Legislator Case Law & Legislation
1614/2011 AI generated

1614/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1614/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κρίση ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η ρύθμιση με βάση την οποία θεσπίζεται διετής, βραχυπρόθεσμη εν σχέσει με τις λοιπές παραγραφές, για τις απαιτήσεις οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Τόκος υπερημερίας του Δημοσίου. Η ρύθμιση με βάση την οποία ο τόκος υπερημερίας ανέρχεται σε ποσοστό 6% από την επίδοση της αγωγής είναι νόμιμη και δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει αίτηση.

Legislator headnote

AI generated

1614/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το αρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες, κάθε είδους, απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ με το αρθ. 91 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1614 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κρίση ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η ρύθμιση με βάση την οποία θεσπίζεται διετής, βραχυπρόθεσμη εν σχέσει με τις λοιπές παραγραφές, για τις απαιτήσεις οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Τόκος υπερημερίας του Δημοσίου. Η ρύθμιση με βάση την οποία ο τόκος υπερημερίας ανέρχεται σε ποσοστό 6% από την επίδοση της αγωγής είναι νόμιμη και δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει αίτηση.

Αριθμός 1614/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ζ. του Α., υπαλλήλου του ΥΠΕΞ, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Μόσχα (Ρωσία), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3151/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8111/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-2-2004 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1281/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8111/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6011/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθ. 4 §1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα καθιερώνει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006).

Περαιτέρω, με το άρθ. 6 §1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (αρθ. 28 §1 του Συντάγματος) ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ με το αρθ. 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει την αυτή κατ' αρθ. 28 §1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάζεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το αρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 6/2007).

Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αρθ. 6 §1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, και του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, που να δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση.

Εξάλλου, κατά το αρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες, κάθε είδους, απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ με το αρθ. 91 εδ.

α' του ιδίου νόμου ορίζεται, ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ν. 2362/1995 σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, η οποία (παραγραφή) είναι σε κάθε περίπτωση διετής για τις ως άνω αξιώσεις, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του αρθ. 91 εδ. α' του ως άνω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου της παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την περιεχόμενη στο αρθ. 91 εδ.

α' ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το αρθ. 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και από τον οριζόμενο στο αρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Εξάλλου, με την καθιέρωση της διετούς αυτής παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων του Δημοσίου έναντι αυτού σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ως προς την διάρκεια της ισχύουσας έναντι των ιδιωτικών υπαλλήλων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι αυτού σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.

Κατά συνέπεια η διάταξη αυτή του άρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 (που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου) δεν αντίκειται στην κατ' αρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του αρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ' αυτών).

Περαιτέρω, η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται: (Α) Στην προαναφερομένη διάταξη του αρθ. 6 §1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, καθόσον η καθιερουμένη ως άνω βραχυπρόθεσμη παραγραφή ουδόλως εμποδίζει τους διαδίκους να παρουσιάσουν, μέσα στα πλαίσια του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος, όλους τους ισχυρισμούς που θεωρούν πρόσφορους για την υποστήριξη των απόψεων και των συμφερόντων τους, ούτε συνεπάγεται στέρηση ή αποκλεισμό δικονομικών δικαιωμάτων (βλ.

και απόφαση του ΕΔΔΑ της 25-6-2009 στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος). (Β) Στις διατάξεις του αρθ. 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την απόσβεση ή κατάργησή τους διά της αναδρομικής ισχύος νόμου) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε, από την προαναφερθείσα διάταξη της §2 του αρθ. 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του αρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει διετή επίσης παραγραφή για αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

κατ' αυτών). (Γ) Στις διατάξεις του Συντάγματος, αρθ. 2 §1 που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του προσώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, και αρθ. 25 §1, το οποίο αφορά την προστασία από το Κράτος των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και τους θεμιτούς περιορισμούς τους με σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, διότι η καθιέρωση της ως άνω βραχυπρόθεσμης παραγραφής έγινε για την προστασία του προαναφερομένου γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και ουδόλως συνιστά, βέβαια, παραβίαση της αρχής της προστασίας του ατόμου και της αναλογικότητας. (Δ) Στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, αρθ. 13 που ορίζει ότι "παν πρόσωπον, του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των", καθόσον η θέσπιση της παραγραφής αυτής ουδόλως αποκλείει, παρεμποδίζει ή περιορίζει την προσφυγή ενώπιον των εθνικών και δη δικαστικών αρχών, με την οποία δεν έχει σχέση, και αρθ. 14, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία, άλλωστε, ουδεμία έχει σχέση. (Ε) Στις διατάξεις του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (1) αρθ. 2 §3 α και β που ορίζει (κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο με το αρθ. 13 της ΕΣΔΑ) ότι τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγγυώνται ότι (α) κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο Σύμφωνο αυτό παραβιασθούν, θα έχει στην διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους, και (β) η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θ' αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν την δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, καθόσον οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την δυνατότητα άσκησής της στην αρμόδια δικαστική αρχή για την προστασία των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος, ούτε, βέβαια, την τελευταία ν' αποφανθεί επ' αυτής (2) αρθ. 14, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος αρθ. 6 §1 της ΕΣΔΑ και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κλπ.

και για τους πιο πάνω αναφερομένους λόγους, ειδικότερα δε διότι η διάταξη αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα και ν' αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο κατά τον ίδιο τρόπο, επί ομοίων περιπτώσεων, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, εφόσον μάλιστα η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και (3) αρθ. 26, το οποίο ορίζει, κατά τρόπο παρόμοιο με το αρθ. 14 της ΕΣΔΑ, ότι όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου, καθώς και ότι ως προς το ζήτημα αυτό ο νόμος πρέπει ν' απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης, διότι η διετής αυτή παραγραφή (α) θεσπίσθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος (β) ισχύει και εφαρμόζεται αδιακρίτως και χωρίς εξαιρέσεις ως προς όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου που έχουν παρόμοιες αξιώσεις και (γ) ουδεμία σχέση έχει με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, ούτε βασίζεται σε αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων ενάγων, ο οποίος υπηρετούσε ως υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών στην αλλοδαπή, δικαιούται το επίδομα τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το χρονικό διάστημα από 1-3-1996 μέχρι 31-12-1999 το οποίο και επιδίκασε σ' αυτόν, απέρριψε όμως την αγωγή του για τις αξιώσεις του από την ίδια αιτία για το χρονικό διάστημα από 1-3-1994 έως 31-12-1996 γιατί αυτές είχαν υποπέσει στην διετή παραγραφή των άρθρων 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 321/1969 και 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, αφού κατά την άσκηση της αγωγής είχε παρέλθει διετία και πλέον από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν οι εν λόγω αξιώσεις του. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ορθά έκρινε ότι ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του αρθ. 90 §3 ν. 2362/1995, την οποία και εφάρμοσε, και ότι αυτή δεν αντίκειται στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 4 §1, 2 §1, 25 §1 του Συντάγματος, 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής που κυρώθηκαν με το ν.δ 53/1974, 2 §3 α' και β', 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων Πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 23/04).

Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητά του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 14 παρ. 1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.ΑΠ 3/2006).

Επομένως, οι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 23.422 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής και όχι από τη γένεση των εν λόγω αξιώσεων του, καθώς και όχι αντί του νόμιμου επιτοκίου υπερημερίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του Ν. 876/1979 και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-6-2010 αίτηση του Γ. Ζ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6011/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ