses appeal on debt collection case, upholding lower court judgment against appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant, a debtor, challenged the lower court's decision regarding debt collection and related costs. The court found no grounds for overturning the decision, noting that the appellate court had properly evaluated the evidence and legal arguments presented by both parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 182, 183, 189 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal for cassation when the Court of Appeal has correctly applied the law and evaluated the evidence without error, thereby upholding the final judgment against the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1614 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1614/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 14-3-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.
Των προσεπικληθέντων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αγ. Κωνσταντίνου αριθμ. 8), διατηρεί υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη (οδός ... αριθμ. 15) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της εκουσίως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", (Αριθμός ΓΕΜΗ ...) και ΑΦΜ: ..., που εδρεύει στο ... Αττικής (οδός ... και ...), δυνάμει της από 5/6/2020 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας (που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. .../10.6.2020 απόφαση της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ του Επιμελητηρίου που καταχωρήθηκε την 10/6/2020 στο ΓΕΜΗ με κωδικό αριθμό καταχώρισης ...), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της "...", με έδρα στην Ιρλανδία (..., Ιρλανδία, οδός ...) και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, εφεξής καλούμενη "..." στο πλαίσιο της μεταξύ της "..." και της "..." από 12.02.2021 Μεταβατικής Σύμβασης Διαχείρισης για την ανάθεση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις βάσει του νόμου 4354/2015 και της Πράξης Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος .../19.5.2017, αναφορικά με απαιτήσεις από καταναλωτικές πιστώσεις και δάνεια, συμπεριλαμβανομένων και πιστωτικών καρτών και τα σχετικά παρεπόμενα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων και τυχόν εγγυήσεων και άλλων ενοχικών και εμπράγματων εξασφαλίσεων για τα Δάνεια που απέκτησε η "...", η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., Τ.Κ. ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, δυνάμει της από 12.02.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. Α.Κ., και του άρθρου 61 του ν. 4548/2018, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κατσεύτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που, επιπλέον, με το από 20-1-2012 δικόγραφό του, προσεπικάλεσε στην ως άνω ανοιγείσα δίκη τους ήδη προσεπικληθέντες, η πρώτη εκ των οποίων άσκησε την από 6-3-2012 κύρια παρέμβασή της, τα οποία κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22252/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 409/2018, 410/2018, 411/2018 μη οριστικές, 857/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-2020 αίτησή του. Η εκουσίως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, κατέθεσε την από 2-1-2023 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της ήδη α' προσεπικληθείσας και κατά του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-6-20 (αρ. κατ. 174/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 857/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 π..., 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), παρά την απουσία των προσεπικληθέντων από τον πρώτο βαθμό: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "...
Α.Ε" και 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ)", που είχαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κλητευθεί για την αρχική δικάσιμο της 26/1/2022 (βλ. τις υπ'αριθμ. ... και .../26/10/2022 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ.
Κ.), κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε λόγω κήρυξης κατάστασης ειδικής κινητοποίησης πολιτικής προστασίας στη περιοχή Αττικής με την ΥΑ 14914/2022(ΦΕΚ 189 Β/25-1-2022), οπότε και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 25/2/2022 πράξη του Προέδρου του Γ πολιτικού τμήματος του Δικαστηρίου τούτου η προκείμενη δικάσιμος, της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων.
Προσέτι στη προκείμενη αναιρετική δίκη παραδεκτά, σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 81 του ΚΠολΔ, με δικόγραφο, που επιδόθηκε και στους δύο ως άνω απόντες προσεπικληθέντες (βλ. τις υπ'αριθμ. …/12-1-2023 και .../12-1-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στα Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης Χ. Π. και Ό. Ε. αντίστοιχα), άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης ως άνω προσεπικληθείσας η ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της "...", με έδρα στην Ιρλανδία βάσει του νόμου 4354/2015 και της Πράξης Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος .../19.5.2017, αναφορικά με απαιτήσεις από καταναλωτικές πιστώσεις και δάνεια, συμπεριλαμβανομένων και πιστωτικών καρτών και τα σχετικά παρεπόμενα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων και τυχόν εγγυήσεων και άλλων ενοχικών και εμπράγματων εξασφαλίσεων για τα Δάνεια που απέκτησε η "...", η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", δυνάμει της από 12.02.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. Α.Κ., και του άρθρου 61 του ν. 4548/2018.
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 13-9-2011 αγωγή στρεφόμενη κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε την αυτούσια διανομή των περιγραφόμενων επίκοινων ακινήτων τους, προσεπικαλώντας στη δίκη την μεν «...» ως προσημειούχο δανείστρια και το "ΙΚΑ" ως επισπεύδον αναγκαστική εκτέλεση με επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης δανειστή.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, συνεκδικάζοντας, κατά την τακτική διαδικασία, την αγωγή, τις προσεπικλήσεις και την κύρια παρέμβαση, που ασκήθηκε από την πρώτη των ως άνω προσεπικληθέντων «...», με την υπ' αριθ. 22252/2013 οριστική απόφασή του, απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως μη νόμιμη και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, διατάσσοντας την αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων (πλην ενός ως προς το οποίο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη) με απονέμηση.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησαν εφέσεις ο ενάγων, ο εναγόμενος και η κυρίως παρεμβαίνουσα, των οποίων η συζήτηση αρχικά κηρύχθηκε απαράδεκτη με τις υπ'αριθμ. 409, 410 και 411/2018 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια μετά τη συνεκδίκασή τους, με την προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτές και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή διαταχθείσης της αυτούσιας διανομής των επικοίνων με διαφορετικό τρόπο απονέμησης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Δεν θεμελιώνουν πραγματικό ισχυρισμό, που θα μπορούσε να ιδρύσει τον προκείμενο λόγο, πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα απλώς "ιστορικώς" ή "διηγηματικώς" (ΑΠ 362/2011, 904/2012, 1175/2015), χωρίς υποβολή αντίστοιχου αιτήματος, μη συνδεόμενα δηλαδή με έννομες συνέπειες (ΑΠ 571/1994, 1677/2008).
Στη προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του (εκτιμώμενο ως ένσταση επίσχεσης) τον προβληθέντα πρωτοδίκως, αλλά και κατ'έφεση πραγματικό ισχυρισμό του εναγόμενου αναιρεσείοντος περί της εκ μέρους του πραγματοποίησης δαπανών του αναφερόμενου συνολικού ύψους προς αξιοποίηση και εκμετάλλευση ως ξενώνων δύο εκ των επικοίνων ακινήτων.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό στα πλαίσια της ρητώς προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής (ΑΚ 281), την οποία και απέρριψε ως μη νόμιμη. Ο ίδιος ισχυρισμός δεν είχε συνδεθεί με άσκηση δικαιώματος επίσχεσης (ΑΚ 325), ήτοι με άρνηση εκπλήρωσης της παροχής εωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την δική του υποχρέωση, ούτε με αίτημα καταδίκης του οφειλέτη με σχετική ταυτόχρονη εκπλήρωση (ΑΚ 329).
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος επίσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, περί μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του εν λόγω ισχυρισμού στα πλαίσια της προβληθείσας από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής κατ'άρθρο 281 του ΑΚ, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, από την προσβαλλομένη σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων και τον ισχυρισμό αυτό έκρινε την ένσταση αυτή απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως εξάλλου δέχεται και ο αναιρεσείων, υποστηρίζοντας ωστόσο αντιφατικώς με τον πρώτο λόγο, ότι αν και ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη προς επιστήριξη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης, δεν λήφθηκε υπόψη για την επιστήριξη ένστασης επίσχεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 π...
του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή, ανακοπή κ.λ.π απορρίφθηκε ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011).
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη "χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου ανθρώπου".
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, δεν αρκεί, κατ'αρχήν, μόνη, η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του. ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε, κατ' ανάγκην, από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς, η συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υποχρέου, εφόσον, όμως, αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 8/2001, 1/1997, ΑΠ 207/2014).
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αναφέρεται, αδιακρίτως, σε όλα τα δικαιώματα που πηγάζουν από το ουσιαστικό δίκαιο και συνεπώς, καταλαμβάνει και το κατ' άρθρ. 1113 και 795 ΑΚ δικαίωμα του συγκυρίου να απαιτήσει, οποτεδήποτε, τη λύση της κοινωνίας (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 581/2018, 473/2004, 13/2004), ακόμη και όταν αυτή υπήρξε αποτέλεσμα κληρονομικής διαδοχής.
Για την απόκρουση, όμως, της αγωγής διανομής, ως καταχρηστικής, με βάση τη διάταξη αυτή, απαιτείται η συνδρομή περιστατικών, βάσει των οποίων θα κριθεί η συμπεριφορά του ενάγοντος, που προηγήθηκε της άσκησης της αγωγής και η πραγματική κατάσταση που δημουργήθηκε, η οποία δεν δικαιολογεί την άσκηση του προς λύση της κοινωνίας δικαιώματος, διότι υπερβαίνει τα όρια που τάσσει η εν λόγω διάταξη, περίπτωση η οποία υπάρχει, όταν προκαλείται, λόγω της συμπεριφοράς και της κατάστασης αυτής, η έντονη εντύπωση αδικίας, συγκριτικά με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος προς λύση της κοινωνίας (ΑΠ 473/2001, 1361/1996).
Περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προς λύση της κοινωνίας δεν συντρέχει, όταν η λύση της κοινωνίας δεν εξυπηρετεί έναν από τους κοινωνούς ή προσκρούει στα συμφέροντά του (ΑΠ 1188/2010, 131/2004, 1034/2002) ή, ακόμη, όταν η λύση της κοινωνίας θα έχει ως επακόλουθο, ο ένας από τους κοινωνούς να μείνει χωρίς στέγη (ΑΠ 219/1999), ούτε όταν υφίσταται μεγάλη και προφανής δυσαναλογία μεταξύ της μικρής ωφέλειας που θα αποκομίσει ο ενάγων και της μεγάλης οικονομικής ζημίας που Θα υποστεί ο εναγόμενος (ΑΠ 581/2018), ενώ τα έξοδα για τη συντήρηση του κοινού ακινήτου θεμελιώνουν, απλώς, τη γένεση αξιώσεων από την κοινωνία και δεν εμποδίζουν, κατά τα λοιπά, τη διανομή.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς με την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εκ της ΑΚ 281 τα εξής: "ο εναγόμενος, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι, το πρώτο από τα αναφερόμενα στην αγωγή, διανεμητέα ακίνητα και συγκεκριμένα, η διατηρητέα διώροφη οικία στην ..., αποτελούμενη από ισόγειο, εμβαδού 177,50 τ,μ, και πρώτο όροφο, εμβαδού 190,97 τ,μ, αποτελεί την πατρική οικία αυτού και του ενάγοντος, την οποία αυτοί, κατά το έτος 1997 και κατόπιν δικής του προτροπής, αποφάσισαν, ως αρχιτέκτονες μηχανικοί, να ανακαινίσουν και να τη μετατρέπουν σε παραδοσιακό ξενώνα, με επιδότηση, κατά 60%, από το πρόγραμμα "LEADER II" και κάλυψη της υπόλοιπης δαπάνης εξ ιδίων μέσων, κατ' ισομοιρία, τον οποίο (ξενώνα), μετά την αποπεράτωσή του, θα εκμεταλλευόταν, από κοινού με τον αντίδικο αδελφό του.
Ωστόσο, για τυπικούς λόγους (απλοποίηση γραφειοκρατικών διαδικασιών για τη σύνταξη των πιστοποιήσεων στο ως άνω πρόγραμμα), αποφάσισαν να εμφανίζεται, ως "επενδυτής", ο ενάγων αδελφός του και ως "κατασκευαστής", ο ίδιος, ο οποίος είχε, ήδη, πολύ μεγάλη εμπειρία, ως κατασκευαστής και μελετητής αναστηλωτικών έργων, και μάλιστα, λόγω της μεγάλης οικονομικής του επιφάνειας, συμφώνησαν να καταβάλει ο ίδιος όλες τις δαπάνες, ήτοι και για λογαριασμό του ενάγοντας αδελφού του, υπό μορφή δανείου προς αυτόν.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, για την αποκατάσταση και μετατροπή της πατρικής οικίας σε ξενώνα, δαπάνησε τα λεπτομερώς αναφερόμενα ποσά, συνολικού ύψους 437.213,20 ευρώ, πλέον ποσού 154.841,10 ευρώ, που δαπάνησε για τον εξοπλισμό και τη διακόσμησή του, κατέβαλε δε και προσωπική εργασία, επιβλέποντας, συνεχώς, το έργο, ενώ ο ενάγων εισέπραξε τα αναφερόμενα ποσά της επιδότησης, τα οποία διαχειρίστηκε κατά βούληση, χωρίς να του αποδώσει λογαριασμό και χωρίς να του καταβάλει κανένα ποσό.
Ότι, ακολούθως, προέβησαν, από κοινού με τον ενάγοντα, στην αγορά της όμορης παραδοσιακής διώροφης οικίας με υπόγειο ("Οικία ..." - δεύτερο των διανεμητέων ακινήτων), προκειμένου να τη διαμορφώσουν, επίσης, σε ξενώνα, με επιδότηση από τα Ολοκληρωμένα λ Προγράμματα Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου (Ο.Π.Α.Α.Χ.), κατέβαλε δε ο ίδιος, ως μεγαλύτερος και οικονομικά εύρωστος αδελφός, υπό μορφή και πάλι δανείου, προς τον ενάγοντα, τόσο το μερίδιό του από το τίμημα αγοράς του ακινήτου, όσο και την επιπλέον της επιδότησης δαπάνη αποκατάστασης, ενώ ο ενάγων διαχειρίστηκε και πάλι, κατά βούληση, τα ποσά της επιδότησης, χωρίς να αποδώσει λογαριασμό ούτε να καταβάλει κάποιο ποσό στον ίδιο, ο οποίος επιβαρύνθηκε, επιπλέον και με την επίβλεψη ολοκλήρου του έργου.
Ότι, στη συνέχεια, αυτοί λειτούργησαν από κοινού τα δύο ως άνω παραδοσιακά καταλύματα, με τη μορφή της αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο τον ενάγοντα και αφανή τον ίδιο, ο οποίος, όμως, είχε την αποκλειστική ευθύνη της διαχείρισής τους, κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, πλην των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου, καταβάλλοντας και όλα τα έξοδα (μισθούς προσωπικού, ασφαλιστικές εισφορές, προμηθευτές και λοιπά λειτουργικά έξοδα), ενώ ο ενάγων τα επισκεπτόταν, μόνο, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για να αναλάβει εισπράξεις.
Επίσης, ισχυρίστηκε ότι απομακρύνθηκε από τη διαχείριση των εν λόγω ξενώνων, μόνο το μήνα Οκτώβριο του έτους 2006, λόγω σοβαρότατου τραυματισμού του, σε τροχαίο ατύχημα, οπότε τη διαχείριση ανέλαβε ο ενάγων, μέχρι το μήνα Οκτώβριο του έτους 2008, που επέστρεψε, ήδη, όμως, είχαν ξεκινήσει οι μεταξύ τους προστριβές, λόγω της απροθυμίας του ενάγοντος να τακτοποιήσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του, απέναντι του, για τις οποίες εκκρεμούν, ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, οι αναφερόμενες αγωγές του κατά του ενάγοντος.
Ότι οι προστριβές αυτές, εντάθηκαν το καλοκαίρι του έτους 2010, ο ίδιος δε, με την από 9-7-2010 εξώδικη δήλωσή του. πρότεινε στον ενάγοντα να επιλύσουν, οριστικά, τις μεταξύ τους διαφορές άλλως, να αναλάβει αυτός (εναγών), από 1-8-2010, την αποκλειστική διαχείριση των ξενώνων, αναλαμβάνοντας και τις προς τρίτους υποχρεώσεις, ενώ, από το μήνα Αύγουστο του 2010, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη διαχείριση, ο δε ενάγων, προκειμένου να τον αποξενώσει οριστικά, προέβη σε αλλαγή των κλειδαριών, στις 30-9-2010.
Με την επίκληση των ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι η αξίωση του ενάγοντος, (α) για λύση της μεταξύ τους κοινωνίας, καθόσον αφορά τα δύο ανωτέρω ακίνητα, με αυτούσια διανομή και (β) για την επιδίκασή τους στον ίδιο, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, λαμβανομένων, επιπροσθέτως, υπόψη, του σκοπού του ενάγοντας, να τον αποξενώσει από την πατρική του οικία, με την οποία τον συνδέουν οι αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, της μεγάλης αχαριστίας που αυτός επέδειξε προς τον ίδιο (εναγόμενο), καθώς και της ύπαρξης δυνατότητας συνεκμετάλλευσης των ξενώνων, έστω και με κανονισμό της διοίκησής τους από το Δικαστήριο ή με το διορισμό διαχειριστή.
Ζήτησε δε, την απόρριψη της αγωγής, καθόσον αφορά τα δύο αυτά ακίνητα, άλλως, τη λύση της κοινωνίας, με αυτούσια διανομή των κοινών, ώστε να λάβει τα αναφερόμενα στις προτάσεις του ακίνητα, μεταξύ των οποίων και την πατρική οικία. Με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, ο ως άνω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή του περιστατικά, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν υπερβαίνουν τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ όρια.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η λύση της κοινωνίας, επειδή ο εναγόμενος, κατόπιν συμφωνίας με το συγκύριο αδελφό του, εισέφερε την προσωπική εργασία και εμπειρία του στην ανακαίνιση των ακινήτων αυτών, ούτε μπορεί να ληφθεί υπόψη και να αξιολογηθεί η αχαριστία του ενάγοντος προς τον εναγόμενο αδελφό του.
Εξάλλου, η δικαστική διανομή της πατρικής οικίας, με την οποία ο εναγόμενος συνδέεται συναισθηματικούς, δεν προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας, δεδομένου ότι, όπως και ο ίδιος επικαλείται, οι όποιες προσπάθειες συνεννόησής του, με το συγκύριο, αδελφό του, απέβησαν άκαρπες. Τέλος, οι οικονομικές διαφορές που έχουν προκύψει μεταξύ των διαδίκων, από την κατασκευή και εκμετάλλευση των επιδίκων ξενώνων, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην προκειμένη υπόθεση, αλλά θα κριθούν στο πλαίσιο των αγωγών που, ήδη, εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του εναγόμενου, απορρίπτοντας εντεύθεν ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Κατά το τρόπο αυτό το Εφετείο δεν παρεβίασε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της, αφού τα ως άνω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, επικαλούμενα από τον εναγόμενο πραγματικά περιστατικά, και ειδικότερα η εισφορά προσωπικής εργασίας και πραγματοποίηση δαπανών (υπό μορφή δανείου κατά το αντιστοιχούν στον ενάγοντα μέρος) προς αξιοποίηση και εκμετάλλευση ως ξενώνων δύο εκ των επίκοινων ακινήτων αφενός, και αφετέρου ο συναισθηματικός σύνδεσμός του με την επίσης επίκοινη πατρική οικία δεν προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας συγκριτικά με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος προς λύση της κοινωνίας, ώστε να στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της ΑΚ 281, όπως αυτή αναλύθηκε παραπάνω.
Κατά συνέπεια ο σχετικός δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Προσέτι απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται ο λόγος αυτός και κατά το τρίτο σκέλος του εκ της περ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση της ΑΚ 281, που κατά τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται εφόσον η ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, χωρίς το δικαστήριο να προχωρήσει σε κρίση επί της ουσίας.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 799 ΑΚ αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Κατά δε το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών.
Εξάλλου: α) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 480 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν τα διανεμητέα αντικείμενα είναι, περισσότερα και η αυτούσια διανομή όλων ή μερικών από αυτά είναι αδύνατη ή ασύμφορη, είναι όμως δυνατή η κατανομή τους σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή με τον τρόπο αυτόν, β) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 486 ΚΠολΔ, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση ..., κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση στους συγκυρίους ή σε ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους, γ) Κατά το άρθρο 481 εδαφ. 2 του ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών.
Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 480 και 486 ΚΠολΔ επιτράπηκε, υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, ήτοι χωρίς κλήρωση, με απευθείας επιδίκαση στους συγκύριους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά το λόγο των μερίδων τους. Περαιτέρω ο τρόπος λύσης (με αυτούσια διανομή ή με πώληση σε πλειστηριασμό) εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου και η κρίση για το αδύνατο ή ασύμφορο της αυτούσιας διανομής (ή αντίθετα για την δυνατότητα τέτοιας διανομής) είναι κρίση περί τα πράγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1895/09).
Ωστόσο σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του.
Εν όψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το τρόπο λύσης και για το αδύνατο ή ασύμφορο της αυτούσιας διανομής (ή αντίθετα για την δυνατότητα τέτοιας διανομής), πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Οι διάδικοι της κύριας αγωγής και ήδη εκκαλούντες- εφεσίβλητοι, Δ. και Β. Α., είναι συγκύριοι, όπως συνομολογούν, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των εξής ακινήτων: 1) Μιας διώροφης οικίας, αποτελούμενης από ισόγειο, εμβαδού 177,50 τ.μ.
και πρώτο όροφο, εμβαδού 190,97 τ.μ., κτισμένης σε οικόπεδο έκτασης 223 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." και ήδη, πλατεία ..., στην ... Ν. Χαλκιδικής, το οπαίο συνορεύει γύρω, κατά τον τίτλο κτήσης, με πλατεία, με κοινόχρηστο χώρο και πέραν αυτού, με επαρχιακή οδό ...-... και με ιδιοκτησίες αγνώστων και περιήλθε σ' αυτούς, από κληρονομιά των γονέων τους. 2) Μιας διώροφης οικίας με υπόγειο, αποτελούμενης από υπόγειο αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 81 τ.μ., υπερυψωμένο ισόγειο, εμβαδού 81 τ.μ.
και πρώτο όροφο, εμβαδού 81 τ.μ., η οποία έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εμβαδού 163,93 τ.μ., που βρίσκεται επί της παρόδου της οδού ... και πλησίον της πλατείας ..., στην ... Ν. Χαλκιδικής και συνορεύει, νοτίως, με την πάροδο της οδού ..., ανατολικώς. με ιδιοκτησίες Λ. και Κ., βορείως, με την προαναφερόμενη οικία, συνιδιοκτησίας των διαδίκων και δυτικώς, με ιδιοκτησία Κ.
και με την πάροδο της οδού .... 3) Ενός διαμερίσματος εμβαδού 99,40 τ.μ. μικτών και 89,46 τ.μ. καθαρών, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 1, του 4ου κυρίου ορόφου της επί της οδού ... αρ. ... (άλλοτε Φιλίππου αρ. ...) οικοδομής, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, το οποίο αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, μαγειρείο και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής 4,76%. 4) Μιας δασικής έκτασης, εμβαδού 2.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ''..." της περιφέρειας ...ς και συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης, βορείως, με Εθνική Οδό ...-Θεσσαλονίκης, ανατολικώς, με καστανοτεμάχιο Σ..
Χ., δυτικώς, με καστανοτεμάχιο των ιδίων και νοτίως, με καστανοτεμάχιο Δ. Τ. 5) Μιάς δασικής έκτασης, εμβαδού 2.885 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια θέση ("...") της περιφέρειας ... και συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης, βορείως, με Εθνική Οδό ...-Θεσσαλονίκης, νοτίως, με καστανοτεμάχιο Δ. Τ., ανατολικώς, με το ανωτέρω καστανοτεμάχιο των ιδίων και δυτικώς, με καστανοτεμάχιο Α..
Ζ.. 6) Ενός κληροτεμαχίου, υπ' αριθμ. …, του αγροκτήματος ... της περιοχής ... ... Ν. Χαλκιδικής, στη θέση "...", εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης, 2.250 τ.μ. και κατά τη μέτρηση του κτηματολογίου, 2.215 τ.μ., το οποίο συνορεύει, βορειοανατολικώς με το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, νοτιοανατολικώς με δημόσια δασική έκταση, νοτιοδυτικώς, με το υπ' αριθμ. ...
κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Α. Σ. και με το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Α. Μ. και βορειοδυτικώς, με την παλαιό επαρχιακή οδό και με το όριο απαλλοτρίωσης της νέας δημόσιας οδού ... (οδικό κύκλωμα Σιθωνίας), 7) Ενός κληροτεμαχίου. υπ' αριθμ. .... που βρίσκεται στην αμέσως ανωτέρω· περιοχή, εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης 2.340 τ.μ.
και κατά τη μέτρηση του κτηματολογίου 2.390 τ.μ,, το οποίο συνορεύει, βορειοδυτικώς, με παλαιά επαρχιακή οδό ... και με ιδιοκτησία της Μονής Κασταμανίτου, βορειοανατολικώς, με το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Γ. Π., νοτίως, με δημόσια δασική έκταση και νοτιοδυτικός, με τα υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας των ιδίων και 8) Ενός αυτοτελούς οικοπέδου, εμβαδού 176,90 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου ...ς και συνορεύει, γύρω, κατά τον τίτλο κτήσης, με δημοτική οδό και με ιδιοκτησίες Α.
Κ. και Μ.. Το υπ' αριθμ. 1 ακίνητο, που αποτελούσε την πατρική οικία των διαδίκων, βρίσκεται σε προνομιακή θέση, στην πλατεία ... της ... Χαλκιδικής, απέναντι από τη ..., χαρακτηρίστηκε δε, διατηρητέα, με την υπ' αριθμ. 2279/25-5-1995 απόφαση του Υπουργού Μακεδονίας-Θράκης, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 419/19- 6-1995. Το εν λόγω κτίσμα ανακαινίστηκε από τους συγκύριους, οι οποίοι είναι αρχιτέκτονες μηχανικοί, μεταξύ των ετών 1998 και 2000, με επιδότηση, κατά ποσοστό 60%, από το Κοινοτικό Πρόγραμμα "LEADER ΙΙ" και μετατράπηκε σε παραδοσιακό κατάλυμα-ξενώνα, τον οποίο αυτοί εκμεταλλεύονταν, από κοινού, με τη μορφή αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο τον ενάγοντα και αφανή τον εναγόμενο, μέχρι το μήνα Αύγουστο 2010, οπότε ο εναγόμενος αποχώρησε, όπως και ο ίδιος εκθέτει, λόγω των προστριβών και της έλλειψης συνεννόησης μεταξύ τους, έκτοτε δε, ο ξενώνας λειτουργεί υπό τη διαχείριση του ενάγοντος.
Η αξία του ακινήτου αυτού, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού ληφθεί υπόψη, η θέση αυτού, το εμβαδό του, η εξαιρετική αρχιτεκτονική του, καθώς και η πρόσφατη και ιδιαιτέρως επιμελημένη, ανακαίνισή του, ανέρχεται στο ποσό των 600.000,00 ευρώ, βαρύνεται δε, αυτό, με προσημείωση υποθήκης, που έχει εγγράφει επί του ιδανικού μεριδίου του εναγομένου, στις 2-8-2012, υπέρ της "...", για ποσό 59.320,00 ευρώ.
Το υπ' αριθμ. 2, ακίνητο, ήτοι, η "Οικία ...", είναι κτισμένη με πέτρα, το έτος 1924 και χαρακτηρίστηκε παραδοσιακή, με την υπ' αριθμ. .../.../...-...-2001 πράξη της ΕΠΑΕ του Τμήματος Πολεοδομιών Εφαρμογών Αρναίας, είναι δε, όμορη της πρώτης και βρίσκεται, επίσης, σε πολύ καλή θέση, πλησίον της ίδιας πλατείας. Το εν λόγω κτίσμα ανακαινίστηκε από τους διαδίκους-συγκυρίους, μεταξύ των ετών 2005- 2006, με κάλυψη μέρους της δαπάνης από τα Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου (Ο.Π.Α.Α.Χ.), ως επέκταση ταυ υπ' αριθμ. 1 κτίσματος και μετατράπηκε, επίσης, σε παραδοσιακό κατάλυμα, το οποίο συνεκμεταλλεύονταν οι συγκύριοι, μαζί με το υπ' αριθμ. 1 κτίσμα.
Η αξία του ακινήτου αυτού, αφού ληφθεί υπόψη, η θέση του και το εμβαδό του, επιπροσθέτως δε, η εξαιρετική αρχιτεκτονική του, καθώς και η πρόσφατη και ιδιαιτέρως επιμελημένη, ανακαίνισή του, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 410.000,00 ευρώ. Επί του ιδανικού μεριδίου του εναγομένου σ' αυτή, έχουν εγγράφει δύο προσημειώσεις υποθήκης, υπέρ της "...", η μεν πρώτη, στις 12-12-2011, ποσού 36.127,20 ευρώ, η δε δεύτερη, στις 2-8-2012, ποσού 59.320,00 ευρώ.
Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, προσδιόρισε την αξία των ανωτέρω ακινήτων στα ίδια ως άνω ποσά, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του ενάγοντος, με τους οποίους αυτός υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω, η αξία του υπ' αριθμ. 3 ακινήτου, ήτοι, του διαμερίσματος που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ... ..., ανέρχεται, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους-συγκυρίους, στο ποσό των 140.000,00 ευρώ. Το εν λόγω διαμέρισμα ανακαινίστηκε από τον εναγόμενο, με δαπάνες του, το Φεβρουάριο του έτους 2011, έκτοτε δε, το χρησιμοποιεί ο ίδιος, ως κύρια κατοικία του.
Επί του ιδανικού μεριδίου του τελευταίου σ' αυτό, έχει εγγραφεί, στις 11-9-2009, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, η ανωτέρω αναφερόμενη προσημείωση υποθήκης, ποσού 100.000,00 ευρώ, υπέρ της κυρίως παρεμβαίνουσας τράπεζας Επίσης, το προσεπικληθέν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΙΚΑ), του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ο "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ) επέβαλε, επί του ίδιου ιδανικού μεριδίου, αναγκαστική κατάσχεση, για ποσό 20.172,87 ευρώ, που έχει εγγραφεί, στις 28-12-2010, στα βιβλία κατασχέσεων του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, Τα υπ' αριθμ. 4 και 5 ακίνητα, είναι δασικές εκτάσεις (καστανεώνες) αξίας, κυρίως λόγω της θέσης τους, επί της Ε.Ο ...- Θεσσαλονίκης, 20.000,00 ευρώ, το πρώτο και 30.000,00 ευρώ, το δεύτερο.
Το ιδανικό μερίδιο του εναγόμενου, σ' αυτά, βαρύνεται με δύο προσημειώσεις υποθήκης, υπέρ της "...", που έχουν εγγραφεί, η μεν πρώτη στις 12-12- 2011, ποσού 36.127,20 ευρώ, η δε δεύτερη, στις 2-8-2012, ποσού 59.320,00 ευρώ. Τα υπ' αριθμ. 6 και 7 ακίνητα, ήτοι, τα υπ' αριθμ. … και ... κληροτεμάχια, που βρίσκονται στον ... Ν. Χαλκιδικής, είναι, επίσης, όμορα και βρίσκονται επί τής παλαιάς επαρχιακής οδού, στο όριο απαλλοτρίωσης της νέας δημόσιας οδού ...
Τα εν λόγω κληροτεμάχια έχουν, σχεδόν, το ίδιο εμβαδό (2.215 τ.μ. το πρώτο και 2.390 τ.μ. το δεύτερο), πλην όμως, το δεύτερο, παρά το γεγονός ότι είναι λίγο μεγαλύτερο, έχει μικρότερη πρόσοψη στην οδό και για το λόγο αυτό, "κτίζει" πολύ λιγότερο τετραγωνικά μέτρα. Συγκεκριμένα, στο υπ' αριθμ, ... κληροτεμάχιο, μπορεί να ανεγερθεί συγκρότημα τεσσάρων διωρόφων κατοικιών, με (συνολικό) εμβαδό υπογείου 136,30 τ.μ., ισογείου 121,64 τ.μ.
και ορόφου 77,82 τ.μ., ενώ στο υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, μπορεί να κτισθεί συγκρότημα, μόλις δύο, διωρόφων κατοικιών, με (συνολικό) εμβαδό υπογείου 59,99 τ.μ., ισογείου 59.99 τ.μ. και ορόφου 38,08 τ.μ.. Ενόψει τούτων, η αξία του μεν ... κληροτεμαχίου, ανέρχεται σε 480.000,00 ευρώ, του δε ... κληροτεμαχίου, σε 370.000,00 ευρώ, όπως δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, η σχετική κρίση της οποίας, δεν βάλλεται, με τις κρινόμενες εφέσεις.
Τέλος, η αξία του υπ' αριθμ. 8 ακινήτου, ήτοι, του οικοπέδου που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της ..., ανέρχεται στο ποσό των 90.000,00 ευρώ, ενώ επί του ιδανικού μεριδίου του εναγομένου, στο εν λόγω οικόπεδο, έχει εγγραφεί, στις 2-8-2012, προσημείωση υποθήκης υπέρ της "...", για ποσό 59.320,00 ευρώ.
Επομένως, η συνολική αξία των διανεμητέων ακινήτων ανέρχεται σε (600.000,00 + 410.000,00 + 140.000,00 + 20.000,00 + 30.000,00 + 450.000,00 + 370.000,00 + 90.000,00 =) 2.140.000,00 ευρώ. Η αυτούσια διανομή καθενός από τα επίκοινα ακίνητα, σε μέρη ανάλογα με τη μερίδα κάθε συγκυρίου, είναι προδήλως αδύνατη και ασύμφορη, διότι τούτο θα επιφέρει ουσιώδη μείωση της αξίας τους.
Ειδικότερα, καθόσον αφορά τα υπ' αριθμ. 1 και 2 κτίσματα, που λειτουργούν ως ξενώνες, η αυτούσια διανομή καθενός από αυτά, με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων, όπως ζήτησε ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες προτάσεις του, είναι προφανώς ασύμφορη, διότι, για τον εν λόγω διαχωρισμό και τη διαμόρφωσή τους σε αυτοτελείς και διηρημένες ιδιοκτησίες, απαιτείται σημαντική δαπάνη.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), έκρινε προδήλως αδύνατη και ασύμφορη την αυτούσια διανομή καθενός από τα επίκοινα ακίνητα, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της έφεσης του εναγομένου, πρέπει ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ωστόσο, είναι δυνατή και συμφέρουσα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η αυτούσια διανομή των επικοίνων, χωρίς μείωση της αξίας τους, με το σχηματισμό δύο μερίδων, ανάλογα με την αξία της μερίδας των συγκυριών, η οποία ανέρχεται σε (2.140.000,00 X 1/2 =) 1.070.000,00 ευρώ, για τον καθένα. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι, η αυτούσια διανομή των επικοίνων, με τη συμπερίληψη καθενός από τα δύο πρώτα ακίνητα, σε διαφορετική μερίδα, είναι προφανώς ασύμφορη, δεδομένου ότι τα ακίνητα αυτά έχουν διαμορφωθεί για τη λειτουργία ξενώνων, οι οποίοι λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους, με συνέπεια, ο χωρισμός αυτών, να επιφέρει σημαντική μείωση της αξίας τους, αφού, για να λειτουργήσουν ως αυτοτελείς ξενώνες ή για να μετατραπούν σε κατοικίες, θα απαιτηθούν επιπρόσθετες, σημαντικές δαπάνες.
Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ο ενάγων ασχολείται με την εκμετάλλευση των ανωτέρω ξενώνων, από το μήνα Αύγουστο του έτους 2010, καθώς και ότι ο εναγόμενος, ήδη, από τις αρχές του έτους 2011, προέβη, με δαπάνες του, στην ανακαίνιση του υπ' αριθμ. 3 ακινήτου (διαμερίσματος στη Θεσσαλονίκη), το οποίο χρησιμοποιεί, έκτοτε, ως κύρια κατοικία του.
Ενόψει τούτων, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ο πλέον συμφέρων, για τους συγκυρίους, τρόπος διανομής, είναι η αυτούσια διανομή των επικοίνων, όχι, όμως, με κλήρωση, διότι αυτή θα ήταν αντίθετη προς το συμφέρον των κοινωνών. αφού, ενδεχομένως, θα αποξένωνε αυτούς από τα ακίνητα με τα οποία συνδέονται στενότερα, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά με απονέμηση, όπως, άλλωστε και οι ίδιοι ζήτησαν, κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), έκρινε μη συμφέρουσα για τους κοινωνούς, τη διανομή των επικοίνων ακινήτων με κλήρωση και διέταξε τη διανομή αυτών με απονέμηση, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της έφεσης του εναγομένου, πρέπει ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σημειωτέων ότι. με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων ζήτησε να επιδικαστούν σ' αυτόν τα οπό στοιχεία 1, 2, 4, 5 και 8 ακίνητα, πλέον του εξ αδιαιρέτου ποσοστού (1/2) του ακινήτου της ... Ν. Χαλκιδικής, ως προς το οποίο η αγωγή κηρύχθηκε απαράδεκτη, κατά τα προαναφερόμενα. Ο προτεινόμενος, όμως, ως άνω τρόπος δεν κρίνεται πρόσφορος και συμφέρων, διότι οδηγεί σε επιδίκαση ακινήτων που υπερβαίνουν κατά πολύ την αξία της μερίδας του ενάγοντος και σε μείωση της αξίας του μεριδίου του εναγόμενου αδελφού του, ενώ, παράλληλα, αποξενώνει τον τελευταίο από κάθε ακίνητο που βρίσκεται στον τόπο καταγωγής τους, την ....
Εξάλλου, ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου επικουρικώς, για την περίπτωση μη απόρριψης της αγωγής, να επιδικαστούν σ' αυτόν τα υπό στοιχεία 1, 3, 4 και 7 ακίνητα, και στον ενάγοντα τα υπό στοιχεία 2, 5, 6 και 8 ακίνητα (και επιπλέον, το ακίνητο της ...). Ούτε, όμως, αυτός ο τρόπος διανομής κρίνεται πρόσφορος, διότι η μερίδα που θα επιδικαζόταν στον ενάγοντα (αφού, ως προς το ακίνητο της ..., η αγωγή κηρύχθηκε απαράδεκτη) θα υστερούσε αυτής του εναγομένου, αντίκειται δε, προδήλως προς το συμφέρον του τελευταίου, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, συνέδεσε, από ετών, την επαγγελματική του δραστηριότητα με το υπό στοιχείο 1 ακίνητο.
Ενόψει τούτων, ο πλέον πρόσφορος και συμφέρων για τους διαδίκους τρόπος διανομής, είναι να σχηματιστούν δύο μερίδες, ήτοι, η Α, η οποία θα περιλαμβάνει τα υπ' αριθμ. 1, 2, 4 και 5 ακίνητα, συνολικής αξίας (600,000,00 + 410.000,00, + 20.000,00 + 30.000,00~) 1.060.000,00 ευρώ, τα οποία πρέπει να επιδικαστούν στον ενάγοντα, και η Β, η οποία Θα περιλαμβάνει τα υπ’ αριθμ, 3, 6, 7 και 8 ακίνητα, συνολικής αξίας (140.000,00 + 480.000 + 370,000,00 + 90.000,00) 1.080.000,00 ευρώ, τα οποία πρέπει να επιδικαστούν στον εναγόμενο.
Επειδή δε η αξία των ακινήτων που επιδικάζονται στον εναγόμενο, υπερβαίνει την αξία της μερίδας του, κατά (1.080.000 - 1.070.000 =) 10.000,00 ευρώ, ενώ η αξία των ακινήτων που επιδικάζονται στον ενάγοντα, υπολείπεται της αξίας της μερίδας του, κατά (1.070.000 - 1.060 000,00 =) 10.000,00 ευρώ πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, προς εξίσωση των μερίδων τους, να καταβάλει στον ενάγοντα, το ποσό των 10.000,00 ευρώ.
Ο τρόπος αυτός, αυτούσιας διανομής, είναι ο πλέον πρόσφορος για τους διαδίκους, χωρίς να μειώνεται η αξία των μερίδων τους και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο μεν εναγών συνδέεται στενότερα με τα δύο πρώτα ακίνητα, στα οποία ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του, ο δε εναγόμενος με το τρίτο (διαμέρισμα στη Θεσαλονίκη), το οποίο χρησιμοποιεί ως κατοικία του, ενώ, επιπροσθέτως, η επιδίκαση, στον τελευταίο, του οικοπέδου που βρίσκεται στην ... (υπ' αριθμ. 6 ακίνητο), αποτρέπει την αποξένωσή του από κάθε ακίνητο που βρίσκεται στον ως άνω τόπο καταγωγής του.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, επιδίκασε, στο μεν ενάγοντα τα υπ' αριθμ. 1, 4, 7 και 8 ακίνητα, στο δε εναγόμενο τα απ' αριθμ. 2, 3,5 και 6 ακίνητα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των διαδίκων-συγκυρίων, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι και κατ' ουσία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις εκατέρωθεν εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), που είχε επιδικάσει, στο μεν ενάγοντα τα υπ' αριθμ. 1 (οικία επί οικοπέδου 223 τ.μ στην ... Χαλκιδικής), 4 (δασική έκταση 200τ.μ στην ... Χαλκιδικής), 7 (κληροτεμάχιο ...
στο … Χαλκιδικής) και 8 (οικόπεδο στην ... Χαλκιδικής) ακίνητα, στο δε εναγόμενο τα απ' αριθμ. 2 (οικία επί οικοπέδου 163,93 στη ... Χαλκιδικής), 3 (διαμέρισμα στη Θεσ/νίκη), 5 (δασική έκταση 2.885 τ.μ στην ... Χαλκιδικής) και 6 (κληροτεμάχιο … στο ... Χαλκιδικής) ακίνητα και διέταξε την, χωρίς κλήρωση, αυτουσία διανομή των επικοίνων με απονέμηση, καθορίζοντας τις μερίδες των διαδίκων-κοινωνών κατά διάφορο τρόπο και συγκεκριμένα με επιδίκαση των υπ' αριθμ. 1, 2, 4 και 5 ακινήτων στον ενάγοντα και των υπ'αριθμ. 3, 6, 7 και 8 ακίνητων, πλέον του ποσού των 10.000 ευρώ προς εξίσωση των μερίδων, στον εναγόμενο.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι: α) η αυτούσια διανομή καθενός από τα επίκοινα ακίνητα, σε μέρη ανάλογα με τη μερίδα κάθε συγκυρίου, είναι προδήλως αδύνατη και ασύμφορη, διότι τούτο θα επιφέρει ουσιώδη μείωση της αξίας τους, β) ειδικότερα, καθόσον αφορά τα υπ' αριθμ. 1 και 2 κτίσματα, που λειτουργούν ως ξενώνες, η αυτούσια διανομή καθενός από αυτά, με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων, είναι προφανώς ασύμφορη, διότι, για τον εν λόγω διαχωρισμό και τη διαμόρφωσή τους σε αυτοτελείς και διηρημένες ιδιοκτησίες, απαιτείται σημαντική δαπάνη, γ) είναι δυνατή και συμφέρουσα, η αυτούσια διανομή των επικοίνων, χωρίς μείωση της αξίας τους, με το σχηματισμό δύο μερίδων, ανάλογα με την αξία της μερίδας των συγκυρίων, η οποία ανέρχεται σε (2.140.000 X 1/2 =) 1.070.000 ευρώ, για τον καθένα, δ) η αυτούσια διανομή των επικοίνων, με τη συμπερίληψη καθενός από τα δύο πρώτα ακίνητα, σε διαφορετική μερίδα, είναι προφανώς ασύμφορη, δεδομένου ότι τα ακίνητα αυτά έχουν διαμορφωθεί για τη λειτουργία ξενώνων, οι οποίοι λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους, με συνέπεια, ο χωρισμός αυτών, να επιφέρει σημαντική μείωση της αξίας τους, αφού, για να λειτουργήσουν ως αυτοτελείς ξενώνες ή για να μετατραπούν σε κατοικίες, θα απαιτηθούν επιπρόσθετες, σημαντικές δαπάνες, ε) πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ο ενάγων ασχολείται με την εκμετάλλευση των ανωτέρω ξενώνων, από το μήνα Αύγουστο του έτους 2010, καθώς και ότι ο εναγόμενος, ήδη, από τις αρχές του έτους 2011, προέβη, με δαπάνες του, στην ανακαίνιση του υπ' αριθμ. 3 ακινήτου (διαμερίσματος στη Θεσσαλονίκη), το οποίο χρησιμοποιεί, έκτοτε, ως κύρια κατοικία του, στ) ο πλέον συμφέρων, για τους συγκυρίους, τρόπος διανομής, είναι η αυτούσια διανομή των επικοίνων, όχι, όμως, με κλήρωση, διότι αυτή θα ήταν αντίθετη προς το συμφέρον των κοινωνών, αφού, ενδεχομένως, θα αποξένωνε αυτούς από τα ακίνητα με τα οποία συνδέονται στενότερα, αλλά με απονέμηση, ζ) ο προτεινόμενος από τον ενάγοντα τρόπος με επιδίκαση σ' αυτόν των υπό στοιχεία 1, 2, 4, 5 και 8 ακίνητα (πλέον του εξ αδιαιρέτου ποσοστού (1/2) του ακινήτου της ...
Ν. Χαλκιδικής, ως προς το οποίο η αγωγή κηρύχθηκε απαράδεκτη) δεν κρίνεται πρόσφορος και συμφέρων, διότι οδηγεί σε επιδίκαση ακινήτων που υπερβαίνουν κατά πολύ την αξία της μερίδας του ενάγοντος και σε μείωση της αξίας του μεριδίου του εναγόμενου αδελφού του, ενώ, παράλληλα, αποξενώνει τον τελευταίο από κάθε ακίνητο που βρίσκεται στον τόπο καταγωγής τους, την ..., η) ο προτεινόμενος από τον εναγόμενο, (επικουρικώς, για την περίπτωση μη απόρριψης της αγωγής) τρόπος, με επιδίκαση σ' αυτόν των υπό στοιχεία 1, 3, 4 και 7 ακίνητων, και στον ενάγοντα των υπό στοιχεία 2, 5, 6 και 8 ακίνητων (και επιπλέον, του ακινήτου της ...), δεν κρίνεται επίσης πρόσφορος, διότι η μερίδα που θα επιδικαζόταν στον ενάγοντα (αφού, ως προς το ακίνητο της ..., η αγωγή κηρύχθηκε απαράδεκτη) θα υστερούσε αυτής του εναγομένου, αντίκειται δε, προδήλως προς το συμφέρον του τελευταίου, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, συνέδεσε, από ετών, την επαγγελματική του δραστηριότητα με το υπό στοιχείο 1 ακίνητο θ) ο πλέον πρόσφορος και συμφέρων για τους διαδίκους τρόπος διανομής, είναι να σχηματιστούν δύο μερίδες, ήτοι, η Α, η οποία θα περιλαμβάνει τα υπ' αριθμ. 1, 2, 4 και 5 ακίνητα, συνολικής αξίας (600.000 + 410.000 + 20.000 + 30.000) 1.060.000 ευρώ, τα οποία πρέπει να επιδικαστούν στον ενάγοντα, και η Β, η οποία Θα περιλαμβάνει τα υπ' αριθμ, 3, 6, 7 και 8 ακίνητα, συνολικής αξίας (140.000 + 480.000 + 370.000 + 90.000) 1.080.000 ευρώ, τα οποία πρέπει να επιδικαστούν στον εναγόμενο, και επειδή η αξία των ακινήτων που επιδικάζονται στον εναγόμενο, υπερβαίνει την αξία της μερίδας του ενάγοντος, κατά (1.080.000 - 1.070.000 =) 10.000 ευρώ, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, προς εξίσωση των μερίδων τους, να καταβάλει στον ενάγοντα, το ποσό των 10.000 ευρώ, ι) ο τρόπος αυτός, αυτούσιας διανομής, είναι ο πλέον πρόσφορος για τους διαδίκους, χωρίς να μειώνεται η αξία των μερίδων τους και τούτο διότι ο μεν εναγών συνδέεται στενότερα με τα δύο πρώτα ακίνητα, στα οποία ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του, ο δε εναγόμενος με το τρίτο (διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη), το οποίο χρησιμοποιεί ως κατοικία του, ενώ, επιπροσθέτως, η επιδίκαση, στον τελευταίο, του οικοπέδου που βρίσκεται στην ... (υπ' αριθμ. 6 ακίνητο), αποτρέπει την αποξένωσή του από κάθε ακίνητο που βρίσκεται στον ως άνω τόπο καταγωγής του.
Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ως εκ τούτου δεν παραβίασε ευθέως, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Προσέτι απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, ως προς το εφικτό και συμφέρον της διανομής των επικοίνων με την κατά τα ως άνω απονέμηση, ανεπάρκειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ, γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ ΑΠ 14/2005).
Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 1185/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που αυτός νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η δι'αφανούς εταιρίας μεταξύ των διαδίκων συνεκμετάλευση των ξενώνων στις επίκοινες οικίες στην ...
Χαλκιδικής, και ειδικότερα: α) την υπ'αριθμ. 5806/2015 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, β) την υπ'αριθμ. 74/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής γ) την εμπεριεχόμενη στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και του Εφετείου σχετική ομολογία του ενάγοντος. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται το αναιρεσείον στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης το ακριβές περιεχόμενο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν αυτά ήταν ή όχι κρίσιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός κρίνεται και αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα: "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση από τον ενάγοντα, υπ' αριθμ. .../25-9-2012 ένορκες βεβαιώσεις των Π.
Θ., Φ. Π. και Γ. Π., που έχουν ληφθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Κούτσικου, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου του (βλ. απ' αριθμ. ...20-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Χ. Ρ.), από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση από τον εναγόμενο, υπ' αριθμ. ...
και .../20-9-2012 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Κ. και Κ. Μ., που έχουν ληφθεί ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου του (βλ. υπ' αριθμ. .../13-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ι. Π.), σε συνδυασμό και με τα νομοτύπως προσκομιξόμενα, με επίκληση από τους διαδίκους, έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, όλα, ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά, αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά, επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους, έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται, ειδική για το καθένα, μνεία, που είναι, όμως, ισοδύναμα και όπως προεκτέθηκε, όλα, ανεξαιρέτως, συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης, σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη, αυτεπαγγέλτως, από το Δικαστήριο, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων..." ,σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς να κάνει και ειδική αναφορά προς αξιολόγηση τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει κατ'αποδοχή και της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τόσον του αναιρεσιβλήτου, όσον και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 π...) του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-20 (αρ. κατ. 174/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 857/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον καθένα. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ