Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, holding prior claim barred the three-month limitation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court erred in accepting claims filed after the statute of limitations had expired. The court ruled that the filing of the earlier lawsuit interrupted the limitation period, rendering the subsequent claims timely despite the appellant's later withdrawal from that specific suit. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6(1) of Law 3198/1955 and 263 of the Civil Code; The filing of a lawsuit interrupts the limitation period, and this interruption persists even if the plaintiff withdraws from that specific suit and refiles related claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1614 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1614/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Α., κατοίκου Γέρακα Αττικής και 2) Δ. Τ. του Σ., κατοίκου Ζωγράφου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τουρκαντώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Χ., κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2374/2019 του ίδιου δικαστηρίου και 7014/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 19-6-2021 και με αριθ. κατ. 4785/638/23-6- 2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 7014/18-12-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 14-1-2020 και με αριθ.
κατ. 3295/280/15-1-2020 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Σ. κατά της με αριθ. 2374/29-11-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 8-1-2017 και με αριθ. κατ. 1679/55/9-1-2018 αγωγής αυτής κατά των: 1) Μαρίας Παπαδάκη, 2) Δ. Τ., ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και κατά της, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", ως τρίτης εναγομένης.
Με την εν λόγω αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισε με την τρίτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας η πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι είναι ομόρρυθμοι εταίροι, απασχολήθηκε ως υπάλληλος και συγκεκριμένα ως υπεύθυνη του κειμένου στο Ηράκλειο Αττικής καταστήματος-κομμωτηρίου αυτής, αντί μηνιαίου μισθού ίσου με τις αναλογούσες σε υπαλλήλους νόμιμες αποδοχές.
Ότι με βάση τη σύμβαση αυτή εργάσθηκε υπό τις εντολές και οδηγίες των δύο πρώτων εναγομένων, από τους οποίους ο δεύτερος εναγόμενος ήταν σύζυγος της, από 1-11-2013 έως 12-6-2015, οπότε προέβη σε επίσχεση εργασίας, λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών και των επιδομάτων εορτών που εδικαιούτο, από την τρίτη εναγομένη, η οποία, από λόγους εκδίκησης, κατήγγειλε στις 19-6-2015 τη σύμβαση εργασίας.
Ότι η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική. Ότι η τρίτη εναγομένη, εκτός από τις δεδουλευμένες αποδοχές και τα επιδόματα εορτών, δεν της κατέβαλε και της οφείλει τις νόμιμες προσαυξήσεις για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, που πραγματοποίησε, καθώς και επιδόματα αδείας και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, λόγω δε της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της οφείλει και μισθούς υπερημερίας έως την 31-12-2015.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καθώς και η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν για τις παραπάνω αιτίες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά το συνολικό ποσό των 37.071,71 ευρώ, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την, ως άνω, με αριθ. 2374/2019 οριστική απόφαση απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε την ασκηθείσα, ως άνω, έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Ειδικότερα, αφού δέχθηκε ότι: α) στις 19-12-2014 καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της τρίτης εναγομένης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στα πλαίσια της οποίας η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος και όχι ως κομμώτρια, όπως είχε δηλώσει στο ΙΚΑ κατά την ασφάλισή της η τρίτη εναγομένη, β) ότι από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της ως εργαζόμενη και όχι σε εκπλήρωση της υποχρέωσής της απέναντι στο δεύτερο εναγόμενο, σύζυγο της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, δεδομένου και του προηγηθέντος κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους, γ) ότι η τρίτη εναγομένη προέβη σε καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης και ότι δεν της κατέβαλε δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, επιδόματα και αποδοχές αδείας, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, και επιδίκασε στην ενάγουσα για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 9.666, 38 ευρώ εν μέρει αναγνωριστικά (κατά το ποσό των 5.639,86 ευρώ ήτοι 4.639, 86 διαφορές + 1000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και εν μέρει καταψηφιστικά (κατά το ποσό των 5.026,52 ευρώ) με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις.
Η αίτηση αναίρεσης των δύο πρώτων εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την
απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Δεν υπάρχει όμως
ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
ΑΠ 15/2006, Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 491/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 683/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του αριθ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση "πραγμάτων", η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 855/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1480/2021).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 1432/2018).
Με τον πρώτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των, ως άνω, άρθρων 648 ΑΚ και 6 α.ν. 765/1943 και ειδικότερα ότι, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μεταξύ της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης και της (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) τρίτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας, της οποίας αυτοί είναι ομόρρυθμοι εταίροι, καταρτίσθηκε και λειτούργησε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι από αυτήν και την επακολουθήσασα καταχρηστική καταγγελία της υφίστανται αξιώσεις της ενάγουσας, αφενός μεν για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, επίδομα και αποδοχές αδείας, αφετέρου δε για αποδοχές υπερημερίας, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, με το δεύτερο από τον αριθμό 1(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά την ερμηνεία των προαναφερομένων κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και αφορούν τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και, ειδικότερα, τη σχέση εξάρτησης μεταξύ της ενάγουσας και της τρίτης εναγομένης παραβίασε, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα διδάγματα της κοινής τα οποία δεν εφάρμοσε, άλλως τα εφάρμοσε εσφαλμένα.
Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας για τη μη ύπαρξη εξάρτησης μεταξύ των διαδίκων, που δεν εφάρμοσε, άλλως εφάρμοσε εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τα ακόλουθα: α) ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης της ενάγουσας και του δευτέρου εναγομένου θα οδηγούσε σε τερματισμό και όχι σε συνέχιση της σχέσης εργασίας, β) ότι η ύπαρξη μεταξύ των παραπάνω συγγενικής (συζυγικής) σχέσης αμβλύνει την εξάρτηση, γ) ότι η εικονική σύμβαση δεν μπορεί να συνιστά πραγματική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά γίνεται προκειμένου να αποφέρει κάποιες ωφέλειες στους συμβαλλόμενους, όπως την ασφαλιστική κάλυψη, καθώς και ότι τότε η καταγγελία αυτής γίνεται για τυπικούς λόγους, δ) ότι ο κλονισμός του γάμου δεν μπορεί να επιφέρει μεταβολή στο είδος της σχέσης εργασίας, όταν μάλιστα τα καθήκοντα της ενάγουσας παρέμειναν αμετάβλητα, ε) ότι μία σύζυγος και μητέρα, όπως η ενάγουσα, που συνάπτει σύμβαση εργασίας με το σύζυγο της επειδή κλονίσθηκε ο γάμος τους θα διεκδικούσε την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών άμεσα και δεν θα ανέμενε την πάροδο έξι (6) μηνών.
Με τον τέταρτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ, κατά την οποία "οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας.
Η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους", την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, άλλως την εφάρμοσε εσφαλμένα, καθόσον για τη διαμόρφωση της κρίσης του περί ύπαρξης εξάρτησης δεν έλαβε υπόψη την απορρέουσα από τη διάταξη αυτή υποχρέωση της ενάγουσας έναντι του δευτέρου εναγομένου, συζύγου της, για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, ακόμη και μετά τον κλονισμό, εφόσον δεν είχε εισέτι επέλθει η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, που επήλθε τον Φεβρουάριο του 2015.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σε σχέση με τους, άνω ερευνώμενους λόγους αναίρεσης: "Η εναγομένη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι με συμμετοχή έκαστος στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας 50%, από της συστάσεως της το έτος 2007 ασκούσε στο Νέο Ηράκλειο Απικής και στην οδό Ωραιοπούλου 2 επιχείρηση εκμετάλλευσης κομμωτηρίου και εμπορίας ειδών και προϊόντων συναφών με τις υπηρεσίες που παρέχονται στο κομμωτήριο και την περιποίηση μαλλιών και σώματος.
Η ενάγουσα, σύζυγος του δεύτερου εναγομένου, μετά την πάροδο μερικών μηνών από τη γέννηση του κοινού τέκνου τους, που έλαβε χώρα την 23-4-2013 και καθώς δεν εργαζόταν από τον Οκτώβριο 2012, άρχισε το Νοέμβριο 2013 να ασχολείται με την επιχείρηση του κομμωτηρίου. Συγκεκριμένα η ενάγουσα μετέβαινε καθημερινά στο κομμωτήριο και παρέμενε επί μακρόν φροντίζοντας για οποιοδήποτε ζήτημα είχε σχέση με τη λειτουργία του (προμήθειες, ταμείο, ραντεβού, συναλλαγές με πελάτες, εξοπλισμό, ζητήματα που αφορούσαν τους κομμωτές, ανακαίνιση κ.α.), χωρίς ωστόσο να ασχοληθεί ποτέ με οποιαδήποτε εργασία παρείχαν οι κομμωτές.
Η ενασχόληση της ενάγουσας με τα ανωτέρω, γινόταν αυτοβούλως και χωρίς απαίτηση, εξάρτηση, οδηγίες ή έλεγχο, από κανέναν εκ των εταίρων και χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε συμφωνία περί προσφοράς εργασίας με οποιοδήποτε δεσμευτικό για την ενάγουσα περιεχόμενο, αποκλειστικά με βούληση υποκατάστασης του συζύγου της ομορρύθμου εταίρου, ο οποίος εργαζόταν σε ξενοδοχείο στην Κω και αδυνατούσε να συνεισφέρει προσωπικώς στην ευόδωση του σκοπού της εταιρείας, ενώ και η άλλη εταίρος δεν εμφανιζόταν ποτέ στη επιχείρηση, ώστε η ενάγουσα να διοικεί και να διαχειρίζεται τα της επιχείρησης, αντί του συζύγου της.
Τα έσοδα δε της επιχείρησης που αναλογούσαν στο σύζυγο της, αποτελούσαν οικογενειακό εισόδημα που είχε στα χέρια της και ανάλωνε η ίδια και κάλυπτε τις βιοτικές ανάγκες και αυτής και του κοινού τους τέκνου και ως εκ τούτου είχε δικαιολογημένο και προσωπικό ενδιαφέρον να συμβάλλει στην καλή λειτουργία του κομμωτηρίου και στην επαύξηση των κερδών του από τα οποία επωφελούνταν άμεσα και στα οποία απέβλεπε και ουδόλως απέβλεπε σε μισθό.
Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, περί τα τέλη του έτους 2014 κλονίστηκε η έγγαμη σχέση των συζύγων διαδίκων και όδευαν προς διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, όπως έγινε τελικά το Φεβρουάριο 2015. Την 19-12-2014 η εναγομένη εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη, σύναψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ενάγουσα, προκειμένου να την απασχολήσει ως υπάλληλο έναντι των νομίμων μηνιαίων αποδοχών για εργασία από Τρίτη μέχρι Σάββατο και 40 ώρες εβδομαδιαίως.
Με τη σύναψη της σύμβασης η εναγομένη ασφάλισε νομίμως την ενάγουσα στο ΙΚΑ και δήλωσε την πρόσληψή της, αλλά ως βοηθό κομμωτή, αμειβόμενη με το νόμιμο ημερομίσθιο. Ωστόσο από την έναρξη της σύμβασης εργασίας μέχρι την 11η Ιουνίου 2015, τελευταία ημέρα εργασίας της ενάγουσας πριν να γνωστοποιήσει εξωδίκως την 12-6-2015 στην εναγομένη ότι προβαίνει σε επίσχεση εργασίας, όπου αναφέρει ότι προσελήφθη το Δεκέμβριο 2014, η εναγομένη εταιρεία απασχόλησε την ενάγουσα ως υπάλληλο και συγκεκριμένα της ανέθεσε να επικοινωνεί με τους προμηθευτές, να παραγγέλνει τα απαραίτητα προϊόντα, να λαμβάνει προσφορές, να κρατά το ταμείο, να κανονίζει τα ραντεβού των πελατών και την απασχόληση του προσωπικού με τους πελάτες, να επιμελείται της κατάστασης του εξοπλισμού και του κομμωτηρίου, να συγκεντρώνει τις εισπράξεις κ.α.
και όλα τούτα υπό τις εντολές, τις οδηγίες και τον έλεγχο των ομορρύθμων εταίρων, που καθόριζαν το χρόνο και το περιεχόμενο της εργασίας της, ενώ ουδέποτε της ανατέθηκαν ούτε η ίδια εκτέλεσε εργασία που αφορά την προσφορά υπηρεσιών κομμωτή. Την 4-5-2015 η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας παραπονούμενη ότι μέχρι τότε δεν της δόθηκε προς υπογραφή η σύμβαση εργασίας και ότι της οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές 5 μηνών, επιδόματα εορτών και υπερωρίες.
Στην αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς η ενάγουσα ανέγραψε ότι χρόνος πρόσληψής της ήταν η 1-12-2014, ενώ καμία απαίτηση δεν πρόβαλε για το προγενέστερο αυτής διάστημα. Ορίστηκε ημέρα συζήτησης η 9-6-2015, πλην όμως η υπόθεση συζητήθηκε χωρίς την παρουσία της εναγομένης, η οποία όπως αναγράφεται στην περίληψη εργατικής διαφοράς κλήθηκε και δεν προσήλθε.
Ακολούθως η ενάγουσα προέβη την 12-6-2015, όπως παραπάνω, σε επίσχεση εργασίας και η εναγομένη με την από 19-6-2015 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην ενάγουσα την ίδια ημέρα, την κάλεσε να εισπράξει το ποσό των 520,68 ευρώ για επίδομα και αποζημίωση αδείας και της δήλωσε ότι καταγγέλλει τη σύμβαση εργασία της στην επιχείρηση, όπου εργαζόταν ως βοηθός κομμωτή, καλώντας τη συνάμα να υπογράψει και το έντυπο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, χωρίς να της καταβάλει μέχρι σήμερα κανένα ποσό ως αποζημίωση απόλυσης.
Επίσης η εναγομένη στην ίδια εξώδικο δήλωση διέλαβε τα εξής: "Σχετικά με την από 12-6- 2015 εξώδικη δήλωσή σας περί επισχέσεως εργασίας σας δηλώνουμε ότι δεν υπάρχει καμία οφειλή για δεδουλευμένες αποδοχές απέναντι σας. Δυστυχώς εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι είστε σύζυγος του Δ. Τ., ενός εκ των δυο εταίρων της επιχείρησης, είχατε εσείς το δικαίωμα να λαμβάνετε τις εισπράξεις καθημερινά, αλλά για λογαριασμό της επιχείρησής μας.
Εσείς λαμβάνατε από το Δεκέμβριο 2014 έως και σήμερα τις εισπράξεις της επιχείρησης χωρίς να ενημερώνετε για το ύψος των εισπράξεων και χωρίς να αποδίδετε λογαριασμό.
Συνεπώς, όσα αναφέρετε στο εξώδικο σας περί δήθεν οφειλής δεδουλευμένων είναι μεγαλειώδη και ασύστολα ψεύδη και σας καλούμε να μας ενημερώσετε για το συνολικό ποσό που έχετε εισπράξει μέχρι σήμερα για λογαριασμό της επιχείρησής μας και δεν τα έχετε αποδώσει, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ που δολίως αποσπάσατε την 13-6-2015 από την υπάλληλο μας, Κατερίνα Ρηγοπούλου, επικαλούμενη δήθεν συνεννόηση με το Δ.
Τ. και να μας αποδώστε εντός τριών (3) ημερών το εκ μέρους σας παρανόμως υπεξαιρεθέν ποσό".[...]. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται χωρίς αμφιβολία ότι η ενάγουσα και η εναγομένη εταιρεία την 19-12-2014 σύναψαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι δε εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν την ύπαρξη της σύμβασης, είτε ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, είτε όταν η ενάγουσα τους δήλωσε ότι προβαίνει σε επίσχεση εργασίας, αντιθέτως δε, διά της από 19-6-2015 εξωδίκου της δήλωναν ότι καταγγέλλουν τη σύμβαση αυτή, προσφέρθηκαν σε καταβολή ποσού για επίδομα και αποζημίωση αδείας και αμφισβήτησαν μόνο την υποχρέωση τους να καταβάλουν δεδουλευμένες αποδοχές.
Όσον αφορά δε το προγενέστερο της 19-12-2014 χρονικό διάστημα που αφορά η αγωγή (1-11-2013/18-12-2014) επίσης εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι η ενάγουσα δεν προσέφερε εξαρτημένη εργασία στην εναγομένη. Ενισχυτικό στοιχείο της τελευταίας αυτής κρίσης είναι ότι η ίδια ποτέ μέχρι την άσκηση της αγωγής που κρίνεται δεν ισχυρίσθηκε ότι προσέφερε εξαρτημένη εργασία και ότι της οφειλόταν μισθός από την εναγομένη για χρόνο προ της 19-12-2014, αντίθετα ρητώς τόσο με την προηγούμενη αγωγή της, όσο και στην αίτησή της στην Επιθεώρηση Εργασίας για επίλυση εργατικής διαφοράς, όσο και στην εξώδικο δήλωση της περί επίσχεσης, αναφερόταν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνάφθηκε την 19-12-2014 και ουδέποτε πρόβαλε οποιαδήποτε αξίωση για το προγενέστερο διάστημα.
Η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο χρονικών διαστημάτων δικαιολογείται πλήρως από το επελθόν γεγονός του κλονισμού του γάμου των διαδίκων, οπότε δεν μπορούσε πλέον να γίνεται λόγος περί οικογενειακού εισοδήματος και ωφέλειας της ενάγουσας στην ευόδωση του εταιρικού σκοπού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι καθόλο το παραπάνω διάστημα το κομμωτήριο λειτουργούσε από Τρίτη μέχρι Σάββατο με ωράριο την Τετάρτη από ώρα 9.00 π.μ.
έως 16.00 (7 ώρες) και τις υπόλοιπες ημέρες από ώρα 10.00 π.μ. έω1 19.00 (9 ώρες), όπως οι ώρες αυτές αποδεικνύονται από τη σαφή κατάθεση της πελάτισσας του κομμωτηρίου Β. Τ., που βεβαίωσε σχετικά ενόρκως. Ωστόσο, τις ημέρες που το κομμωτήριο λειτουργούσε μέχρι τις 19.00, η ενάγουσα ασχολείτο έως ώρα 18.00, οπότε άρχιζαν τα μαθήματα του εσπερινού λυκείου που παρακολουθούσε το σχολικό έτος 2014-2015.
Επομένως, η ενάγουσα ουδέποτε απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως, ούτε πέραν των 8 ωρών ημερησίως και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται αμοιβή για υπερεργασία, ούτε αποζημίωση για κατ' εξαίρεση υπερωρίες. Περαιτέρω οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας, που ήταν άνω των 25 ετών και έγγαμη, ανερχόταν στο ποσό των 644,69 ευρώ (ΕΓΣΣΕ, ν. 4093/2012, ΠΥΣ 6/28-2-2012).[...].
Ακολούθως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε καταβολή δεδουλευμένων μισθών στην ενάγουσα και της οφείλονται οι μηνιαίοι μισθοί της από την πρόσληψή της και μέχρι την επίσχεση εργασίας, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 19-12-2014 έως και 11-6-2015.[...]. Συγκεκριμένα για την αιτία αυτή οφείλονται στην ενάγουσα.[...] 3.816,39 ευρώ.
Εξάλλου, η εναγομένη εταιρεία, νομίμως εκπροσώπου μένη, προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από λόγους εκδίκησης, συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας και στην άσκηση του νομίμου δικαιώματος επίσχεσης, ενέργειες οι οποίες δυσαρέστησαν τους εκπροσώπους και ομόρρυθμους εταίρους της εναγομένης.[...].
Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε καταχρηστικά και, ως εκ τούτου ήταν άκυρη.[...]. Εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητας, οφείλονται στην ενάγουσα μισθοί υπερημερίας για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 19-6-2015 έως 31-12-2015, ήτοι της οφείλονται. [...] 3.868,14 ευρώ. [...].
Επίσης στην ενάγουσα οφείλεται αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2014, ποσού [...] 33,93 ευρώ, επίδομα Χριστουγέννων 2015. [...] ποσού 671,55 ευρώ, επίδομα Πάσχα 2015, ποσού. [...] 335,78 ευρώ, αποδοχές (μη ληφθείσας) άδειας 2015, 618,24 ευρώ.. [...]. Επομένως, οι εναγόμενοι για όλες τις ανωτέρω αιτίες οφείλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 9.666,38 ευρώ".
Για τη διαμόρφωση του, ως άνω, αποδεικτικού πορίσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες όσον αφορά την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και τις έννομες συνέπειες αυτής, με το να δεχθεί ότι: α) ότι την 19-12-2014 καταρτίσθηκε μεταξύ της τρίτης εναγομένης και της ενάγουσας εξαρτημένης εργασίας για παροχή από την τελευταία στην επιχείρηση κομμωτηρίου της πρώτης υπηρεσιών υπαλλήλου έναντι των νομίμων αποδοχών, ανερχομένων μηνιαίως στο ποσό των 644,69 ευρώ, για εργασία από Τρίτη έως Σάββατο, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, β) σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα παρείχε πράγματι τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, εκτελώντας επί 8 ώρες ημερησίως και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως τις προσδιοριζόμενες αναλυτικά στην απόφαση εργασίες, γ) παρείχε την εργασία της υπό τις εντολές, τις οδηγίες και τον έλεγχο των ομορρύθμων εταίρων, που καθόριζαν το χρόνο και το περιεχόμενο της εργασίας της, τελώντας σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εργοδότρια.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε αποδυναμώνονται από το γεγονός ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα παρείχε υπηρεσίες υπαλλήλου, ενώ η τρίτη εναγομένη την είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ ως βοηθό κομμωτή, διότι κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα αποτελεί η ιδιότητα, υπό την οποία η ενάγουσα πράγματι προσελήφθη και παρείχε τις υπηρεσίες της στην τρίτη εναγομένη και όχι η ιδιότητα, που η τελευταία δήλωσε μονομερώς στο ΙΚΑ.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο η παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών άσκησης εποπτείας, που ν' αποδεικνύουν το στοιχείο της εξάρτησης, εφ' όσον το περί τούτου αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς. Περαιτέρω, ο περιεχόμενος στον ίδιο αναιρετικό λόγο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί αντιφατικής αιτιολογίας για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη, ενώ έκρινε ότι η σύμβαση ήταν εικονική, δεχόμενη ότι η ενάγουσα δηλώθηκε στο ΙΚΑ ως βοηθός κομμωτή, τελικώς δέχθηκε ότι παρείχε υπηρεσίες υπαλλήλου στα πλαίσια έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε τη σύμβαση πραγματική και όχι εικονική (και επομένως άκυρη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΑΚ), γεγονός που δεν αναιρείται από την παραδοχή ότι η ενάγουσα δηλώθηκε στο ΙΚΑ ως βοηθός κομμωτή.
Τέλος, η παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι η ενάγουσα κατά την εργασία της εργασίας υπαλλήλου, που παρείχε στα πλαίσια της από 19- 12-2014 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, τελούσε υπό τις εντολές, τις οδηγίες και τον έλεγχο των ομορρύθμων εταίρων δεν τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή αυτού ότι ο σύζυγος της ενάγουσας, δεύτερος εναγόμενος εργαζόταν σε ξενοδοχείο στην Κω, ενώ η άλλη εκ των ομορρύθμων εταίρων, πρώτη εναγομένη δεν εμφανιζόταν στην επιχείρηση, καθόσον τούτο, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνέβαινε κατά το προγενέστερο της κατάρτισης της από 19-12-2014 σύμβασης και του κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων χρονικό διάστημα, καθόν χρόνο διαρκούσε η έγγαμη συμβίωση και η ενάγουσα ασχολείτο στην επιχείρηση κομμωτηρίου με βούληση υποκατάστασης του συζύγου της, επωφελούμενη από τα έσοδα της επιχείρησης που του αναλογούσαν, ως οικογενειακό εισόδημα.
Κατόπιν των παραπάνω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο, ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η προβαλλόμενη με αυτόν αναιρετική πλημμέλεια δεν αναφέρεται στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ή τη μη υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, αλλά αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω ο, ως άνω, τέταρτος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης της διάταξης του άρθρου 1389 ΑΚ αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, διότι, αντικείμενο της ένδικης διαφοράς δεν αποτελεί η υποχρέωση της ενάγουσας, ως συζύγου του δευτέρου εναγομένου, για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών τους, αλλά τα δικαιώματα αυτής που απορρέουν από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που κατήρτισε με την τρίτη εναγομένη εταιρία, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος είναι ομόρρυθμος εταίρος.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε, αναιρετικά ανέλεγκτα, ότι μετά το επελθόν γεγονός του κλονισμού του γάμου των διαδίκων, καταρτίσθηκε, στις 19-12-2014 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και της τρίτης εναγομένης, στα πλαίσια της οποίας παρείχε στην τελευταία υπηρεσίες υπαλλήλου, έναντι των νομίμων αποδοχών.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 899/2022, ΑΠ 194/2020).
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και ουδείς από τους διαδίκους πρόβαλε σχετικό ισχυρισμό, δέχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση της ενάγουσας και του δεύτερου εναγομένου κλονίσθηκε το Δεκέμβριο 2014, ώστε να δικαιολογείται η κατάρτιση έκτοτε σύμβασης εργασίας, αφού πλέον δεν μπορούσε να γίνεται λόγος για ωφέλεια της ενάγουσας, ως εκ της ιδιότητας της ως συζύγου του δευτέρου εναγομένου, από την ευόδωση του εταιρικού σκοπού. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν και πρέπει να απορριφθεί, διότι ο, ως άνω, ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου, που συνήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτή, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Όταν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα. Η τρίμηνη αυτή προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για τις αξιώσεις του εργαζομένου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, να υφίστανται. Η αποσβεστική όμως προθεσμία που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό λογίζεται, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι (6) μηνών, ή προκειμένου περί αξιώσεων που υπόκεινται σε βραχύτερη από το χρόνο αυτό αποσβεστική προθεσμία, εντός του βραχύτερου αυτού χρόνου, οπότε η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 314/2019, ΑΠ 210/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 263 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που αφορά στις αξιώσεις της ενάγουσας που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, κοινοποιήθηκε εντός της, ως άνω, τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, παρά το γεγονός ότι η προγενέστερη σχετική αγωγή της ενάγουσας, που κοινοποιήθηκε στους εναγομένους-αναιρεσείοντες στις 11-9-2015 και από το δικόγραφο της οποίας η ενάγουσα παραιτήθηκε, θεμελιωνόταν σε διαφορετική ιστορική αιτία και συγκεκριμένα σε σύμβαση εργασίας κομμώτριας και όχι υπαλλήλου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ίδιων, ως άνω εναγομένων, την από 11-9-2015 και με αριθ. κατ. 83543/2812/11-9-2015 αγωγή, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ίδιας καταγγελίας σύμβασης εργασίας, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 19-6-2015 και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, να της καταβάλουν μισθούς υπερημερίας έως 31-5-2016.
Η εν λόγω αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους, όπως συνομολογούν, στις 11-9-2015, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 τρίμηνης προθεσμίας από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της, ως άνω, προγενέστερης αγωγής και ταυτόχρονα επανήγειρε τις αξιώσεις της κατά των εναγομένων να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας σύμβασης εργασίας και να υποχρεωθούν, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, οι εναγόμενοι να της καταβάλουν μισθούς υπερημερίας μικρότερου χρονικού διαστήματος, δηλαδή μέχρι 31-12-2015.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, σε σχέση με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, ως άνω, ζήτημα, τα ακόλουθα: "....Η ενάγουσα ζήτησε την αναγνώριση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και άσκησε τις αξιώσεις της από την άκυρη καταγγελία εντός της προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 με την από 10-9-2015 και με αριθμό κατάθεσης 83543/2812/11-9-2015 αγωγή της από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, ανεξαρτήτως αν με την αγωγή εκείνη η ενάγουσα επικαλείτο προσφορά εργασίας κομμώτριας, διότι κρίσιμο είναι το ζήτημα ότι ζητούσε την ακύρωση της ίδιας καταγγελίας και ασκούσε αξιώσεις λόγω της ακυρότητας της... ".
Ετσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια, αφού , κατόπιν ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 263ΑΚ, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ασκήθηκαν εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, με την εντός αυτής άσκηση της προγενέστερης, ως άνω αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ίδιας καταγγελίας, την ακυρότητα της οποίας ζητεί με την κρινόμενη αγωγή, ανεξαρτήτως της επικαλούμενης ιδιότητας της ενάγουσας ως κομμώτριας ή ως υπαλλήλου.
Υπό τα παραπάνω δεδομένα, με την άσκηση της προγενέστερης αυτής αγωγής διακόπηκε η εν λόγω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, η οποία, παρά την παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο της προγενέστερης αγωγής, λογίζεται διακοπείσα, κατ' ορθή εφαρμογή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της διάταξης του άρθρου 263 ΑΚ, αφού η παραίτηση από το δικόγραφο και η επανέγερση των συναφών με την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αξιώσεων έλαβαν χώρα ταυτόχρονα με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής.
Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2021 και με αριθ. κατ. 4785/638/23-6- 2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 7014/18-12-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ