Supreme Court annuls lower court decision for failure to consider new facts and violation of res judicata principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of First Instance's decision of 3809/2006, remanding the case for retrial. The appellants argued the lower court ignored significant new facts and improperly relied on a previous judgment that had been fully annulled by the Supreme Court. The court ruled that the lower court violated procedural law by failing to examine these critical issues and by accepting a res judicata claim based on an invalidated decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(16) of the Code of Civil Procedure; A lower court decision is annulled if it fails to consider facts presented by the parties or if it relies on a res judicata claim based on a judgment that has been annulled by a higher court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1614 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1614/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1 και Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βλάχο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-1987 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5383/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3389/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 28-8-2003 αναίρεση και 10-12-2004 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1127/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 3809/2006 απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2006 αίτηση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 16-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και του πρώτου λόγου κατά το μέρος του, που αναφέρεται στο σκεπτικό και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔικ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ` αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ` αυτήν.
Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ειδικότερα, στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια και στην περίπτωση της εν όλω αναίρεσης - η οποία συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της- κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ.
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ.1 και 2 ΚΠολΔικ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ` αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ.2 και 3, 579 παρ.1 ΚΠολΔικ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν μέρος επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις -εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση- από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με την από 6-10-1987 αγωγή της, ζήτησε της διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης που επιχείρησε η πρώτη αναιρεσείουσα, ενεχόμενη έναντι αυτής (αναιρεσίβλητης) ως αυτοφειλέτριας εκ συμβάσεως εγγυήσεως για το χρέος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "Βάσος-Χρυσοχόος Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία" από κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, ύψους 1.210.000.000 δραχμών, με την μεταβίβαση στη δεύτερη αναιρεσείουσα, θυγατέρα της, λόγω δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητας του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 5383/2001 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή, την απόφαση δε αυτή επικύρωσε το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 3389/2003 απόφασή του, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση και τους προσθέτους λόγους που άσκησαν οι αναιρεσείουσες κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου, οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 28-8-2003 αίτηση αναιρέσεως.
Με την επ' αυτής απόφαση του Αρείου Πάγου 1127/2005 και κατά παραδοχή του πρώτου μέρους του τετάρτου λόγου της αναιρέσεως, αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου για τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο και συγκεκριμένα διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2784/2000 όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες, κατά την έρευνα του ισχυρισμού των αναιρεσειουσών, ότι μετά τον νέο υπολογισμό της οφειλής της πιστούχου με τις ως άνω διατάξεις, δεν υπάρχει χρέος αυτής σε βάρος της και κατ' επέκταση και της πρώτης αναιρεσείουσας ως εγγυητρίας προς την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, παρέπεμψε δε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Είναι προφανές ότι η αναιρετική εμβέλεια του δεκτού γενόμενου αναιρετικού λόγου έπληττε στο σύνολό της την προσβληθείσα απόφαση του εφετείου, αφού, όπως και στο αιτιολογικό της αναιρετικής απόφασης αναφέρεται, ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειουσών έπληττε ευθέως την ύπαρξη του χρέους και την ιδιότητα της αναιρεσίβλητης ως δανείστριας, γεγονός που αποτελούσε προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της περί διαρρήξεως αγωγής.
Επομένως, η προσβληθείσα υπ' αριθμ. 3389/2003 απόφαση του εφετείου, που, όπως προαναφέρθηκε, είχε επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση και τους προσθέτους λόγους, αναιρέθηκε στο σύνολό της με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση (1127/2005), ενώ οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως δεν εξετάσθηκαν διότι παρείλκε πλέον η έρευνα αυτών και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή στην κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση και τους προσθέτους λόγους.
Ως εκ τούτου το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εδικαιούτο και όφειλε να επανεκδικάσει την έφεση και τους προσθέτους λόγους αυτής ως προς το παραπάνω ενιαίο κεφάλαιο της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, δεσμευόμενο μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις που δεν εθίγησαν με την αναίρεση, από ότι η αναιρεθείσα.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (3809/2006), το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε ότι η υπόθεση φέρεται ενώπιον του προς περαιτέρω εκδίκαση μόνον ως προς τον τέταρτο λόγο της εφέσεως (που αφορούσε ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως) με τον οποίο επλήττετο η ύπαρξη του χρέους και το ύψος αυτού της πιστούχου εταιρείας και συνακόλουθα και της αναιρεσείουσας εγγυήτριας και κατ' επέκταση η ιδιότητα της αναιρεσίβλητης ως δανείστριας.
Ακολούθως, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους εφέσεως και τους προσθέτους λόγους αυτής, δέχθηκε ως προς τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων για τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης, κατ' εκτίμηση, ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρεθείσας αποφάσεως του Εφετείου, με την παραδοχή ειδικότερα "η ελάχιστη απαίτηση της ενάγουσας κατά της εγγυήτριας εναγομένης, η οποία καλύπτεται από την μεγαλύτερη απαίτηση της ενάγουσας κατά της πρωτοφειλέτριας είναι κατά πολύ μεγαλύτερη της αξίας της απαλλοτριωθείσας ψιλής κυριότητας η οποία, όπως αποφάνθηκε το Εφετείο Αθηνών με την παραπάνω (αναιρεθείσα) απόφασή του ανέρχεται σε 1.400.000 δραχμές καθώς επίσης υπερκαλύπτει και την αξία της εναπομείνασας περιουσίας, η οποία, όπως κρίθηκε με την ίδια απόφαση ανερχόταν σε 15.000.000 δραχμές....Με την απόφαση του Εφετείου κρίθηκε ότι η απαλλοτρίωση έγινε προς βλάβη της ενάγουσας....".
Με την κρίση του όμως αυτή, το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πραγμάτων νοουμένων και των λόγων εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και επιπλέον κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε (εμμέσως) ότι υπάρχει δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που, όπως προαναφέρθηκε, εξαφανίσθηκε στο σύνολό της με την ανωτέρω αρεοπαγιτική απόφαση ως προς τη συνδρομή των λοιπών, πλην της υπάρξεως της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, προϋποθέσεων για τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας.
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αριθμ. 16 πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου είναι βάσιμοι.
Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης ως εκ τούτου της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά το οριζόμενα στο ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3809/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ