1614/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1614/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, με βάση τη Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών, που υπογράφηκε στη Λωζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923 και τη Συνθήκη Ειρήνης που υπογράφηκε επίσης στη Λωζάνη στις 23 Ιουλίου 1923, στην Ελλάδα και ειδικότερα στη Δυτική Θράκη, παρέμειναν Μουσουλμάνοι κατά το θρήσκευμα (θρησκευτική μειονότητα).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1614 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1614/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. Α. του Σ., 2) Χ. Χ. Τ. του Χ., 3) Κ. Ε. του Χ., 4) Ν. Ο. Λ. του Χ., κατοίκων ..., 5) Ο. Α. του Ι., κατοίκου ..., 6) Σ. Ο. Σ. του Ε., κατοίκου ... και 7) Μ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ως μελών της προσωρινής διοίκησης του υπό σύσταση Συλλόγου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχμέτ Καρά.
Οι αιτούσες και ήδη αναιρεσείουσες με την από 1η-12-2010 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-4-2016 αίτησή τους.
Η υπόθεση, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 22-4-2016 (αρ. κατ. …2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 89/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 577 παρ. 1 σε συνδ. 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "...το καταστατικό για να είναι έγκυρο πρέπει να καθορίζει: 1. Το σκοπό, την επωνυμία... του σωματείου". Από δε τη διάταξη του άρθρου 81 ΑΚ συνάγεται ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης εγγραφής νέου σωματείου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας. Ο έλεγχος αυτός δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρ. 12 παρ. 1), ούτε στην ΕΣΔΑ, αρκεί να τηρείται η Αρχή της Αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. δ’ Συντ.) κατά την ενδεχόμενη επιβολή του περιοριστικού μέτρου της μη αναγνώρισης του Σωματείου (ΑΠ Ολ. 4/2005). Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια. Εξάλλου, στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας του σωματείου είναι η επωνυμία, όπως την ίδια λειτουργία επιτελεί το επώνυμο στα φυσικά πρόσωπα. Επομένως η επωνυμία εξ αυτού του λόγου επιβάλλεται να μην είναι αντικειμενικά πρόσφορη να δημιουργήσει παραπλανητική εικόνα ή σύγχυση με τρίτους ούτε αυτή να αντίκειται στο νόμο, τα χρηστά ήθη, διότι σε διαφορετική περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο, να απορρίψει τη σχετική αίτηση (ΑΠ 586/2005).
Περαιτέρω, η από 4 Νοεμβρίου 1950 Σύμβαση της Ρώμης, "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει α) στο άρθρο 9 παρ. 1 εδάφ. α’ της Σύμβασης αυτής, ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, πλην, όμως, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών, πέραν από αυτούς που προβλέπονται από το νόμο, στην έκταση που οι περιορισμοί αυτοί αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία, για τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δημόσιας τάξης, υγείας και ηθικής, ή την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων, β) στο άρθρο 10 παρ. 1 εδάφ.
α’ και β’ της ίδιας Σύμβασης (ΕΣΔΑ), ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και ότι το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης ως και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων πλην, όμως, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι η άσκηση των ελευθεριών τούτων, συνεπαγόμενη καθήκοντα και ευθύνες, δύναται να υπαχθεί σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων, γ) στο άρθρο 11 παρ. 1 της αυτής Σύμβασης (ΕΣΔΑ) ορίζεται, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και στην ελευθερία συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ίδρυσης μετ’ άλλων συνδικάτων και προσχώρησης σε συνδικάτα με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων τους.
Κατά την παρ. 2 εδάφ. α’ , όμως, του ίδιου άρθρου, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς που προβλέπονται από το νόμο, στην έκταση που οι περιορισμοί αυτοί, αποτελούν αναγκαία μέτρα, σε δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων και δ) στο άρθρο 14 ορίζεται, ότι η χρήση των αναγνωριζόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να εξασφαλίζονται σε όλους αδιακρίτως, φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, συμμετοχής σε εθνική μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως.
Επίσης, στο άρθρο 27 του Ν. 2462/21/26.2.1997 περί κυρώσεως του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Πρωτοκόλλου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, με τα οποία καθιερώνεται ειδική προστασία των μειονοτήτων και των μελών αυτών ορίζεται ότι "Στα κράτη όπου υπάρχουν εθνοτικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες, τα πρόσωπα που ανήκουν σ’ αυτές, δεν μπορούν να στερηθούν του δικαιώματος να έχουν, από κοινού με άλλα μέλη της ομάδας τους τη δική τους πολιτιστική ζωή...".
Εξάλλου, με βάση τη Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών, που υπογράφηκε στη Λωζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923 και τη Συνθήκη Ειρήνης που υπογράφηκε επίσης στη Λωζάνη στις 23 Ιουλίου 1923, στην Ελλάδα και ειδικότερα στη Δυτική Θράκη, παρέμειναν Μουσουλμάνοι κατά το θρήσκευμα (θρησκευτική μειονότητα).
Αυτό με σαφήνεια προκύπτει: α) από το άρθρο 2 της ανωτέρω Σύμβασης, το οποίο ορίζει, ότι "...δεν θα περιληφθούν στην προβλεπόμενη από το πρώτο άρθρο ανταλλαγή οι Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως και οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης" και β) από το άρθρο 45 της πιο πάνω Συνθήκης Ειρήνης, στο οποίο αναφέρεται, ότι "...τα αναγνωρισθέντα διά των διατάξεων του παρόντος τμήματος δικαιώματα στις μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Τουρκία, αναγνωρίζονται επίσης υπό της Ελλάδος στις ευρισκόμενες στο έδαφός της μουσουλμανικές μειονότητες".
Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω Σύμβαση, η οποία είναι ειδική και δεν έχει ανατραπεί με κάποια νεότερη σύμβαση, στη Θράκη υπάρχουν μουσουλμάνοι Έλληνες υπήκοοι. Το ιστορικό αυτό γεγονός, αλλά και η αναγνώριση της ύπαρξης μουσουλμανικής κοινότητας από τις συμβαλλόμενες χώρες, Ελλάδα και Τουρκία, οριοθετούν πλήρως τις θέσεις των δύο χωρών και τον αντίστοιχο προσδιορισμό τους στο διεθνή χώρο.
Η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 έθεσε τέρμα σε οποιαδήποτε αιτήματα και βλέψεις εδαφικών διεκδικήσεων, οριστικοποιώντας έτσι τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (Ολ.ΑΠ 4/2005, ΑΠ 586/2005).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 349/2014). Με τον 1ο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 78 έως 106 του ΑΚ, 12 παρ. 1 και 2, 28 του Συντάγματος, 9, 10, 11 και 14 της ΕΣΔΑ - Σύμβαση Ρώμης και άρθρο 27 του Ν. 2462/1997, τους οποίους εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή τους και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η επωνυμία του υπό σύσταση σωματείου του οποίου οι αναιρεσείουσες είναι μέλη της προσωρινής διοίκησης αυτού, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι επί της από 1-12-2010 (αρ. κατ. 413/2010) αίτησης των ήδη αναιρεσειουσών, που απευθυνόταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ο Σύλλογος με την επωνυμία "..." με έδρα την Ξάνθη.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 59/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως μη νόμιμη. Οι αναιρεσείουσες άσκησαν κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την από 18-4-2012 (αρ. .../2012) έφεση, ενώπιον του Εφετείου Θράκης, επί της οποίας εκδόθηκε με την ίδια ειδική διαδικασία η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 89/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σύμφωνα με την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι αιτούσες είτε για άμεση και έμμεση απόδειξη, είτε ως δικαστικά τεκμήρια αποδεικνύονται τα εξής: Οι επτά (7) αιτούσες και άλλες τριάντα πέντε (35) γυναίκες, οι οποίες έχουν την ελληνική ιθαγένεια, πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και κατοικούν μόνιμα στο Νομό Ξάνθης, στις 17-11-2010 κατάρτισαν νομότυπα τη συστατική πράξη του μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "..." και έδρα την Ξάνθη.
Τα ιδρυτικά μέλη του νομικού αυτού προσώπου εξέλεξαν ταυτόχρονα και προσωρινή διοίκηση του υπό σύσταση σωματείου και κατάρτισαν και το καταστατικό του (βλ. το από 17-11-2010 "πρακτικό ίδρυσης συλλόγου και εκλογή[ς] προσωρινής διοίκησης και το καταστατικό του σωματείου που φέρει την ίδια ημεροχρονολογία).
Η επωνυμία όμως του υπό σύσταση σωματείου μπορεί να παραπλανήσει ως προς την ταυτότητα των μελών του, επειδή δημιουργεί αντικειμενικά την εντύπωση ότι μέλη του είναι είτε αλλοδαποί που έχουν την τουρκική υπηκοότητα, είτε πρόσωπα που ανήκουν σε δομημένη εθνική, τουρκική, μειονότητα στο Νομό Ξάνθης. Οι αιτούσες όμως καθιστούν σαφές και στο δικόγραφο της έφεσής τους ότι μέλη του σωματείου μπορούν να εγγράφονται μόνο ελληνίδες υπήκοοι, κάτοικοι του Νομού Ξάνθης, οι οποίες έχουν αναπτύξει "τουρκική συνείδηση", επειδή είναι μουσουλμάνες, μιλούν (και) την τουρκική γλώσσα, έλκουν την απώτερη καταγωγή τους από τη σημερινή Τουρκία και είναι ενταγμένες στον πολιτισμό και την κουλτούρα του συγκεκριμένου κράτους (βλ.
και το άρθρο 3 του καταστατικού του υπό σύσταση σωματείου). Τα ιδιαίτερα όμως αυτά, γλωσσικά, θρησκευτικά, εθνοτικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά δεν μπορούν να προσδώσουν στα ιδρυτικά μέλη του σωματείου και τα μελλοντικά μέλη του και τουρκική εθνική ταυτότητα για να μπορούν με τον τρόπο αυτό να αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη εθνικής μειονότητας στο Νομό Ξάνθης, επειδή οι αιτούσες δεν αμφισβητούν ότι είναι κατά τα λοιπά πλήρως ενταγμένες στην ελληνική κοινωνία και ότι δεν αντιμετωπίζουν διακριτική σε βάρος τους μεταχείριση από την ελληνική Πολιτεία, επειδή -πράγματι- ανήκουν σε διαφορετική κοινωνική ομάδα από την πλειονότητα των γυναικών που κατοικούν στον ίδιο Νομό της Θράκης... ...Αντίθετα το ελληνικό κράτος σε εκτέλεση του άρθρου 45 της Συνθήκης Ειρήνης που υπογράφηκε στη Λωζάνη στις 24-7-1923 αναγνωρίζει πλήρως και de jure την ετερότητα όλων των μουσουλμάνων κατοίκων του Νομού Ξάνθης (Τουρκογενών, Πομάκων, Ρομά κ.λπ.) με συγκεκριμένες δράσεις (εκλογή Μουφτήδων, βακουφική περιουσία, αναγνώριση Σαρίας, εισαγωγή μουσουλμανοπαίδων με ειδική ποσόστωση στα Α.Ε.Ι.
και Τ.Ε.Ι. της χώρας κ.λπ.). Οι αιτούσες πολύ περισσότερο δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν "Τούρκοι" από μόνη κάποια απώτατη καταγωγή τους, η οποία μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδεικνύεται. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η επωνυμία του υπό σύσταση σωματείου είναι αντίθετη με το Νόμο, επειδή δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της αλήθειας που διέπει την επωνυμία όλων των νομικών προσώπων και συνεπώς το καταστατικό του δεν είναι έγκυρο (άρθρα 80 αρ. 1 ΑΚ......Η από 27-3-2008 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Χ.
Ε. και λοιποί κατά Ελλάδος (δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) έκρινε ότι η Ελλάδα είχε παραβιάσει το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, επειδή τα ελληνικά Δικαστήρια είχαν κρίνει ότι ο σκοπός του υπό σύσταση τότε σωματείου με την επωνυμία "..." και έδρα την Κομοτηνή ήταν αντίθετος με τη δημόσια τάξη (άρθρο 105 αρ. 3 ΑΚ).
Στην υπό κρίση όμως υπόθεση δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα και συνεπώς η συγκεκριμένη απόφαση δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως προς το νομικό ζήτημα που έκρινε. Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο που απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 12 παρ. 1 Σ., 80 αρ. 1, 105 ΑΚ, 27 Ν. 2462/1997, 9 παρ. 1, 10, 11 και 14 ΕΣΔΑ και εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις που είχαν προσαχθεί ενώπιόν του.
Τα αντίθετα επομένως που επικαλούνται οι αιτούσες με τους λόγους της έφεσής τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολό της, όπως ορίζεται και στο διατακτικό...". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12, 28 του Συντάγματος, 9 έως 11 και 14 της ΕΣΔΑ και το άρθρ. 27 Ν. 2462/1997, στο πραγματικό των οποίων ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 της Σύμβασης - Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων (που έχει υπογράψει αλλά δεν έχει επικυρώσει ακόμη η Ελλάδα) και της παραγράφου 32 του κειμένου της Κοπεγχάγης της ΔΑΣΕ, προεχόντως, διότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις δεν αποτελούν δεσμευτικά κείμενα, ανεξαρτήτως του ότι, ούτε αυτές, ούτε άλλη διάταξη αναγνωρίζει δικαίωμα συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, όπως διατείνονται αβασίμως οι αναιρεσείουσες, αλλά το βασικότερο, οι αναιρεσείουσες δεν στερούνται της δυνατότητας να ιδρύσουν σωματείο με ευθύ και ακριβολόγο και όχι παραπλανητικό τίτλο-επωνυμία.
Επομένως, κατόπιν όλων αυτών, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Α’ σκέλος αυτού οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και ειδικότερα Α) ότι μέλη του σωματείου μπορούν να εγγράφονται "μόνο ελληνίδες υπήκοοι", οι οποίες έχουν αναπτύξει "τουρκική συνείδηση" λόγω καταγωγής και Β) την απόφαση του ΕΔΔΑ επί της υπόθεσης "Χ. Ε. και λοιποί κατά Ελλάδος", με την οποία η Ελλάδα καταδικάστηκε για την παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (2ος Α’ σκέλος περ. Α’ και Β’ αυτού) πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά στον 1ο αναιρετικό λόγο, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς (βλ. σελ. 2β και 3β της απόφασης), τους οποίους ρητά αξιολόγησε και αντέκρουσε κρίνοντας ότι τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά των αναιρεσειουσών με βάση τα οποία ανέπτυξαν τουρκική συνείδηση, επειδή έλκουν την απώτερη καταγωγή τους από τη σημερινή Τουρκία, δεν μπορούν να προσδώσουν και τουρκική εθνική ταυτότητα, εικόνα παραπλανητική, που μπορεί να προσδώσει η επωνυμία του υπό σύσταση σωματείου και ότι στην υπόθεση Χ. Ε. τα ελληνικά δικαστήρια είχαν κρίνει ότι ο σκοπός του τότε υπό σύσταση σωματείου ήταν αντίθετος με τη δημόσια τάξη, ζήτημα που διαφέρει με το ερευνώμενο στην παρούσα δίκη και αφορά την νοηματική ερμηνεία της επωνυμίας και την παραπλανητική εικόνα που αυτή αντικειμενικά είναι πρόσφορη για να δημιουργήσει.
Με τον ίδιο 2ο αναιρετικό λόγο και κατά το Β’ σκέλος του, οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση με την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες δεν αντιμετωπίζουν διακριτική σε βάρος τους μεταχείριση, καθόσον καμιά τέτοια αναφορά δεν έλαβε χώρα εκ μέρους τους στο δικόγραφο της έφεσης ή στις κατ’ έφεση προτάσεις τους.
Ο λόγος αυτός (2ος Β’ σκέλος) πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ισχύει το ανακριτικό σύστημα (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη του και ισχυρισμούς, που δεν έχουν προταθεί (ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 264/2008).
Συνεπώς, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ. Άλλως, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, δηλαδή, πράγμα, αλλά αποτελεί επιχείρημα που το Δικαστήριο άντλησε από το αποδεικτικό υλικό και συνεπώς και εκ του λόγου αυτού δεν ιδρύεται η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 140/2010, πρβλ.
επίσης ΑΠ 49/2013).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι με αντιφατικές, ανεπαρκείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, που καθιστούν το αποδεικτικό της πόρισμα αμφίβολο, αν και δέχθηκε ότι ως μέλη του σωματείου μπορούν να εγγράφονται μόνο ελληνίδες υπήκοοι, κάτοικοι Ν.
Ξάνθης, εντούτοις δέχεται επίσης ότι η επωνυμία μπορεί να παραπλανήσει ως προς την ταυτότητα των μελών του σωματείου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος εφόσον δεν προσδιορίζεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε προκειμένου να ελεγχθεί εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του ανεπαρκής, ενδοιαστική ή αντιφατική αιτιολογία, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών με βάση την αρχή jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ Ολ. 20/2005).
Σε κάθε περίπτωση όμως, εάν εκτιμηθεί ότι οι παραβιασθέντες ουσιαστικοί κανόνες δικαίου εκτίθενται στον 1ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς ο 3ος αναιρετικός λόγος είναι αρκούντως ορισμένος και στην περίπτωση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ στηρίζει το διατακτικό της χωρίς ενδοιαστικές διατυπώσεις και δεν χρειάζονταν επιπλέον αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα.
Ειδικότερα, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δέχθηκε, ότι η επωνυμία του υπό σύσταση σωματείου είναι αντικειμενικά πρόσφορη να δημιουργήσει παραπλανητική εικόνα και σύγχυση ως προς την ταυτότητα των μελών του, ενόψει και της ειδικής Σύμβασης της Λωζάνης του 1923, που αναγνωρίζει μόνον την ύπαρξη μουσουλμάνων ελλήνων υπηκόων στην Δυτική Θράκη (θρησκευτική μειονότητα) και όχι εθνική τουρκική μειονότητα.
Ο χαρακτηρισμός στην επωνυμία "..." είναι πρόσφορος αντικειμενικά να δημιουργήσει σύγχυση ότι μέλη του είναι Τούρκοι υπήκοοι ως εθνική τουρκική μειονότητα και όχι ότι πρόκειται για μουσουλμάνους ελληνικής υπηκοότητας -θρησκευτική μειονότητα, που αναγνωρίζεται και προστατεύεται με βάση τις διεθνείς συμβάσεις και οι οποίοι θεμιτά επιδιώκουν τη διατήρηση των εθνικών τους εθίμων, γλώσσας κ.λπ.
Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειουσών ότι στην επωνυμία τίθεται η λέξη "Τούρκων" ως διευκρινιστική της καταγωγής ή της εθνικής συνείδησης των μελών του και ότι αναφέρεται σε άτομα που δηλώνουν τουρκική καταγωγή, με ελληνική υπηκοότητα, δεν είναι λυσιτελής, διότι η τουρκική καταγωγή δεν αποτελεί όρο για την εγγραφή μέλους, όπως αντιθέτως ισχύει με την ελληνική υπηκοότητα που τίθεται ρητά ως τέτοιος όρος στο άρθρο 3 του καταστατικού.
Σε κάθε περίπτωση, εάν η επωνυμία του σωματείου ήταν δηλωτική μόνον της καταγωγής (που είναι θεμιτό) θα έπρεπε η επωνυμία να είναι σαφέστερη και να μην δημιουργεί νοηματική παραπλανητική εικόνα για την ιδιότητα των μελών του. Επομένως, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου τους οποίους εφάρμοσε και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή αυτών στις εφαρμοστέες διατάξεις και έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επομένως, ο 3ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 περ. Βδ’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται ελλείψει αντιδικίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2016 (αρ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 89/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ