Legislator Case Law & Legislation
1614/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against court of first instance judgment on invalid check liability.

Case Number 1614/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding liability for issuing invalid checks. The appellant argued the lower court failed to provide evidence for payments made to subsequent holders of the checks and improperly issued a preliminary ruling on evidence. The court found these arguments baseless, noting the appellate court relied on witness testimony and documentary evidence presented at the first instance, and that the specific procedural objection was time-barred. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 914 A.C.; Art. 79(1) Law 5960/1933; Art. 559(10) C.P.D.: The Supreme Court dismisses an appeal when the Court of Appeal bases its decision on evidence actually examined at the first instance, even if specific documents are not explicitly cited, provided the factual findings are not materially different from the original proceedings.

Keywords

AI generated
invalid check liability civil compensation appellate review evidence standard procedural defect legal costs subsequent holder

Cited Legislation

AI generated
Art. 914 A.C.
ac
Art. 79(1) Law 5960/1933
Art. 1 Law 1325/1972
Arts. 297, 298 A.C.
ac
Arts. 40-47 Law 5960/1933
Art. 47 Law 5960/1933
Art. 17(2) Law 2915/2001
Art. 559(10) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 3/1998
OL.AP 469/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1614 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1614/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 537/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Απριλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ, 1 του Ν. 5.960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνον του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση, κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάζει σε άλλον λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.

Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή, κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων, με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933).

Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνον ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Τούτο δε, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).

Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.

Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων, ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών, δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.

Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ, 3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.Α.Π. 25/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων στις 21.10.2002, 31.10.2002, 31.10.2002, 15.11.2002, 30.11.2002 και 31.12.2002 εξέδωσε τις..., ..., ..., ..., ..., ... και ... τραπεζικές επιταγές, ποσών 3.959,45, 10.000, 5.200, 7.650, 9.000, 12.000 και 31.894 ευρώ αντιστοίχως, πληρωτέες στην Τράπεζα ..., με χρέωση του ...

λογαριασμού του στην εν λόγω Τράπεζα. Τις επιταγές αυτές η αναιρεσίβλητη τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Τράπεζα ...τις έξη πρώτες και στη ... την τελευταία, οι δε από οπισθογράφηση κομίστριες τράπεζες τις εμφάνισαν προς πληρωμή εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα ..., και δεν πληρώθηκαν, επειδή ο αναιρεσείων δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους.

Γι' αυτό αναγκάσθηκε η αναιρεσίβλητη, εξ αναγωγής υπόχρεη, να καταβάλει "στη νόμιμη κομίστρια το ποσό κάθε επιταγής και να αναλάβει τα σώματα αυτών", ήτοι κατέβαλε 80.309,45 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε η αναιρεσίβλητη και υποχρεούται να καταβάλει προς αυτή ο αναιρεσείων. Επίσης από την αδικοπραξία του αναιρεσείοντος υπέστη η αναιρεσίβλητη ηθική βλάβη, γιατί μειώθηκε η εμπορική πίστη και αξιοπιστία της στην αγορά και εύλογη χρηματική ικανοποίησή της ήταν το ποσό των 1.000 ευρώ.

Με βάση τα ως άνω περιστατικά, που αποτελούσαν και περιεχόμενο της ιστορικής (και της κύριας νομικής) βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία (914 ΑΚ), έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη και ακολούθως (μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την εκδίκαση της αγωγής, από το Εφετείο) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη και με προσωπική του κράτηση το ποσό των 81.309,45 ευρώ.

Με αυτές τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν υπάρχει σφάλμα στον υπαγωγικό συλλογισμό της ως προς την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ για τη θεμελίωση ευθύνης του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, αφού η υπαίτια παράλειψη του αναιρεσείοντος, να έχει διαθέσιμα κεφάλαια πληρωμής των επιταγών που αυτός εξέδωσε (και οι οποίες εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως και δεν πληρώθηκαν για το λόγο αυτό), αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της ζημίας της αναιρεσίβλητης, εις διαταγήν (αρχικής) κομίστριας των επιταγών, η οποία τις είχε μεν μεταβιβάσει με οπισθογράφηση σε άλλους, αλλά κατέστη στη συνέχεια και πάλι νόμιμη κάτοχος των επιταγών, διότι κατέβαλε τα ποσά αυτών, ως εξ αναγωγής υπόχρεη πληρωμής τούτων, στους μεταγενέστερους από αυτή κομιστές από οπισθογραφήσεις, η δε νομιμοποίησή της ως φορέα του ενσωματούμενου στις επιταγές δικαιώματος έναντι του αναιρεσείοντος εκδότη ουδόλως επηρεάσθηκε (βλ.

άρθρο 44 ν.5960/1933), όπως και η παράλληλη (ασκούμενη) αξίωσή της από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, Κατά συνέπεια, όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο (κατά το πρώτο μέρος του) λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. είναι αβάσιμα, ενώ κατά το (υπόλοιπο) μέρος, που πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη εφαρμογή του μεταγενέστερου της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως ν.3472/2006, ο οποίος με το άρθρο 15 παρ. 3 αντικατέστησε την παράγραφο 5 του άρθρου 79 ν.5960/1933 (όπως μέχρι τότε ίσχυε), είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον η μνεία του νόμου αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση έχει περιληφθεί διηγηματικώς, για να αναδειχθεί η ορθότητα της κρίσης της, ότι η ίδια έννοια προέκυπτε και από την ορθή ερμηνεία της ίδιας διατάξεως, όπως ίσχυε αυτή προς της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν.3472/2006.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/2001, "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμμιά απόδειξη.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του ή δεν συμπίπτουν απολύτως - χωρίς να διαφέρουν ουσιωδώς - τα περιστατικά της αγωγής με όσα έγιναν δεκτά με την απόφαση ή το δικαστήριο δεν εξήτασε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, γιατί την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη.

Στην υπόψη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι αφενός μεν σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής της αναιρεσίβλητης (και ιδίως ως προς την καταβολή του ποσού των συναλλαγματικών στους μεταγενέστερους από αυτή κομιστές τούτων) χωρίς απόδειξη και αφετέρου δεν διέταξε απόδειξη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, κατά την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη ".. κατέβαλε στη νόμιμη (προηγούμενη) κομίστρια το ποσό κάθε επιταγής και ανέλαβε τα σώματα αυτών", έλαβε υπόψη "την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι", δεν ασκεί δε έννομη επιρροή το ότι δεν μνημονεύεται συγκεκριμένο έγγραφο για κάθε αποσβεστικό λόγο της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης έναντι των μεταγενέστερων από αυτή νόμιμων κομιστών των επιταγών, αφού η καταβολή, ως υλική πράξη, μπορούσε να αποδειχθεί και με το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως, ούτε αν στις καταβολές είχαν περιληφθεί και συμψηφιστικοί διακανονισμοί, καθ' όσον ο αναιρεσείων εκδότης των επιταγών μία φορά και μόνον είχε από αυτές υποχρέωση να καταβάλει τα ποσά που αντιπροσώπευαν στη νόμιμη, εξ αναγωγής κομίστρια, αναιρεσίβλητη, απαιτώντας και την σ' αυτόν παράδοση των επιταγών (άρθρο 47 ν. 5960/1933).

Κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ήταν επιτρεπτή η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως για διεξαγωγή αποδείξεων, ενώ τη δυνατότητα αυτή, ενόψει του χρόνου συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (έτος 2003) δεν υπήρχε, καθώς είχε καταργηθεί η σχετική διάταξη με το άρθρο 17 παρ. 2 ν.2915/2001.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-4-2008 αίτηση για αναίρεση της 537/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαϊου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ