Legislator Case Law & Legislation
1614/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ownership acquisition via 20-year continuous possession and management.

Case Number 1614/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding property ownership. The appellant, who had died before the appeal hearing, was represented by his heirs who continued the legal proceedings. The court found that the respondent had exercised the necessary intent and control over the disputed land for over twenty years, satisfying the legal requirements for acquiring ownership through extraordinary prescription. Consequently, the appeal was dismissed as the lower court's reasoning was sound and free from error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974 and 1045 of the Civil Code; The respondent acquires ownership of the disputed property through extraordinary prescription after twenty years of continuous possession and management with the intent of an owner.

Keywords

AI generated
extraordinary prescription ownership acquisition continuous possession intent of owner appellate review property rights civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 974 and 1045 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1614 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1614/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Θ., κατοίκου … ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θωμάς Τραυλός και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 12-7-2010 και κληρονομήθηκε από: 1) την σύζυγό του Ε. Α. Α., το γένος Μ. Σ. και τα τέκνα του 1β) Θ. Α. του Α. και 1γ) Μ. Α. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Α(ίδιο επώνυμο με του αναιρεσείοντος) . του Θ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2000 αγωγή του Α. Α. του Θ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2002 μη οριστική, 11/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2008 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-1-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 13-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα, στις 12-7-2010, επήλθε στην Κοζάνη ο θάνατος του αναιρεσείοντος. Οι εγγύτεροι αυτού συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, Ε. χήρα Α. Α., σύζυγός του, Θ. Α. του Α. και Μ. Α. του Α., τέκνα του, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκουσία στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙI. Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Η διάνοια κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του.

Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίσκεψη, η επίβλεψη, καθώς και η διενέργεια οικοδομικών εργασιών στο ακίνητο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες, ούτε αν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου ή την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής: "Η Α. χήρα Α. Τ. ήταν κυρία ενός οικοπέδου, κειμένου στην Κοζάνη, εντός του 17ου και 18ου οικοδομικού τετραγώνου, ενός περίπου στρέμματος και κατά νεότερη καταμέτρηση 1079,60 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α1-Α2-Α3-Α4-Α5-Α6-Α7-Ρ3-Α8-Α9-Ρ2-Α11-Α12-Α13-Ρ1-Α14-Α15-Ρ4-Α1 στο από Σεπτέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Τ.. Το οικόπεδο αυτό το έτος 1941-1942, με αφορμή το γάμο της θυγατέρας της Κ. Τ. του Α. με τον Θ. Α., δηλαδή των γονέων των διαδίκων, η Α. Τ., υποσχέθηκε προφορικώς να το μεταβιβάσει στη θυγατέρα της για να την προικίσει, πλην όμως μέχρι το θάνατό της, που συνέβη την 23-5-1958, δε συνέπραξε σε μεταβιβαστική πράξη, ούτε το κατέλειπε στη θυγατέρα της Κ.

με διαθήκη. Έτσι, κατά το θάνατο της Α. χήρας Α. Τ. το ανωτέρω ακίνητο αποτέλεσε μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας της και περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της και συγκεκριμένα στα πέντε τέκνα της, ήτοι στον Κ. Τ., στην Ε. Κ., στην Κυριακή συζ. Θ. Α., στη Μ. Β. και στον Δ. Τ., κατά 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Τα τέκνα όμως της Α. Τ., γνώριζαν ότι το οικόπεδο αυτό είχε υποσχεθεί η μητέρα τους στην Κ. και τα αδέλφια της τελευταίας-λοιποί κληρονόμοι, ήταν πρόθυμοι να της το μεταβιβάσουν ανά πάσα στιγμή. Μέχρι το έτος 1964-1965 ουδείς ανέπτυξε οποιαδήποτε δραστηριότητα στο ακίνητο αυτό, που παρέμεινε ουσιαστικώς εγκαταλειμμένο, γεμάτο πέτρες, ακαλλιέργητο και χωρίς περίφραξη.

Ούτε η Κ. Α. το χρησιμοποίησε με οποιονδήποτε τρόπο. Βεβαίως οι δύο μάρτυρες απόδειξης κατέθεσαν ότι από τότε που παντρεύτηκαν η Κ. και ο Θ. Α., δηλαδή από το 1941-1942 μέχρι το 1964, χρησιμοποιούσαν το οικόπεδο για τα πρόβατά τους, ως "αλαταρά". Ωστόσο, η κατάθεση αυτή αντικρούεται από την κατάθεση της δεύτερης μάρτυρος ανταπόδειξης, που κατοικούσε, από το έτος 1952 (όταν ήταν 22 ετών), πλησίον της κατοικίας της οικογένειας Α.

που βρισκόταν στην οδό … με … και σε κοντινή απόσταση με το ανωτέρω ακίνητο που βρισκόταν στην οδό …. Ειδικότερα η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ότι ποτέ δεν είδε πρόβατα στο οικόπεδο αυτό και ότι τα πρόβατα ο Θ. Α., πατέρας των διαδίκων, βοσκούσε στην τοποθεσία Α. και όχι στο οικόπεδο. Η κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης είναι πειστικότερη από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, κυρίως για το λόγο ότι είχε προσωπική αντίληψη για ό,τι σχετικώς με το θέμα αυτό κατέθεσε, ενώ οι μάρτυρες απόδειξης κατέθεσαν για το διάστημα από 1941-42 έως το 1964, δηλαδή και για το χρόνο προ της γεννήσεως τους (η πρώτη γεννήθηκε το έτος 1952 και δεύτερη το 1950), καθώς και για χρόνο πριν την έναρξη των επισκέψεών τους στο οικόπεδο, αφού, άρχισαν να πηγαίνουν στο ακίνητο, σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, σε ηλικία περίπου οκτώ ετών.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι μεταξύ των ετών 1964-1967 ο εναγόμενος κατέλαβε το ανωτέρω ακίνητο και άρχισε να οικοδομεί οικία στο βόρειο τμήμα αυτού, την οποία αποπεράτωσε περίπου το έτος 1970. Το βόρειο τμήμα του οικοπέδου, εντός του οποίου είναι χτισμένη η οικία αυτή, εμβαδού 97 τμ, αποτελεί το επίδικο, εμβαδού περίπου 500 τμ,το οποίο στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Τ. μπορεί να προσδιοριστεί ως το τμήμα που βρίσκεται εντός του 18ου Ο.Τ. και βόρεια της νοητής γραμμής που συνδέει το μέσο της πλευράς Α1-13(εκκινώντας περίπου από το μέσον του τμήματος Α14-Α15) με το σημείο περίπου Α7(λίγο υψηλότερα) της πλευράς Α4 με Α8 του οικοπέδου και στο οποίο περιλαμβάνεται ολόκληρη η οικία που αποπερατώθηκε το έτος 1970.

Ειδικότερα όπως κατέθεσε σαφώς ο πρώτος μάρτυρας ανταπόδειξης του οποίου το ακίνητο συνορεύει με το μείζον οικόπεδο, εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο, ο εναγόμενος το έτος 1965 άρχισε, μετά τη δουλειά του, να φέρνει και να τοποθετεί στο οικόπεδο πέτρες από χαλάσματα άλλων σπιτιών που άφηναν οι εργολάβοι και με αυτές σιγά-σιγά έχτιζε την κατοικία του.

Τα ίδια ακριβώς κατέθεσε και η ετέρα μάρτυρας ανταπόδειξης. Επίσης ο εναγόμενος περιέφραξε ολόκληρο το οικόπεδο με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους, όπως σαφώς κατέθεσαν επίσης οι μάρτυρες ανταπόδειξης και εγκαταστάθηκε στην οικία εντός του επιδίκου, το έτος 1970-1971 όταν παντρεύτηκε, συνέχιζε δε να κατοικεί εκεί μέχρι και το χρόνο συζήτησης της αγωγής.

Τις ανωτέρω πράξεις ενήργησε ο εναγόμενος εν γνώσει της μητέρας του Κ. Α., η οποία συναινούσε στην εκμετάλλευση του οικοπέδου από τον γιο της και την εντός αυτού κατασκευή κατοικίας για την εξυπηρέτηση των βιοτικών του αναγκών και την εγκατάστασή του σ' αυτή. Μάλιστα, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες απόδειξης έδειχνε χαρούμενη από την κατασκευή της κατοικίας και αναλάμβανε μέρος των εξόδων (π.χ.

πληρωμή μαστόρων), ως δωρεά στον γιο της για να τον συνδράμει στην προσπάθεια του και με πρόθεση να καταστεί κύριος ο τελευταίος. Επίσης διευκόλυνε την εγκατάσταση της συζύγου του Δ. στην οικία στο επίδικο, αγοράζοντας τους ως δώρο, έπιπλα. Αλλά και οι λοιποί συγκύριοι του ακινήτου, αδέλφια της μητέρας του ουδεμία αντίρρηση πρόβαλαν θεωρώντας πως αν η αδελφή τους Κ.

δεν έχει αντίρρηση να αποκτήσει ο γιος της το ακίνητο, οι ίδιοι δεν είχαν κανένα λόγο να αντιλέξουν, αφού είχαν υποσχεθεί το οικόπεδο στην αδελφή τους. Η εξ αρχής πρόθεση του εναγόμενου να καταλάβει το οικόπεδο με σκοπό να το ιδιοποιηθεί εκδηλώθηκε εξωτερικά όχι μόνο με τις υλικές πράξεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αλλά και με το ότι ανέφερε στους γείτονες ότι το οικόπεδο του το έδωσαν οι θείοι του, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το θεωρεί ιδιοκτησία του.

Όλα τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, που απέδωσαν τις ανωτέρω πράξεις σε ενέργειες της Κ. Α., η οποία ήθελε να χτίσει δική της κατοικία και να κατοικεί η ίδια εκεί, εκδοχή που υποστήριξαν, καταθέτοντας ότι από το έτος 1970 που χτίστηκε η κατοικία στο επίδικο, η θεία τους (Κ.

Α., μητέρα των διαδίκων), κατοικούσε μονίμως εκεί με το γιο της Δ. (εναγόμενο) και τον γιο της Α. και στη συνέχεια και με τη σύζυγο του Δ. και τη μνηστή του Α., έχοντες εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη που βρισκόταν στην οδό .. με …(πεντακόσια περίπου μέτρα μακριά από το επίδικο), διότι οι σχέσεις της με το σύζυγό της είχαν διαταραχθεί και ότι έφυγε από την κατοικία στο επίδικο όταν αρρώστησε βαριά με εγκεφαλικό, οπότε τη μετέφεραν στη συζυγική στέγη, όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό της, που επισυνέβη, σύμφωνα με την κατάθεση της πρώτης μάρτυρος απόδειξης 1-1,5 έτος μετά τη μεταφορά της στη συζυγική στέγη.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, ως προς την εκδοχή αυτή κρίνονται ανακριβείς διότι: α) η Κ. Α. είχε κατοικία πλησίον του επιδίκου στην οποία κατοικούσε η ίδια με τα τρία τέκνα (τους διαδίκους και την προαποβιώσασα αυτής θυγατέρα της Α.) και μέχρι την εποχή που άρχισε η ενασχόληση του εναγομένου με το οικόπεδο, όπου και το επίδικο, δεν είχε εκδηλώσει καμία πρόθεση να το εκμεταλλευτεί, β) επειδή το ζεύγος Α., μέχρι το χρόνο που υπέστη εγκεφαλικό η Κ., διατηρούσε παντοπωλείο, το οποίο εκμεταλλευόταν σε συνεργασία οι δύο σύζυγοι.

Επίσης η Κ. βοηθούσε το σύζυγό της στην κτηνοτροφία, γεγονός που δείχνει ότι οι σχέσεις του ζεύγους δεν ήταν διαταραγμένες όπως επιχείρησαν να εμφανιστούν από τις μάρτυρες απόδειξης, γ) ότι 1-1,5 έτος προ του θανάτου της, υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό και τυφλώθηκε και τη φρόντιζε ο σύζυγος στη συζυγική τους στέγη στην οδό …, κατάσταση που δε συνάδει με την εκδοχή της διακοπής της συμβίωσης τους προ της ασθένειάς της και τις κακές σχέσεις του ζεύγους.

Όλα τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των ιδίων των μαρτύρων απόδειξης. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της ανακρίβειας των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης σχετικά με το ότι η Κ. Α. έχτισε την κατοικία στο επίδικο και κατοικούσε σ' αυτή, ενισχύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης.

Συγκεκριμένα ο Δ. Ο. γείτονας του Δ. Α., κατέθεσε σαφώς ότι στην κατοικία που χτίστηκε στο επίδικο έβλεπε να κατοικεί μόνο ο εναγόμενος, ότι είδε ελάχιστες φορές την Κ. Α. και ποτέ τον Αθανάσιο και ότι ουδέποτε του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι κατοικούσε εκεί η Κ. Α., την οποία γνώριζε και ήξερε ότι κατοικούσε στη οδο ….

Επίσης για το διάστημα που χτιζόταν η κατοικία στο επίδικο κατέθεσε σαφώς ότι δεν είδε ποτέ την Κ. Α. και ότι τους μαστόρους επέβλεπε ο Δ. Α., όταν επέστρεφε από τη δουλειά του, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο ίδιος και μόνο αυτός αποφάσιζε και έδινε εντολές για τις οικοδομικές εργασίες που απαιτούντο και είχε γενικότερα την επιμέλεια της κατασκευής.

Αλλά και η μάρτυρας Α. Μ. που κατοικούσε δίπλα στην οικία του ζεύγους Θωμά και Κ. Α. και με την Κ. Α. είχαν καθημερινή επαφή, κατέθεσε ότι ουδέποτε η Κ. της είπε πως το σπίτι που χτίζεται στο επίδικο είναι δικό της. Η ίδια μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι συναντούσε την Κ. στο σπίτι της στη οδό … και ότι ποτέ η Κ.

ή ο Α. δεν κατοίκησαν στην επί του επιδίκου οικία, στην οποία κατοικούσε μόνο ο Δ. με την οικογένειά του. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα και ο Δ. ασκούσε τις ανωτέρω πράξεις νομής σε ολόκληρο το οικόπεδο και κατοικούσε στην οικία εντός του επιδίκου, τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της Κοζάνης και σύμφωνα με τον καινούργιο σχεδιασμό από το βόρειο τμήμα του οικοπέδου, όπου ήταν χτισμένη η οικία, καθώς και από το ανατολικό τμήμα του οικοπέδου θα περνούσε διασταύρωση της προέκτασης των οδών … (πλάτους 8 μέτρων) και … (πλάτους 6,12 μέτρων), ώστε να απομένει από το αρχικό οικόπεδο το τμήμα που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό του Α.

Τ. με τα στοιχεία α -β-γ- τ2-Ρ2 -Α10-Α11-Α12-Α13-Ρ1-Α14-α, εμβαδού, κατά την καταμέτρηση μηχανικού 539,78 μέτρα. Στο τοπο-γραφικό αυτό σχεδιάζεται ακριβώς η ρυμοτομική γραμμή βάσει του τότε τροποποιηθέντος σχεδίου. Σύμφωνα λοιπόν με το νέο σχέδιο, θα έπρεπε να κατεδαφιστεί η επί του επιδίκου οικία του Δ. Α., καθώς ακριβώς από το σημείο όπου είχε χτιστεί περνούσε η διασταύρωση των ανωτέρω οδών που την καταλάμβανε ολόκληρη εκτός ενός τριγώνου στη νοτιοδυτική πλευρά της κατοικίας εμβαδού 19.06 τ.μ. (το τρίγωνο αυτό βρίσκεται στη γωνία που σχηματίζουν οι πλευρές α-β-γ-Τ2-Ρ2 του οικοπέδου που απέμενε).

Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποφασίσει ο Δ. Α. να οικοδομήσει νέα κατοικία στο υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου, που δεν ερυμοτομείτο. Πριν την έναρξη των εργασιών αυτών και την έκδοση αδείας, η μητέρα του και οι λοιποί κληρονόμοι της γιαγιάς του Α. Τ., δυνάμει του …/78 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Κοζάνης Α.

Πήττα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης στον τ.344 με αριθμό 26, του μεταβίβασαν, το μη ρυμοτομούμενο τμήμα του κληρονομιαίου ακινήτου, ώστε να επιτευχθεί η μετεγκατάσταση του εναγομένου σε νέα κατοικία. Πρέπει να σημειωθεί ότι κύριοι του οικοπέδου ήταν οι κληρονόμοι της Α.

Τ. και για το λόγο αυτό συμβλήθηκαν εκείνοι με τον εναγόμενο για τη μεταβίβαση του οικοπέδου και όχι η Κ. Α. αφού ουδέποτε είχε ασκήσει πράξεις νομής στο ακίνητο για να αποκτήσει την κυριότητα. Αυτό το γνώριζε η Κ. Α. και για το λόγο αυτό ζήτησε από τα αδέλφια της να συμπράξουν στη μεταβιβαστική δικαιοπραξία.

Εφόσον η Κ. Α. είχε αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου δεν υπήρχε λόγος να συμβληθούν με τον εναγόμενο οι κληρονόμοι της Α. Τ.. Ούτε άλλωστε ο Δ. Α. το έτος 1978 είχε αποκτήσει ακόμη κυριότητα, διότι από το έτος 1964-1965 που άρχισε να νέμεται το οικόπεδο δεν είχε παρέλθει η απαιτούμενη για τη κτήση κυριότητας δι' εκτάκτου χρησικτησίας, εικοσαετία.

Βεβαίως κατά τη μεταβίβαση του τμήματος του οικοπέδου στον εναγόμενο η Κ. Α. και τα αδέλφια της δήλωσαν ότι το πωληθέν συνορεύει με το απομένον τμήμα του οικοπέδου (όπου και το επίδικον), ιδιοκτησίας Κ. Α.. Η δήλωση όμως αυτή πήγαζε από την προαίρεση των αδελφών της Κ. να παραχωρήσουν στην αδελφή τους ή σε όποιον εκείνη επιθυμούσε και το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου που της είχε υποσχεθεί η μητέρα της.

Ουδόλως σήμαινε ότι με οποιονδήποτε τρόπο είχε αποκτήσει η Κ. την κυριότητα του, καθώς ίσχυε και για το εναπομείναν τμήμα, ό,τι και για το πωληθέν. Ούτε σήμαινε ότι η οικία ήταν δική της γιατί στην πώληση που κατάρτισαν οι κληρονόμοι της Α. Τ. και πώλησαν στο Δ. το μη ρυμοτομούμενο τμήμα του οικοπέδου, περιέλαβαν και το τμήμα των 19,6 τμ της οικίας, δηλαδή το τμήμα με στοιχεία α-β-γ-Τ2-Ρ2 του οικοπέδου που απέμενε (βλ.

τοπογραφικό Α. Τ., καθώς και το τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Ε. Β., που συνόδευε το πωλητήριο συμβόλαιο …/78 του άλλοτε συμβολαιογράφου Κοζάνης Α. Πήττα). Το ότι δε δεν περιλήφθηκε στο πωλητήριο συμβόλαιο το υπόλοιπο τμήμα του αρχικού οικοπέδου, εντός του οποίου βρισκόταν τμήμα της οικίας, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι αυτό ήταν ρυμοτομούμενο.

Είναι φανερό από το τοπογραφικό του Α. Τ. όπου αποτυπώνεται το σχέδιο της περιοχής όπως ίσχυε το 1978, σε συνδυασμό με το τοπογραφικό του Ε. Β. -συνημμένο - στο πωλητήριο συμβόλαιο, ότι στο συμβόλαιο περιλήφθηκε με ακρίβεια μόνο το μη ρυμοτομούμενο τμήμα του. Ακολούθως ο εναγόμενος άρχισε να οικοδομεί τη νέα κατοικία του στο νοτιοδυτικό τμήμα του αρχικού ενιαίου οικοπέδου, συνεχίζοντας όμως να κατοικεί στην παλαιά οικία και να διατηρεί την περίφραξη σε ολόκληρο το οικόπεδο.

Την παλαιά κατοικία ουδέποτε εγκατέλειψε παρότι οι εργασίες του καινούριου κτίσματος προχώρησαν αρκετά διότι το σχέδιο πόλης τροποποιήθηκε εκ νέου και η παλαιά οικία δεν εθίγη. Έτσι το αργότερο το έτος 1987 ο εναγόμενος κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία και του υπολοίπου τμήματος του επιδίκου (μείον των 19,06 τμ)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της Πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος) περί διανομής κοινού ακινήτου, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή, ως και κατ' ουσίαν βασίμου, της ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι το επίδικο, το κατέλαβε ο αναιρεσίβλητος το έτος 1965 και άρχισε να ανοικοδομεί σ' αυτό οικία και έκτοτε το νεμόταν με διάνοια κυρίου, μέχρι το έτος 1987, καταστάς κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Τις ως άνω πράξεις νομής τις ενεργούσε για λογαριασμό του και όχι για λογαριασμό της μητέρας του Κ.

Α., η οποία γνώριζε ότι οι πράξεις αυτές ενεργούνται από τον αναιρεσίβλητο, αποκλειστικά, για λογαριασμό του. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με εφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα, ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν το επίδικο, με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, οι οποίες(αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι δύο λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, από τους αριθ. 19 κα 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της 102/2008 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ