Appeal dismissed because the Supreme Court cannot review the lower court's factual assessment of public road status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the High Court of First Instance's decision regarding the status of a public road. The appellant argued that the lower court erred in factually assessing evidence to deny the road's public status, claiming it existed since ancient times. The court rejected this argument, ruling that the appeal was inadmissible because it challenged the lower court's evaluation of evidence and facts, which falls outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 966, 967, 968, 972, 1033, 1192 ed 1' of the Civil Code; Article 561 para 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the lower court's assessment of evidence and factual circumstances, rendering appeals based solely on such errors inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1614 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1614 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Aπριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Α. Κ. του Σ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψάλτη.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Δ. Β. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζέρβα o οποίος ανακάλεσε την από 4-4-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 366/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 360/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-1-2009 αίτησή του και τους από 12-7-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 328/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 21-5-2012 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20-12-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 εδ 1' ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, άρα και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, οι οποίες οδοί, εφόσον δεν ανήκουν σε Δήμο ή σε Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος α) από το νόμο ήτοι από το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης β)από τη βούληση των ιδιοκτητών η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία, όμως, παραίτηση πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ)με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντικό ρωμαϊκό δίκαιο και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα η Δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση, από ευρύτερο αόριστο αριθμό προσώπων, υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 εδ α'ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στη προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση της παρεχομένης με αυτή προστασίας, είναι η συνδρομή παράνομης πράξης από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφρασή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση δημοτικής ή κοινοτικής οδού.
Περαιτέρω, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /1992 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σταύρου Γραμματά, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος μία διώροφη, με υπόγειο, ημιτελής οικία, που βρίσκεται μέσα στον οικισμό της Κοινότητας Στενής Χαλκίδας που ανήκει τώρα στο Δήμο Διρφύων κτισμένη στο οικόπεδο που φαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α, στο από μηνός Οκτωβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Κ. , το οποίο έχει έκταση κατά μεν τους τίτλους κτήσεως μέτρα τετραγωνικά ογδόντα τρία (83), κατά δε το προσαρτώμενο στο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα μέτρα τετραγωνικά ογδόντα τέσσερα και τέσσερα εκατοστά (84,04), το οποίο συνορεύει ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Ζ. επί πλευράς Β-Γ μήκους 5,50 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ.
Χ. επί πλευράς Δ-Ε μήκους 4,10 μέτρων, δυτικά εν μέρει με οδό επί πλευράς Α-Κ μήκους ενός (1) μέτρου, εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Ζ. επί πλευράς Ι-Η μήκους 5,60 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Χ. επί πλευράς Η-Ζ μήκους 4,20 μέτρων, βόρεια εν μέρει με οδό επί πλευράς Ι-Κ μήκους 1,90 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Β.
Τ. επί πλευράς Α-Β μήκους 9 μέτρων και νότια με ιδιοκτησία Γ. Χ. επί πλευράς Ζ-Ε μήκους 3,45 μέτρων και επί πλευράς Δ-Γ μήκους 5,10 μέτρων. Το παραπάνω οικόπεδο ανήκε πριν την μεταβίβαση κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία στους Ν. Γ. του Γ. και Κ. Γ. του Γ., οι οποίοι με το υπ' αριθμ. ... /1984 της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο … και με αριθμό … μεταβίβασαν αυτό λόγω δωρεάς εν ζωή κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία στους Δ.
Γ. του Ν. και Γ. Γ. του Ν. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ... /1984 της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο … και με αριθμό … ο Γ. Γ. του Ν. μεταβίβασε το μερίδιο του, δηλαδή το μισό (1/2) εξ αδιαιρέτου του παραπάνω περιγραφομένου οικοπέδου λόγω δωρεάς εν ζωή κατά πλήρη, νομή και κατοχή στον αδελφό του και συγκύριο Δ.
Γ. του Ν., ο οποίος κατέστη μόνος και αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του αναφερομένου παραπάνω οικοπέδου και ο οποίος με το υπ' αριθμ. ... /1984 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο … και με αριθμό …το μισό (1/2) εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω περιγραφόμενου οικοπέδου μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στην σύζυγο του Μ.
Γ. , το γένος Α. Μ. , η οποία με τον σύζυγο τους της έκτισαν με φροντίδα και δαπάνες τους την οικία που αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του εκκαλούντος (βλ. αντίγραφο του υπ' αριθμ. ... /1992 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σταύρου Γράμματα). Ο εφεσίβλητος και ο αδελφός του Α. Β. του Κ.
απέκτησαν δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /18.10.1983 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ακινήτου με παρακράτηση επικαρπίας της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Δημητρίου Τζώρτζη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο …και με αύξοντα αριθμό μία ανώγαιο παλαιά οικία μετά του υπ' αυτήν και περί αυτήν οικοπέδου της, συνολικής εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εκατόν εβδομήντα (170), κειμένη εντός του χωρίου Στενής της Κοινότητος Στενής του τέως Δήμου Διρφύων Ευβοίας συνορευομένη γύρωθεν με Γ.
Μ., Γ. Μ., Δ. Β. και κοινοτικό δρόμο, η οποία περιήλθε στον δικαιοπάροχο τους Κ. Β. του Α. : α) κατά τα δύο έκτα (2/6) εξ αδιαιρέτου εκ δωρεάς παρά των γονέων του Α. Β. του Γ. και Δ. συζύγου Α. Β. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /1946 δωρητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Χαλκίδος Γεωργίου Τριαντάφυλλου Ακριώτου μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Διρφύων στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής … και μετά τον θάνατο των άνω δωρητών επικαρπωτών που συνέβη κατά τα έτη 1979 και 1975 αντίστοιχα, β) κατά το ένα έκτο (1/6) εξ αδιαιρέτου εξ αγοράς παρά του Γεωργίου Α.
Β. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /1950 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Χαλκίδος Γεωργίου Τρ. Ακριώτου μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Διρφύων στον τόμο …και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής … και γ) κατά τα λοιπά τρία έκτα (3/6) εξ αδιαιρέτου εκ δωρεάς παρά του Ν. Α. Β. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /1971 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Τριαντάφυλλου Γ.
Ακριώτου μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδος στον τόμο …και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής … (βλ. αντίγραφο του υπ' αριθμ. ... /18.10.1983 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Δημητρίου Τζώρτζη). Το επίδικο τμήμα είναι μια εδαφική λωρίδα πλάτους ενός (1) μέτρου και μήκους ενός μέτρου και ενενήντα εκατοστών (1,90), η οποία εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Κ-Ι-Ι' στο από μηνός Οκτωβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Κ. που προσαρτάται στον τίτλο κτήσης του εκκαλούντος. Αυτή διέρχεται μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά, έχει στρωθεί με τσιμέντο και στην ανατολική πλευρά αυτής έχουν κατασκευαστεί δεκαπέντε (15) σκαλοπάτια. Από τους τίτλους ιδιοκτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος και συγκεκριμένα τα υπ' αριθμ.
…/1984, ... /1984 και ... /1984 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη, που μεταγράφηκαν νόμιμα προκύπτει ότι το ακίνητο που περιήλθε στην κυριότητα αυτού (εκκαλούντος) συνορεύει γύρωθεν ανατολικώς με ιδιοκτησία Γ. Ζ. , δυτικώς με ιδιοκτησία Ν. Ζ. , βόρεια με ιδιοκτησία Β. Τ. και νότια με ιδιοκτησία Γ.
Χ. . Είναι, επομένως, σύμφωνα με την περιγραφή του σε αυτούς περίκλειστο και δεν προκύπτει ότι έχει πρόσβαση σε οδό. Όριο του ακινήτου του εκκαλούντος με την επίδικη οδό εν μέρει στην δυτική αυτού πλευρά αναγράφεται μόνο στο υπ' αριθμ. ... /1992 συμβόλαιο αγοράς από τους δικαιοπαρόχους του, στο οποίο η οδός δεν χαρακτηρίζεται ως κοινοτική ή ιδιωτική.
Περαιτέρω, από τους τίτλους κτήσης του εφεσίβλητου και των προκτητόρων του προκύπτει ότι η ιδιοκτησία του συνορεύει δυτικά με κοινοτική οδό, ενώ στην νότια όπου βρίσκεται ο επίδικος δρομίσκος συνορεύει με την ιδιοκτησία του Ν. Ζ. . Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. …/19.01.2001 συμβολαίου αγοράς ακινήτου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σταύρου Γράμματα, δυνάμει του οποίου, περιήλθε στον εκκαλούντα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με αγορά από την Α.
συζ. Β. Κ., το γένος Μ. Ζ. άλλο οικόπεδο, κείμενο στον οικισμό της Άνω Στενής Ευβοίας ένα οικόπεδο, εκτάσεως εκατό (100) τετραγωνικών μέτρων, το οποίο εμφαίνεται στο από του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Τ. Α. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α προκύπτει ότι το ακίνητο του αυτό συνορεύει βόρεια κατά μεν τους τίτλους κτήσεως της δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος, δηλαδή το υπ' αριθμ. ... /1981 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ανδρομάχης Κούρου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο … και με αριθμό … και των απώτερων δικαιοπαρόχων αυτής Ν.
Ζ. και Μ. Ζ. με ιδιοκτησία Κ. Β., δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου, κατά δε το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα εν μέρει με ιδιωτικό δρόμο σε πλευρά Θ-Ι μήκους τεσσάρων μέτρων και ογδόντα εκατοστών (4,80) και εν μέρει με άλλο ιδιωτικό με σκαλιά δρόμο, σε πλευρά Α-Β μήκους τεσσάρων μέτρων και ογδόντα εκατοστών, δηλαδή με την επίδικη εδαφική λωρίδα.
Επομένως, εφόσον στους τίτλους κτήσης του εκκαλούντος η επίδικη δίοδος εμφαίνεται ως το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του και στους τίτλους κτήσης του εφεσίβλητου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, το ακίνητο του εμφαίνεται ότι συνορεύει νότια με ιδιοκτησία Ζ. , ο οποίος αποτελεί απώτερο δικαιοπάροχο του εκκαλούντος σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο ανωτέρω υπ' αριθμ. ... 2001 συμβόλαιο, η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, αλλά συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του εφεσίβλητου.
Περαιτέρω, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εδαφική αυτή λωρίδα είχε παραδοθεί στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων χρόνων με αμοιβαίες παραχωρήσεις των εκάστοτε παρόδιων ιδιοκτητών και χρησιμοποιείτο από όλους τους κατοίκους του οικισμού της Στενής, οι οποίοι διέρχονταν από αυτή είτε με τα πόδια, είτε με έμφορτα ζώα με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν δημόσια οδό και από περίοικους ιδιοκτήτες για να μεταβαίνουν στις ιδιοκτησίες τους.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στον οικισμό της Στενής οι κοινοτικοί δρόμοι διακρίνονται από τις λοιπές οδούς και δρομίσκους, διότι σε αυτούς έχουν διενεργηθεί εργασίες τσιμεντόστρωσης ή ασφαλτόστρωσης από την Κοινότητα. Στο επίδικο εδαφικό τμήμα η Κοινότητα Στενής και ήδη Δήμος Διρφύων δεν έχει προβεί σε καμία παρέμβαση.
Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από την κατάθεση του μάρτυρα του εφεσίβλητου που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος έχοντας άμεση και ιδία αντίληψη αφενός λόγω της διαμονής του στον οικισμό της Στενής για χρονικό διάστημα πενήντα δύο ετών και αφετέρου λόγω της θέσεως του ως αντιδημάρχου κατέθεσε ότι η Κοινότητα Στενής δεν έχει παρέμβει στο επίδικο, δεν έχει προβεί σε τσιμεντόστρωση του επιδίκου και ότι από την έρευνα που διενήργησε και τις πληροφορίες που συνέλεξε σχετικά με τον χαρακτήρα της επίδικης οδού, συνεπεία των εγγράφων αιτήσεων του εκκαλούντος δεν διαπίστωσε ότι αυτή είναι κοινόχρηστη και δεν δύναται να κατονομάσει κάποιον από τους διαμένοντες στον οικισμό που να θεωρεί την επίδικη δίοδο κοινόχρηστη.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί του μη κοινοχρήστου χαρακτήρα της οδού ενισχύεται και από την με ημερομηνία 20.10.2004 και με αριθμό πρωτ. 5978 έγγραφη απάντηση του Δήμου Διρφύων στον εκκαλούντα, σε απάντηση σχετικής αιτήσεως του τελευταίου, όπου αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για την επίδικη δίοδο λόγω έλλειψης ρυμοτομικού σχεδίου και ότι η πρώην Κοινότητα Στενής δεν έχει εκτελέσει εργασίες οδοποιίας σε αυτή αλλά και από την με ημερομηνία 5 Οκτωβρίου 2004 και με αριθμό πρωτ. 3452 έγγραφη απάντηση του ανωτέρω Δήμου στον εφεσίβλητο σε σχετική αίτηση του σύμφωνα με την οποία η τσιμεντένια σκάλα που αποτελεί απόληξη της εδαφικής λωρίδας για την οποία ερίζουν οι διάδικοι δεν έχει κατασκευαστεί με δαπάνες της Κοινότητας Στενής και δεν την διαχειρίζεται ως κοινοτική.
Άλλωστε, και από το υπ' αριθμ... /19.01.2001 συμβόλαιο αγοράς ακινήτου και το σε αυτό προσαρτημένο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Τ. Α. , που αναφέρθηκε ανωτέρω και αποτελεί τίτλο κτήσης του εκκαλούντος προκύπτει ,ότι η ιδιοκτησία του συνορεύει βόρεια με την επίδικη δίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται σε αυτό (συμβόλαιο) ως οδός ιδιωτική και όχι κοινόχρηστη.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την γενικόλογη και αόριστη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος δεν έχει ιδία αντίληψη και η γνώση του σχετικά με τον χαρακτήρα της επίδικης διόδου είναι απόρροια των διαβεβαιώσεων αορίστου αριθμού ατόμων ότι αυτή υπήρχε και χρησιμοποιούνταν ακώλυτα από δύο τουλάχιστον γενεές, ισχυρισμός από τον οποίο δεν αποδεικνύεται ότι η επίδικη οδός χρησιμοποιούνταν ως κοινόχρηστη για χρονικό διάστημα πλέον των ογδόντα (80) ετών και οι κάτοικοι του οικισμού διέρχονταν από αυτή ανενόχλητα με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν κοινόχρηστη οδό, χωρίς οι ιδιοκτήτες των παρακείμενων ιδιοκτησιών να προβάλλουν οποιοδήποτε εμπόδιο ή να αμφισβητήσουν το χαρακτήρα της ως κοινόχρηστη.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι κοινόχρηστη ούτε από το ρυμοτομικό σχέδιο, ούτε με νομότυπη δικαιοπραξία, ούτε με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, αλλά αποτελεί ιδιωτική οδό συμπεριλαμβανομένη στους τίτλους κτήσεως του εφεσίβλητου -εναγομένου οι ενέργειες του τελευταίου επ' αυτής δεν προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος.
Με βάση τα παραπάνω, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου με κάποιο νόμιμο τρόπο και ειδικότερα είτε με το ρυμοτομικό σχέδιο είτε με νομότυπη δικαιοπραξία είτε τέλος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, αλλ' αντίθετα αποδείχθηκε ότι αποτελεί ιδιωτική οδό, η οποία συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του εναγομένου και κατά συνέπεια οι ενέργειες αυτού επ' αυτής δεν προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος με την οποία ζητούσε να παύση ο εναγόμενος να προσβάλει την προσωπικότητά του κατά την ενάσκηση του δικαιώματος διέλευσής του από την επίδικη κοινόχρηστη εδαφική λωρίδα και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα εκείνες για την κτήση της ιδιότητας κοινοχρήστου με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, αφού υπό τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά περιστατικά το επίδικο δεν απέκτησε την ιδιότητα αυτή με το εν λόγω τρόπο.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται : α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που ώφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους σχετικούς πρώτο και τρίτο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας που την εξέδωσε α)παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 28 ν. 1337/1983 β)παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 20 Ν.Δ.
της 17-7-1923 "περί σχεδίων πόλεων" διότι δεν ερεύνησε αν το επίδικο ακίνητο απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου δρόμου με βάση τις πιο πάνω διατάξεις. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος προτάθηκαν απ' αυτόν, νομίμως στο δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δηλαδή με λόγο έφεσης ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος δεν προβλήθηκε με αυτή ισχυρισμός περί απόκτησης της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως κοινοχρήστου με βάση τις παραπάνω διατάξεις.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας διότι "ενώ διαπίστωσε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι όλοι οι τίτλοι κτήσης τόσο του ακινήτου του, όσο και του αντιδίκου δεν αναφέρουν με σαφήνεια εάν στο νότιο τμήμα του ακινήτου του αντιδίκου υφίσταται ή όχι κοινοτικός δρόμος", εν τούτοις δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200ΑΚ προκειμένου να συναγάγει το επίδικο ακίνητο είναι οδός και αφετέρου αν η οδός αυτή είναι ιδιωτική ή κοινόχρηστος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού η αμφιβολίας στις περιεχόμενες στους επικαλούμενους τίτλους κυριότητας των διαδίκων δηλώσεις της βούλησης των δικαιοπρακτησάντων αναφορικά με το προς νότο όριο του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 εδ.β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή πραγματικών επιχειρημάτων γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του ακυρωτικού ελέγχου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας την αιτίαση ότι με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του "α)στον οικισμό της Στενής οι κοινοτικοί δρόμοι διακρίνονται από τις λοιπές οδούς και δρομίσκους διότι σε αυτούς έχουν διενεργηθεί εργασίες τσιμεντόστρωσης ή ασφαλτόστρωσης από την κοινότητα β) στην υπ' αριθμ. 5978/20-10-2004 έγγραφη απάντηση του Δήμου Διρφύων αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για την επίδικη δίοδο λόγω έλλειψης ρυμοτομικού σχεδίου γ) στο με αριθμό πρωτ. 3452/5-10-2004 έγγραφο του ίδιου Δήμου, όπου αναφέρεται ότι οι τσιμεντένιες σκάλες κείμενες στον επίδικο δρομίσκο - δεν έχουν κατασκευασθεί δαπάναις του Δήμου Διρφύων" και δ)σε συμβόλαιο του 2001, δια του οποίου αυτός (ενάγων) αγόρασε όμορο ακίνητο δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα καθόσον α)υφίστανται και οδοί που δεν είναι ασφαλτοστρωμένοι ή τσιμεντοστρωμένοι β)η έλλειψη ρυμοτομικού σχεδίου δεν σημαίνει ανυπαρξία οδού, πέραν του ότι π επίδικος δρομίσκος απεικονίζεται ευκρινώς και ήδη αναγόμενος στο έτος 1923 στο από το έτος 1973 θεωρημένο και εγκεκριμένο τοπογραφικό σκαρίφημα γ) το εάν το επίδικο ακίνητο είναι ή όχι κοινόχρηστο δεν επηρεάζεται από το ποιος κατασκεύασε τα σκαλοπάτια επ' αυτού και δ) το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο του 2001 ότι ο επίδικος δρομίσκος είναι ιδιωτική οδός "ανεγράφη προχείρως" και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού τα σκαλοπάτια στο επίδικο υπήρχαν και πριν από τη κατάρτισή του παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι τα μεν επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα για στήριξη των απόψεών του, το δε Πολυμελές Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε τις φερόμενες ως αποτελούσες διδάγματα της κοινής πείρας ως άνω παραδοχές προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και για την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Πολυμελές Πρωτοδικείο διότι παρέλειψε να εφαρμόσει τα αναφερόμενα διδάγματα κοινής πείρας προκειμένου να κρίνει αν το επίδικο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 28 ν. 1337/1983 και 20 Ν.Δ. της 17-7-1923 "περί σχεδίων πόλεων" είναι αβάσιμοι, διότι δεν υπάρχει σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε άλλωστε υπήρχε σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος -αναιρεσείοντος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ 19 και 20 ιδίου Κώδικα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως τις αιτιάσεις ότι το εκδόσαν αυτή Πολυμελές Πρωτοδικείο "κατά λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και των μαρτυρικών καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και γενικά όλου του αποδεικτικού υλικού και των πραγματικών περιστατικών, οπωσδήποτε δε κατά κακή του νόμου εφαρμογή, ήχθη σε εσφαλμένο πόρισμα, ενώ αν ορθώς εκτιμούσε τις αποδείξεις έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεση και εν συνεχεία ομοίως να κάνει δεκτή την από 23-4-2004 αγωγή και να χαρακτηρίσει κοινόχρηστο τον επίδικο δρομίσκο.
Όμως, παρά το γεγονός ότι δέχεται ότι ο επίδικος δρομίσκος από τον οποίο από το έτος 1984 διέρχονται και ο αναιρεσίβλητος και ο δικαιοπάροχός μου, αποφεύγει να τον χαρακτηρίσει κοινοτικό δρομίσκο, αφού δέχεται μόνον για εμένα και το δικαιοπάροχό μου διέλευση 21 ετών δηλαδή από το 1984. Ο επίδικος κοινόχρηστος δρομίσκος υπάρχει από αμνημόνευτη αρχαιότητα δηλαδή ενθυμούνται την ύπαρξη αυτού όχι μόνον της ζώσης γενεάς άνθρωποι αλλά και οι πατέρες αυτών δεν ενθυμούνται αντίθετη κατάσταση.
Ο επίδικος δρομίσκος υφίσταται από κτίσεως του χωρίου Στενής, τέτοιοι δε παρόμοιοι κοινόχρηστοι δρομίσκοι υπάρχουν δεκάδες στον οικισμό Στενής, προϋφιστάμενοι πάντως οπωσδήποτε προ του έτους 1923. Πρόκειται για προεκτάσεις όπως και ο επίδικος δρομίσκος και διακλαδώσεις κεντρικών κοινοτικών οδών". Ο λόγος αυτός αναφερόμενος αποκλειστικά σε εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας η οποία, σύμφωνα με τη προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διότι έλαβε υπόψη για το αποδεικτικό πόρισμα του αναφορικά με την μη ύπαρξη της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως κοινοχρήστου, τα υπ' αριθ. πρωτ. 5978/2004 και 3452/2004 έγγραφα του Δήμου Διρφύων με το αναφερόμενο περιεχόμενο, ενώ από τα έγγραφα που αυτός μνημονεύει τα οποία περιήλθαν στη κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, ενισχύονται οι ισχυρισμοί του ότι η επίδικη δίοδος είχε αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου.
Η αιτίαση αυτή που προβάλλεται με το προκείμενο λόγο αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας η οποία σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 10-1-2009 αίτηση του Α. Κ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 360/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας δικάσαντος κατ' έφεση ως και οι από 12-7-2010 πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183ΚΠολΔ) αίτημά του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2009 αίτηση του Α. Κ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 360/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας δικάσαντος κατ' έφεση και τους προσθέτους από 12-7-2010 λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις26 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ