Legislator Case Law & Legislation
1614/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding lawyer withdrawal and bank rights.

Case Number 1614/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two lawyers against a First Instance Court decision. The appellants argued that the lower court erred by failing to consider their claims regarding the withdrawal of their client's lawyer and a bank's dispute over inheritance rights. The court ruled that these arguments lacked independent legal standing, serving merely as supporting evidence for other claims rather than distinct grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments lacking independent existence which merely support other claims do not constitute grounds for cassation under Article 559(8).

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural admissibility independent claim lawyer withdrawal legal costs civil procedure Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 77 of the Code of Lawyers
Article 78 of the Code of Lawyers
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1614 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1614/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ν. του Μ. και 2) Α. Χ. του Κ., δικηγόρων, κατοίκων ..., οι οποίοι ανακάλεσαν τη δήλωσή τους (ΚΠολΔ 242 παρ.2), παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Β. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Μαργαρίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 1531/24-1-2014 και 22717/29-10-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 11580/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1336/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στο άρθρο 77 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, που κατά το άρθρο 166 παρ.3 ισχύει από την 27-9-2013 και καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση ως εκ του χρόνου κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η ανώμαλη εξέλιξη στη συμβατική σχέση των διαδίκων και ασκήθηκαν οι ένδικες αγωγές, στο εξής: ΚΔ) ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που υπάρχει γραπτή συμφωνία για αμοιβή και ανακληθεί η εντολή προς τον δικηγόρο, εάν η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται σε άμεση εκτέλεση όλων των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία.

Εάν η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, ο εντολέας υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες του, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα". Αντίστοιχα, στο άρθρο 78 του ΚΔ ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και ο δικηγόρος δεν εκτελέσει την εντολή που του ανατέθηκε, εάν η μη εκτέλεση είναι αδικαιολόγητη, δικαιούται μόνο την είσπραξη των δαπανών που πραγματοποίησε, όχι όμως και την αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά ή την αμοιβή όπως ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις.

Εάν η μη εκτέλεση είναι δικαιολογημένη, δικαιούται να εισπράξει τις δαπάνες που πραγματοποίησε και την ανάλογη αμοιβή προς τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε περίπτωση οριστικής διακοπής της συνεργασίας του δικηγόρου με τον πελάτη, ανεξάρτητα προς το αν η ανώμαλη εξέλιξη επήλθε με πρωτοβουλία του πελάτη (ανάκληση της εντολής) ή του δικηγόρου (μη εκτέλεση της εντολής), οι συνέπειες ως προς την υποχρέωση του πρώτου και το αντίστοιχο δικαίωμα του δεύτερου για δαπάνες και αμοιβή είναι εξαρτημένες από το αν η σχετική πρωτοβουλία υπήρξε δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη.

Η περί αυτού κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχηματίζεται από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανέλεγκτα γίνονται δεκτά. Περαιτέρω, όμως, τα περιστατικά αυτά υποβάλλονται σε υπαγωγική αξιολόγηση ως προς το εάν είναι ικανά, σε συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις κρατούσες αντιλήψεις ως προς την καλόπιστη εξέλιξη της σχέσεως μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, που παραμένει προσωπική και στηρίζεται προεχόντως στην αμοιβαία εμπιστοσύνη (πρβλ.

ΑΠ 932/ 2017), σε συνδυασμό με την κοινή πείρα και λογική, να καταστήσουν δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη την προηγηθείσα πρωτοβουλία για οριστική διακοπή της σχέσεως. Η εν λόγω υπαγωγική αξιολόγηση συνιστά νομική κρίση και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 ή αρ.19).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε ως αληθινά τα εξής ουσιώδη και αναγκαία για την έρευνα των αναιρετικών λόγων περιστατικά: Ότι ο ήδη αποβιώσας, Κ. Γ., είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 30-12-2005, πρώτη αγωγή, στρεφόμενη κατά της εκεί αναφερόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με αντικείμενο την αποζημίωσή του για διαφυγόντα κέρδη ύψους περίπου 230.000 ευρώ πλέον τόκων, λόγω του ότι η τράπεζα, ως μισθώτρια [μεταξύ άλλων και] του πρώτου ορόφου, εμβαδού περίπου 140 τμ, μιας οικοδομής που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ..., αντίθετα προς τη σύμβαση και από υπαιτιότητά της, επέφερε μεταβολές σ' αυτόν με συνέπεια την αδυναμία νέας εκμίσθωσής του μετά τη λύση της μισθώσεως με αυτήν.

Ότι, επί της πρώτης αγωγής, είχε εκδοθεί η 29228/2006 απόφαση του πρωτοδικείου, που την απέρριψε ως παραγραμμένη. Ότι, κατόπιν, είχε εκδοθεί η 1857/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση του Κ. Γ. για τον ίδιο λόγο. Ότι μετά την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, με την 513/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση.

Ότι, τότε, ο Κ. Γ.ς, με το από 10-04-2009, πρώτο συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, ανέθεσε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικηγόρους, που μπορούσαν να ενεργούν είτε μεμονωμένα είτε από κοινού, την υποστήριξη της υπόθεσής του στο εφετείο έναντι αμοιβής, η οποία ορίσθηκε σε ποσοστό 10% για τον καθένα, επί της συνολικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ήτοι το κεφάλαιο και τους τόκους που τελικά θα επιδικάζονταν, ενώ οι δικηγόροι θα επιβαρύνονταν με όλα τα έξοδα και τις δικαστικές δαπάνες, χωρίς δικαίωμα αναζήτησης αυτών σε περίπτωση ατυχούς έκβασης της δίκης.

Ότι, αργότερα, με το από 09-09-2011, δεύτερο συμφωνητικό εργολαβίας δίκης που συμπληρώνει το πρώτο, ο Κ. Γ.ς ανέθεσε με τους ίδιους όρους, στους ίδιους δικηγόρους, την άσκηση και δεύτερης αγωγής κατά την ίδιας τράπεζας, με αντικείμενο την αποζημίωσή του για διαφυγόντα κέρδη ύψους περίπου 290.000 ευρώ πλέον τόκων, λόγω του ότι η τράπεζα, μετά τη λύση της μισθώσεως, είχε αρνηθεί να απομακρύνει από τον υπόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής το θησαυροφυλάκιό της, με συνέπεια την αδυναμία νέας εκμίσθωσής του.

Ότι σε εκτέλεση των ως άνω δύο εντολών, ο πρώτος από τους ενάγοντες επανέφερε με την από 10-06-2009 κλήση την υπόθεση επί της πρώτης αγωγής στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, συνέταξε και κατέθεσε τις από 10-05-2010 προτάσεις με προσθήκη και αντίκρουση και παραστάθηκε για τον Κ. Γ. στη συζήτηση της 27-09-2010. Ότι εκδόθηκε η 2341/2010 απόφαση του εφετείου με την οποία η αγωγή και πάλι απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ότι κατ' εντολή του Κ. Γ. ο πρώτος από τους ενάγοντες άσκησε την από 21-03-2011 δεύτερη αίτηση αναίρεσης, της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε στον Άρειο Πάγο για τη δικάσιμο της 09-03-2012. Ότι, επίσης, ασκήθηκε η από 16-12-2011 δεύτερη αγωγή αποζημίωσης ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 24-05-2012.

Ότι, την 04-02-2012, αποβίωσε ο εντολέας Κ. Γ.ς, άγαμος και άτεκνος, αφήνοντας την από 23-07-2011 ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία εγκαθιστούσε ως μοναδική κληρονόμο, στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, σύντροφό του. Ότι η τελευταία, με την από 01-03-2012 αίτησή της στο μονομελές πρωτοδικείο, ζήτησε τη δημοσίευση της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης και την κήρυξη αυτής κυρίας.

Ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε, αρχικά, η 27-04-2012 και, κατόπιν αναβολής, η 25-05-2012. Ότι οι ενάγοντες, με το από 05-03-2012 έγγραφό τους, κάνοντας χρήση ειδικού όρου των συμφωνητικών εργολαβίας δίκης που προέβλεπε τη διατήρηση της εντολής σε περίπτωση θανάτου του εντολέα, ενημέρωσαν την εναγόμενη, ως κληρονόμο του Κ.

Γ. και δήλωσαν προς αυτήν ότι επιθυμούν να συνεχίσουν αμέσως την υποστήριξη των δύο υποθέσεων. Ότι η εναγομένη είχε αντίθετη άποψη για το ζήτημα της επίσπευσης των εκκρεμών δικών, διότι από συγγενείς και εν δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος αμφισβητείτο το έγκυρο της εγκαταστάσεως αυτής, ως κληρονόμου.

Ότι, ειδικότερα, στην ως άνω δίκη για την κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας, τα πρώτα ξαδέλφια του Κ. Γ. άσκησαν την από 25-04-2012 κύρια παρέμβαση, αμφισβητώντας τη γνησιότητα της διαθήκης και ζητώντας την απόρριψη της αίτησης. Ότι οι ίδιοι άσκησαν και την από 17-05-2012 αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας τη σφράγιση των, επί της οδού ..., διαμερισμάτων και αποθηκών του αποβιώσαντος.

Ότι την 25-05-2012 δημοσιεύθηκε η ιδιόγραφη διαθήκη, αλλά με την 20268/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως για κήρυξη αυτής κυρίας και διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Ότι, τελικά, μόλις την 07-11-2013 εκδόθηκε η 22893/2013 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία, αφού απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση, έγινε δεκτή η αίτηση της εναγομένης και κηρύχθηκε κυρία η από 23-07-2011 ιδιόγραφη διαθήκη του Κ.

Γ.. Ότι, εν όψει της εκκρεμότητας που είχε προκύψει, η εναγόμενη έδωσε εντολή στους ενάγοντες, κατά τη συζήτηση της δεύτερης αναίρεσης (09-03-2012) και κατά τη συζήτηση της ασκηθείσας δεύτερης αγωγής (24-05-2012), να προβούν στη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής της δίκης, που είχε επέλθει με το θάνατο του Κ. Γ. και να ζητήσουν την αναβολή της συζήτησης των υποθέσεων.

Ότι, πράγματι, ο πρώτος από τους ενάγοντες παραστάθηκε στον Άρειο Πάγο, γνωστοποίησε το θάνατο του εντολέα και ζήτησε αναβολή, για τη νομιμοποίηση της κληρονόμου προς συνέχιση της δίκης. Ότι η μετ' αναβολή δικάσιμος ορίστηκε για την 07-12-2012. Ότι το ίδιο συνέβη και με τη δεύτερη αγωγή, οπότε κατά τη δικάσιμο της 24-05-2012 παραστάθηκε ο πρώτος ενάγων και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης, η οποία δόθηκε για την 29-11-2012.

Ότι αυτά συνέβησαν παρά τις αντιρρήσεις των εναγόντων, οι οποίοι επέμεναν στην άμεση συνέχιση των δύο δικών, υποστηρίζοντας ότι η παράλειψη κήρυξης της διαθήκης ως κυρίας δεν δημιουργούσε στην εναγομένη κώλυμα για την πρόοδο της δίκης, αφού η εκεί αντίδικος τράπεζα δεν θα είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει τη νομιμοποίησή της.

Ότι μετά την ως άνω πρώτη αναβολή της συζήτησης των δύο υποθέσεων, οι ενάγοντες, με την από 24-10-2012 εξώδικη δήλωσή τους, κάλεσαν την εναγομένη να ξεκαθαρίσει αν έχει ή όχι την πρόθεση να διεκπεραιώσουν αυτοί τις υποθέσεις, που τους είχε αναθέσει ο καθολικός δικαιοπάροχός της και να τους προσκομίσει ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για τη δίκη στον Άρειο Πάγο, εντός προθεσμίας 10 ημερών, διότι άλλως, με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας, θα θεωρήσουν ότι ανακαλείται από πλευράς της κάθε εντολή προς αυτούς και επέρχονται οι νόμιμες συνέπειες που απορρέουν από τις δύο συμβάσεις εργολαβίας δίκης.

Ότι η εναγόμενη επικοινώνησε με τους ενάγοντες και δήλωσε προς αυτούς ότι θα προχωρήσει στην επανάληψη των δικών μόλις εκδοθεί απόφαση στην αίτησή της για κήρυξη κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος. Ότι τα παραπάνω ανανεώθηκαν και επιβεβαιώθηκαν κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο για τη δεύτερη αγωγή (29-11-2012), κατά την οποία οι ενάγοντες παραστάθηκαν και ζήτησαν νέα αναβολή της δίκης λόγω αποχής των δικηγόρων, με αποτέλεσμα η συζήτηση να ορισθεί για την 14-03-2013, οπότε και πάλι αναβλήθηκε για τον ίδιο λόγο και προσδιορίστηκε για την 17-10-2013.

Ότι, επίσης, οι ενάγοντες παραστάθηκαν και στη μετ' αναβολή δικάσιμο για την αναίρεση (07-12-2012), οπότε ζήτησαν αναβολή λόγω αποχής των δικηγόρων και η υπόθεση προσδιορίστηκε για την 01-11-2013. Ότι εν όψει των εν λόγω δικασίμων, η εναγομένη έδωσε και πάλι εντολή στους ενάγοντες να αναβάλουν, άλλως να ματαιώσουν, την εκδίκαση της αγωγής και της αναίρεσης, μέχρις ότου περατωθεί η εκκρεμής δίκη για την κήρυξη κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης του Κ.

Γ.. Ότι οι ενάγοντες, με την από 10-10-2013 εξώδικη δήλωση, ζήτησαν από την εναγομένη, μέχρι την προηγούμενη ημέρα της μετ' αναβολής δικασίμου της αγωγής (16-10-2013) να επιβεβαιώσει την εντολή για ματαίωση της συζήτησης των υποθέσεων και εντός 15 ημερών να χορηγήσει σ' αυτούς συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για την εκπροσώπησή της στον Άρειο Πάγο στη συζήτηση που θα ορισθεί με κλήση μετά τη ματαίωση κατά την ήδη ορισθείσα δικάσιμο (01-11-2013), δηλώνοντας ότι άλλως θα θεωρήσουν ότι ανακαλεί κάθε εντολή για τη διεκπεραίωση των παραπάνω υποθέσεων.

Ότι η εναγόμενη επικοινώνησε με τους ενάγοντες και επιβεβαίωσε ότι η επιθυμία της για ματαίωση της συζήτησης των υποθέσεων είχε προσωρινό χαρακτήρα, ήτοι ίσχυε μέχρι την έκδοση απόφασης για την αίτησή της προς κήρυξη κυρίας της διαθήκης και μόνο για την περίπτωση που δεν ήταν δυνατή η χορήγηση άλλης αναβολής.

Ότι, παράλληλα, συνέταξε σχετικώς την από 15-10-2013 έγγραφη εντολή της προς τους ενάγοντες, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της και της χρονολογίας από το ... και κάλεσε τους ενάγοντες, στην καφετέρια που διατηρούσε στο ισόγειο της ..., για να τους το παραδώσει μαζί με το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ, που της είχαν ζητήσει για την εκτέλεση των εντολών.

Ότι η εναγομένη δεν θεώρησε σκόπιμο να τους εφοδιάσει με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, αφ' ενός διότι δεν είχε ολοκληρωθεί η δίκη για την κήρυξη κυρίας της διαθήκης και αφ' ετέρου διότι η ίδια η συμβολαιογράφος (Κ. Β.), στην οποία οι ενάγοντες την είχαν παραπέμψει, δεν δεχόταν να το συντάξει πριν ξεκαθαρίσει η υπόθεση της διαθήκης.

Ότι οι ενάγοντες θεώρησαν ότι είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που είχαν τάξει και, με εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στην εναγομένη την 29-10-2013, την κάλεσαν εντός προθεσμίας 10 ημερών να τους καταβάλει τις συμφωνηθείσες αμοιβές τους, ποσού 119.818,99 ευρώ στον καθένα, με βάση τα συμφωνητικά εργολαβίας δίκης, λόγω αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής.

Ότι, αμέσως, η εναγομένη με την από 31-10-2013 εξώδικη διαμαρτυρία επανέλαβε όσα και προφορικά τους είχε δηλώσει, ήτοι ότι αυτοί είναι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της για τις δύο εκκρεμείς υποθέσεις του θανόντος με την τράπεζα και ότι ο μόνος λόγος που δεν έχει δώσει εντολή για την εκδίκαση των δύο υποθέσεων είναι το ότι δεν έχει περαιωθεί η διαδικασία κήρυξης κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος, στην οποία είχαν ασκήσει κύρια παρέμβαση και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήτοι ζήτημα σημαντικό για εκείνη, όχι μόνο για λόγους συναισθηματικούς, αλλά και ηθικής τάξεως, γι' αυτό και τους κάλεσε να παρασταθούν στον Άρειο Πάγο, να ζητήσουν νέα αναβολή και, σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτό το αίτημα αναβολής, να φροντίσουν για τη ματαίωση της υπόθεσης.

Ότι, τέλος, με την από 28-11-2013 εξώδικη δήλωσή της, η εναγομένη γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι εκδόθηκε η 22893/2013 απόφαση με την οποία κηρύχθηκε κυρία η ιδιόγραφη διαθήκη του Κ. Γ., τους κάλεσε να την ενημερώσουν για την πορεία της δίκης στον Άρειο Πάγο και τους έδωσε εντολή για συνέχιση και εκδίκαση των υποθέσεων, που είχαν αναλάβει.

Ότι, παρά ταύτα, οι ενάγοντες δεν ασχολήθηκαν ξανά με τις δύο υποθέσεις, οι φάκελοι των οποίων εξακολουθούν να βρίσκονται στα γραφεία τους, χωρίς κανείς να έχει αναλάβει έκτοτε τη διεκπεραίωσή τους, είτε διά της δικαστικής οδού είτε με συμβιβαστική επίλυση.

3. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης έκρινε ότι η εντολή της εναγομένης προς τους ενάγοντες, να επιδιώξουν την αναβολή ή τη ματαίωση της συζητήσεως των δύο υποθέσεων, είχε δοθεί σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, του οποίου η ίδια φερόταν ότι είναι δικαιούχος και, επιπλέον, είχε γίνει για σπουδαίο λόγο, διότι το συμφέρον της να διαγνωσθεί πρώτα το ζήτημα της νομιμοποίησής της ως κληρονόμου ήταν δικαιολογημένο και εξυπηρετούνταν μόνο με την αναβολή ή τη ματαίωση της συζήτησης.

Και ότι οι ενάγοντες όφειλαν να μην επιμείνουν στην άμεση πρόοδο της δίκης, αλλά να συμμορφωθούν προς την εντολή και να συμβάλλουν στην αναβολή ή, σε περίπτωση απόρριψης του σχετικού αιτήματος, στη ματαίωση της συζήτησης. Άλλωστε, έκρινε περαιτέρω το εφετείο, η εναγομένη δεν είχε άλλο λόγο για να μην επιθυμεί τη συζήτηση των δύο υποθέσεων, αφού σύμφωνα με τα εργολαβικά δίκης δεν επιβαρυνόταν με έξοδα και μόνο σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης θα καλείτο να καταβάλει την αμοιβή των εναγόντων, αφού πρώτα θα εισέπραττε την αποζημίωση.

Ως εκ τούτου, δεν έλαβε χώρα εκ μέρους της εναγομένης ανάκληση της εντολής προς τους ενάγοντες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων που είχαν αναλάβει. Αντίθετα, από την πλευρά των εναγόντων υπήρξε αδικαιολόγητη υπαναχώρηση από την εκτέλεση της εντολής, διότι αυτοί αβάσιμα θεώρησαν την καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων ως σιωπηρή ανάκληση της εντολής και διεκδίκησαν άκαιρα τη συμφωνηθείσα αμοιβή, την οποία θα λάμβαναν "αν και εφόσον ευδοκιμήσουν οι λίαν επισφαλείς δίκες (η αμετάκλητη απώλεια της πρώτης θα συμπαρέσερνε και όλες τις λοιπές με μαθηματική ακρίβεια)", όπως και οι ίδιοι εξωδίκως ομολογούν στην από 05-03-2012 εξώδικη δήλωσή τους, σχετικά με τη μη βεβαιότητα της ευδοκίμησης, ενόψει και της από 29-02-2012 αρνητικής πρότασης του εισηγητή αρεοπαγίτη στην από 17-02-2011 αίτηση για αναίρεση της 2341/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατόπιν αυτών, το εφετείο έκρινε ότι η εναγομένη δεν έχει υποχρέωση προς καταβολή κάποιας αμοιβής, παρά μόνον για την κάλυψη των δαπανών που ο πρώτος από τους ενάγοντες είχε πραγματοποιήσει, συνολικού ποσού 490 ευρώ. Γι' αυτό και απέρριψε την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης 11580/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει μόνο κατά ένα μικρό μέρος δεκτές τις από 3-1-2014 (για την υπόθεση του υπογείου) και 29-10-2014 (για την υπόθεση του πρώτου ορόφου) αγωγές των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων δικηγόρων, με τις οποίες αυτοί είχαν ζητήσει αμοιβές κατά περίπτωση, επικαλούμενοι, κυρίως, σιωπηρή και αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ή, επικουρικώς, δικαιολογημένη αποχή αυτών από την εκτέλεση της εντολής ή, όλως επικουρικώς για το ενδεχόμενο μη ισχύος των δύο συμφωνητικών εργολαβίας δίκης, εφαρμογή των διατάξεων του ΚΔ προς εκκαθάριση των αμοιβών και των εξόδων αυτών για τις ήδη παρασχεθείσες υπηρεσίες.

4. Με τις ως άνω σαφείς παραδοχές και με την ορθή υπαγωγή αυτών στις διατάξεις του ΚΔ (το εφετείο εφάρμοσε τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις του προϊσχύσαντος κώδικα δικηγόρων, χωρίς αυτό να επηρεάζει την κρίση του και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ΚΠολΔ 578), το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια ούτε από τον αρ.1 ούτε από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Πράγματι, το εφετείο δέχθηκε και αιτιολόγησε με σαφήνεια ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εναγομένη, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αρχικού εντολέα των εναγόντων δικηγόρων, δεν εκδήλωσε ουδεμία συμπεριφορά η οποία θα μπορούσε να αξιολογηθεί βάσιμα ως δηλωτική σιωπηρής και αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής, που είχε δοθεί από το δικαιοπάροχό της προς τους ενάγοντες για υποστήριξή του στις δύο υποθέσεις κατά της τράπεζας.

Διότι, όπως δέχθηκε και με τις παραδοχές του αιτιολόγησε το εφετείο, σε όλο το χρονικό διάστημα από το θάνατο του αρχικού εντολέα μέχρι την εκδήλωση της άρνησης των εναγόντων να συνεχίσουν την υποστήριξη των δύο υποθέσεων, η στάση της εναγομένης ήταν σαφής και εύλογη, δυνάμενη να αποδοθεί συνοπτικά με τη φράση "εσείς είστε οι δικηγόροι μου στις δύο υποθέσεις που κληρονόμησα, αλλά για την πρόοδό τους θα πρέπει να περιμένετε την κήρυξη κυρίας της διαθήκης που με νομιμοποιεί".

Επί του ζητήματος αυτού, το εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες, παρά την περί του αντιθέτου νομική τους άποψη, θα έπρεπε να σεβαστούν την επιθυμία της εναγομένης για μη επίσπευση της αντιδικίας με την τράπεζα μέχρι να υπάρξει μια πρώτη απάντηση από το αρμόδιο δικαστήριο ως προς το κύρος της διαθήκης, το οποίο είχε αμφισβητηθεί δυναμικά από τους εν δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονόμους του δικαιοπαρόχου της.

Το γεγονός ότι από την πλευρά της τράπεζας δεν είχε εκδηλωθεί τέτοια αμφισβήτηση, δεν καθιστά ανάξια λόγου την απροθυμία της εναγομένης να αναμιχθεί σε μια σοβαρή αντιδικία, εκ της οποίας, σε περίπτωση δυσμενούς έκβασης, θα μπορούσαν να της ζητηθούν ευθύνες εκ μέρους των εξ αδιαθέτου κληρονόμων, εάν η διαθήκη ήθελε κηρυχθεί ανίσχυρη.

Περαιτέρω, με το να αιτιολογήσει και να δεχθεί το εφετείο ότι οι ενάγοντες αδικαιολόγητα εξέλαβαν τις ως άνω επιφυλάξεις της εναγομένης ως ανάκληση της εντολής και, επίσης αδικαιολόγητα, αρνήθηκαν στο εξής την παροχή των δικηγορικών τους υπηρεσιών, απάντησε και στην πρώτη επικουρική βάση των δύο αγωγών, που προϋπέθετε δικαιολογημένη άρνηση.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, δέκατος και ενδέκατος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

5. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 (ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός), 2 (ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης και η θέση του είναι ανεξάρτητη κατά την απονομή της), 35 παρ.3 (ο δικηγόρος οφείλει να ενημερώνει τον εντολέα του και γενικά να συμβάλλει στην επίλυση των διαφορών του, με οποιονδήποτε τρόπο, προς όφελος αυτού), 36 παρ.1 (αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του) και 37 παρ.1 (ο δικηγόρος έχει υποχρέωση να αναλαμβάνει κάθε υπόθεση, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη ή αντιβαίνει στις αρχές του) του ΚΔ, σε συνδυασμό με τους εν γένει κανόνες της δεοντολογίας ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματός του με υπευθυνότητα και ανεξαρτησία, δικαιούται μεν να αρνείται την υπεράσπιση υποθέσεων όταν αυτό αντιβαίνει στις αρχές του, αλλά κατά τα λοιπά οφείλει να ενεργεί μέσα στα όρια της εντολής που λαμβάνει από τον πελάτη του και να τον υπερασπίζεται σεβόμενος τις αρχές, τις πεποιθήσεις ή τις ιδιαιτερότητες και εκείνου, στο μέτρο που δεν δημιουργούν στον εαυτό του πρόβλημα συνειδήσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις παραδοχές και κρίσεις που αναφέρθηκαν στις σκέψεις που προηγήθηκαν, προκύπτει ότι το εφετείο ουδόλως παραβίασε τις διατάξεις αυτές με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες δικηγόροι όφειλαν να ακολουθήσουν τις επιφυλάξεις της εναγομένης ως προς την άμεση πρόοδο των εκκρεμών δικών μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου της και να μην τις εκλάβουν ούτε ως αμφισβήτηση της επαγγελματικής τους δεξιότητας ούτε ως άρση της εμπιστοσύνης της προς αυτούς.

Επομένως, οι έβδομος και όγδοος από τους λόγους της αιτιάσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

6. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για το ότι το εφετείο α) δεν έλαβε υπ' όψη τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς των εναγόντων περί του ότι η εμμονή της εναγομένης στο να μην ακολουθεί τη συμβουλή τους για άμεση συνέχιση των δύο εκκρεμών δικών του δικαιοπαρόχου της και στο να μη χορηγεί σ' αυτούς έγγραφο πληρεξουσιότητας για την άμεση παράστασή τους στον Άρειο Πάγο, είχε δημιουργήσει στους ίδιους βάσιμες αμφιβολίες περί του αν εξακολουθεί να τους θεωρεί ως εντολοδόχους και β) έλαβε υπ' όψη αν και μη νομίμως προταθέντα τον ισχυρισμό της εναγομένης περί του ότι η αντίδικος τράπεζα είχε αμφισβητήσει το κληρονομικό της δικαίωμα.

Παρατηρείται, όμως, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συνιστούν επιχειρήματα χάριν της ουσιαστικής παραδοχής άλλων ισχυρισμών των διαδίκων. Επομένως, πέραν του ότι το δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός απάντησε στα υπό (α) επιχειρήματα και αφ' ετέρου ουδεμία παραδοχή έχει περί της υπό (β) εκδοχής (η παραδοχή έγκειται στο ότι η αμφισβήτηση προήλθε εκ μέρους των εν δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονόμων), οι ένατος και δωδέκατος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-2-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1336/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ