Legislator Case Law & Legislation
1614/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to procedural defects and insufficient grounds.

Case Number 1614/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's eviction judgment. The appellant argued the lower court erred by considering inadmissible evidence and failing to properly cite reasons for its decision. The court rejected these claims, finding the appeal lacked specific grounds and that the lower court correctly evaluated the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 14, Art. 520 para. 1, Art. 416 A.C. of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific grounds of error, and vague or general allegations without precise identification of the legal or factual mistakes are inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal Code of Civil Procedure inadmissible appeal eviction judgment specific grounds required

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 520 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 416 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1614 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1614/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκανιάτσο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 580/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-1-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 1-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2657/10-10-2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Βόλου Φ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων, αντίγραφο της κρινoμένης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον και πράξη ορισμού δικασίμου για την 11-3-2013 και μετ' αναβολήν για την παρούσα δικάσιμο και κλήση για να παραστεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του, σαν να ήταν παρών.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, και τους λόγους της εφέσεως. Οι τελευταίοι πρέπει να εκθέτουν σαφώς τις πλημμέλειες που αποδίδουν, στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η νομική και ουσιαστική τους βασιμότητα, η δε αοριστία των λόγων της εφέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις του εκκαλούντος, ούτε με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα της δίκης. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει, ότι " Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή", συνάγεται, ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως και του αντίστοιχου λόγου εφέσεως είναι το καταβληθέν ή τα καταβληθέντα ποσά, ή αιτία και ο χρόνος ή οι χρόνοι καταβολής.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, ως εκμισθωτής καταστήματος, εζήτησε και εξεδόθη από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου η υπ' αριθ. 240/2005 διαταγή κατά του αναιρεσείοντος ως μισθωτού, με την οποία ο τελευταίος, επειδή όφειλε μισθώματα μη καταβληθέντα από δυστροπία, διετάχθη α1) να αποδώσει την χρήση του μισθίου και β1) να καταβάλει νομιμοτόκως τα οφειλόμενα μισθώματα, τα οποία ανήρχοντο σε 72.721,48 ευρώ.

Κατά της διαταγής αυτής ο αναιρεσείων άσκησε ανακοπή, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθ. 99/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Ακολούθως, κατά της τελευταίας αποφάσεως, ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, διέλαβε δε σ'αυτήν, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "...Διότι, καίτοι, πρωτόδικα, με τα παραστατικά κατάθεσης των μισθωμάτων σε Τραπεζικό λογαριασμό του αντιδίκου, απέδειξα, πληρέστατα, την καταβολή ενός μεγάλου μέρους των αξιουμένων παρ' αυτού, δια της άνω διαταγής, μισθωμάτων, εν τούτοις η πρωτόδικη απόφαση ουδόλως έλαβε υπόψη της αυτά, ως δείκνυται και από την έλλειψη οιασδήποτε μνείας επ' αυτών, επικυρώνουσα έτσι όλως εσφαλμένως την προσβαλλόμενη διαταγή, καίτοι υπήρξε ξοφλημένη....Πλέον αυτού, από τις αθροίσεις των καταβληθέντων ποσών στον λογαριασμό του, ως συνάγεται από τα καταθετήρια της Εμπορικής Τράπεζας, που προσκόμισα πρωτόδικα, δείκνυται, ομοίως, ότι το υπόλοιπο της οφειλής μου, από τα μισθώματα του 2004, είναι το των 8.155,764 ευρώ και όχι των 35.210,928 ευρώ (6.091,34 + 29.119,588), που αναφέρει, αυτός, στο προλεχθέν εξώδικό του, με βάση το οποίο εκδόθηκε η με αριθμ. 240/2005 διαταγή πληρωμής του ΜΠΒόλου...".Με το εν λόγω όμως περιεχόμενο, ο λόγος αυτός της έφεσης περί μερικής καταβολής είναι αόριστος, καθόσον δεν περιλαμβάνει τα αναφερθέντα στην αρχή απαραίτητα στοιχεία και ειδικότερα δεν αναφέρει ούτε τα επί μέρους καταβληθέντα για το μισθωτικό έτος 2004, ως μισθώματα, ποσά, ούτε τους χρόνους καταβολής των.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αόριστο τον λόγον αυτόν της εφέσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 (κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου) και ο αντίθετος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για την θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελλάσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα:"....Έπειτα από σύμβαση μισθώσεως που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στο Βόλο, στις 2-1-2000, εγγράφως, δυνάμει του ταυτόχρονου ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού, ο καθού η ανακοπή εκμίσθωσε στον ανακόπτοντα ένα ισόγειο κατάστημα, που βρίσκεται στο ισόγειο της κείμενης στο Βόλο....οικοδομής.....Το συγκεκριμένο αυτό ....

χώρο καταλάμβαναν αρχικά πέντε αυτοτελή, διαιρεμένα καταστήματα. Κατόπιν σχετικής απαιτήσεως του ανακόπτοντος-μισθωτή, που αποδέχθηκε ο καθού εκμισθωτής, με τις αναγκαίες ανάλογες οικοδομικές εργασίες, τα πέντε αυτά καταστήματα διαμορφώθηκαν σε ένα κατάστημα εμβαδού 230,70 τ.μ. Οι διάδικοι συμφώνησαν, όπως τις δαπάνες διαμόρφωσης του άνω ενιαίου χώρου του μισθίου καταστήματος, αλλά και εκείνες επαναφοράς αυτού στην προηγούμενη κατάσταση, ήτοι των πέντε αυτοτελών καταστημάτων, σε περίπτωση λύσεως της μισθώσεως, αναλάβει ο ανακόπτων.

Το (μηνιαίο) μίσθωμα συμφωνήθηκε, στο ποσό των 1.000.000 δρχ. για το έτος 2001, στο ποσό των 6.603,081 ευρώ για το έτος 2002, στο ποσό των 6.933,235 ευρώ για το έτος 2003, στο ποσό των 7.279,87 ευρώ για το έτος 2004 και στο ποσό των 7.925 ευρώ για το έτος 2005 και ο καθού η ανακοπή παράδωσε τη χρήση του μισθίου στον ανακόπτοντα. Κατόπιν αιτήσεως του καθού, εκδόθηκε η αριθμ. 240/2005 (ανακοπτόμενη) διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία ο ανακόπτων διατάχθηκε, να αποδώσει στον καθού, τη χρήση του μίσθιου καταστήματος και να καταβάλει σ' αυτόν, το ποσό των 1.396,48 ευρώ ως υπόλοιπο του ληξιπρόθεσμου μισθώματος του μηνός Ιανουαρίου 2005 και το ποσό των 7.925 ευρώ) για έκαστο ληξιπρόθεσμο μίσθωμα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2005 και συνολικά, το ποσό των (1.396,40 + 9 μήνες Χ 7.925 ευρώ =) 72.721,48 ευρώ....Από τις ίδιες πιο πάνω αποδείξεις αποδείχθηκε, ότι όντως, στις 6-6-2005 ο ανακόπτων κατέβαλε στον καθού, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστασίου Πίσπα, που ενεργούσε κατ' εντολή του, το ποσό των 50.000 ευρώ, σε μερική εξόφληση των οφειλομένων μέχρι την 31-5-2005 ληξιπροθέσμων μισθωμάτων συνολικού ύψους 78.797,768 ευρώ.

Το υπόλοιπο από 28.797,768 ευρώ συμφωνήθηκε, να καταβληθεί από τον ανακόπτοντα μέχρι τέλος Ιουλίου 2005. Τα ανωτέρω αποτυπώθηκαν στο από 6-6-2005 ιδιωτικό έγγραφο, που επιγράφεται "απόδειξη ευρώ 50.000" και υπογράφηκε τόσο από τον ανακόπτοντα, όσο και από τον καθού διά του άνω πληρεξουσίου δικηγόρου, που ενεργούσε ως εντολέας του.

Ή σύνταξη και υπογραφή του ανωτέρω εγγράφου αποτελούσε κατά τη βούληση των διαδίκων, επιβεβαίωση της υπάρχουσας εντολής και εξώδικη ομολογία του ανακόπτοντος, περί της υφισταμένης μέχρι τότε οφειλής του, που είναι κατ' άρθρο 361 ΑΚ επιτρεπτή.... Περαιτέρω, όσον αφορά τις ανωτέρω τραπεζικές επιταγές, ο καθού συνομολογεί με τις προτάσεις του....την εξόφληση τους κατά το έτος 2002 και ως εκ τούτου, πλήρης απόδειξη παράγεται περί του θέματος αυτού (αρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι όντως αυτές εκδόθηκαν προς εξόφληση μισθωμάτων και δη, μελλοντικών, όπως, ο ανακόπτων ισχυρίζεται. Έγγραφη απόδειξη περί του θέματος αυτού δεν υφίσταται, ενώ ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ανακόπτοντος ουδέν κατέθεσε σχετικώς. Δεν εξηγείται δε λογικά, για ποιο λόγο, εάν όντως το ποσό των εν λόγω επιταγών καταβλήθηκε προς εξόφληση μισθωμάτων, το σημαντικό αυτό ποσό, συνολικού ύψους 19.800.000 δρχ.

ήτοι 58.107,116 ευρώ, δεν συνυπολογίσθηκε στον από κοινού μεταξύ των διαδίκων άνω καθορισμό του ποσού των μέχρι των 31-5-2005 ληξιπροθέσμων μισθωμάτων στις 6-6-2005 και ο ανακόπτων αποδέχθηκε, ότι η μέχρι την 31-5-2005 οφειλή του από ληξιπρόθεσμα μισθώματα ανερχόταν στο ποσό των 28.797,768 ευρώ. Από την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με την επιμέλεια του καθού, κατά την οποία, το κόστος των δαπανών για τη δημιουργία του ενιαίου χώρου του μισθίου καταστήματος εκτιμήθηκε, κατόπιν προφανώς εντολής του καθού, από ειδικούς, οικοδόμους, στο ποσό των 4.000.000 δρχ.

για καθένα από τα πέντε προϋφιστάμενα πέντε αυτοτελή καταστήματα, προκύπτει, ότι οι ανωτέρω μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόθηκαν, προς εξόφληση αφενός των σχετικών δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο καθού, για την προαναφερόμενη μετατροπή και χρήση του μισθίου, προς οικονομική διευκόλυνση του ανακόπτοντος, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, είχε αναλάβει το σχετικό κόστος και αδυνατούσε προσωρινά να ανταποκριθεί οικονομικά, αλλά και των δαπανών εκείνων που θα απαιτούνταν, για την επαναφορά του μισθίου στην προηγούμενη κατάσταση με τη δημιουργία και πάλι πέντε αυτοτελών καταστημάτων.

Ενόψει των εκτεθέντων και αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ο ανακόπτων όφειλε στον καθού μέχρι την 31-5-2005 για ληξιπρόθεσμα μισθώματα συνολικά το ποσό των 28.797,768 ευρώ και όχι βεβαίως το ποσό των (1.396,48 + 4 μήνες Χ 7.925 ευρώ =) 33.096,48 ευρώ, που υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στον καθού με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-5-2005 και συνολικά το ποσό των (28.797,768 + 5 μην.

Χ 7.925 =) 68.422,768 ευρώ και όχι το ποσό των 72.721,48 ευρώ που επιδικάσθηκε με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής...." Ακολούθως δε το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 99/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν ανακοπή εκείνου κατά της υπ' αριθ. 240/2005 διαταγής του δικαστού του ιδίου δικαστηρίου για την καταβολή των μισθωμάτων και την απόδοση της χρήσεως του μισθίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ανακοπή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής κατά το ποσόν των 4.298,712 ευρώ.

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ. ως προς τα οφειλόμενα μισθώματα, περιέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και ειδικότερα όσον αφορά τον σκοπό για τον οποίο εξεδόθησαν από τον αναιρεσείοντα εις διαταγήν του αναιρεσιβλήτου οι αναφερθείσες δυο επιταγές.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο και το πέμπτο μέρος του είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό .Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονοτων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο .Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά την μορφή, το εμβαδόν και την διαμόρφωση του μισθίου, προκειμένου αυτό να καταστεί κατάλληλο για την χρήση για την οποία το προόριζε ο μισθωτής- αναιρεσείων, καθώς επίσης και όσον αφορά το πρόσωπο, μεταξύ των διαδίκων, το οποίο, κατά την σύμβαση της μισθώσεως, έφερε το βάρος της καταβολής των δαπανών της διαμορφώσεως του μισθίου, όπως προκύπτει από τους σχετικούς όρους του μεταξύ των διαδίκων συνταγέντος από 2 Ιανουαρίου 2000 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, αυτοί συνεφώνησαν τα εξής:"...1) Ο πρώτος συμβαλλόμενος, που στη συνέχεια, για λόγους συντομίας θα αναφέρεται με τις λέξεις "Ο εκμισθωτής", έχει στην αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή του, τους παρακάτω περιγραφόμενους χώρους, που αποτελούν ανέξάρτηρες, διηρημένες και αυτοτελείς ιδιοκτησίες, του ισογείου της πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης του Βόλου.....Τα ανωτέρω καταστήματα αποτελούν ενιαίο χώρο.

αδιαμόρφωτο εσωτερικά, συνολικού εμβαδού 230,70 τμ.. θα αναφέρονται δε παρακάτω για λόγους συντομίας με τις λέξεις "το μίσθιο"....5) Οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι θεωρούν το ανωτέρω συμφωνηθέν μίσθωμα, καθώς και τον χρόνο, τρόπο και ύψος της συμφωνηθείσης αναπροσαρμογής του, ως εύλογα και δίκαια για τη μισθωτική αξία του ακινήτου, λαμβανομένου υπόψει ότι ο μισθωτής θα εκτελέσει στο μίσθιο οικοδομικές εργασίες ολοκληρώσεως του εσωτερικά, αλλά και εργασίες διαμορφώσεως του σε σύγχρονο εμπορικό κατάστημα κατά την κρίση του και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα θίγεται η εξωτερική όψη του μισθίου, αλλά και του κτιρίου όπου το μίσθιο....7)Όπως προαναφέρεται, ο μισθωτής με δικές του δαπάνες, θα εκτελέσει , κατά την κρίση του και με την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται η εξωτερική όψη του μισθίου, αλλά και ολόκληρης της οικοδομής όπου το μίσθιο, εργασίες διαμόρφωσης του μισθίου, ώστε τούτο να καταστεί ένα σύγχρονο εμπορικό κατάστημα, κατάλληλο για τον προορισμό του.

Όταν οι εργασίες αυτές περατωθούν και το μίσθιο λάβει τη τελική μορφή του, θα απαγορεύεται στο μισθωτή να ενεργήσει ή να ανεχθεί οποιαδήποτε τροποποίηση, επισκευή ή μεταρρύθμιση του μισθίου, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτού. Ρητά συμφωνείται ότι κάθε επισκευή, τροποποίηση η βελτίωση είτε εξ εκείνων της προηγούμενης παραγράφου, είτε της παρούσης καθώς και ο εξοπλισμός που θα τοποθετηθεί στο μίσθιο και ανεξάρτητα από τις συνέπειες που θα επιφέρει, παραμένει σε όφελος του μισθίου αναποζημιώτως.

Ο εκμισθωτής διατηρεί σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να αξιώσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με δαπάνες του μισθωτού..." Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφασή του προκύπτει, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του περί όλων των αναφερθέντων στην αρχή στοιχείων σχετικά με την μορφή και την διαμόρφωση του μισθίου και τον φέροντα το βάρος των δαπανών, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το από 2 Ιανουαρίου 2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα μαζί με τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα και με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και κυρίως με την κατάθεση του μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο δεν εστήριξε το ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, το περιεχόμενο του οποίου, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, δεν θεμελιώνεται, κατά τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.ΠολΔ λόγος αναιρέσεως και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, επί λέξει, "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ... και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αυτοί (οι διάδικοι) επικαλούνται και προσκομίζουν...". Από την βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα, δηλαδή την κατάθεση "του μάρτυρός του" και τα προσκομισθέντα από εκείνον έγγραφα. Μάλιστα, από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση ή κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε με πρόταση του αναιρεσείοντος και το από 2-1-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-1-2011 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 580/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ