Legislator Case Law & Legislation
1614/2007 AI generated

1614/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1614/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και τις με αριθμ. κατάθεσης 125864/7771/2002, 111113/6982/2002 πρόσθετες παρεμβάσεις κα την 106007/6515/2002 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την σωρευόμενη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1949/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 675/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 15 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1614/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσεώς της. Ιστορική βάση της αγωγής είναι κατά το άρθρο 216 § 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσεως.

Keywords

AI generated
weather-related loss of work occupational accidents industrial hazard exposure to danger building safety damage to electrical installations
AI generated
833/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2343/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8949/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2004 αίτησή του και τους από 28/2/2005 πρόσθετους λόγους.
831/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2341/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8947/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/3/2004 αίτησή του και τους από 28/2/2005 πρόσθετους λόγους.
813/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2344/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8945/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Μαΐου 2004 αίτησή του και με τους από 5 Σεπτεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους.
835/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2345/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8946/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/5/2004 αίτησή του και τους από 5/9/2005 πρόσθετους λόγους.
832/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2342/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8948/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2004 αίτησή του και τους από 28/2/2005 πρόσθετους λόγους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1614 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1614/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μανούσο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 α) προσωπικά για λογαριασμό της και β) ως ασκούσα την γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λίλα Περιμένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και τις με αριθμ. κατάθεσης 125864/7771/2002, 111113/6982/2002 πρόσθετες παρεμβάσεις κα την 106007/6515/2002 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την σωρευόμενη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1949/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 675/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 15 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ για να γεννηθεί ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της ενέργειας που παραλείφθηκε.

Εξάλλου η παράλειψη από αμέλεια της τηρήσεως εκ μέρους προσώπου που ανήκει σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο των κανόνων επιστήμης και τέχνης, που κατά κοινή αναγνώριση, είναι εφαρμοστέοι στον κύκλο αυτό, πληροί επίσης την προϋπόθεση του παρανόμου κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και οδηγεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης.

Ειδικότερα όσον αφορά τον μηχανικό που έχει αναλάβει την επίβλεψη και εκτέλεση οικοδομικού έργου μπορεί να γεννηθεί αδικοπρακτική ευθύνη του από την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 286 ΠΚ, η οποία τιμωρεί όποιον κατά την διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού έργου με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου.

Κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες είναι οι τεχνικοί κανόνες που είναι γενικώς γνωστοί και εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση οικοδομικών έργων από προπαιδευμένους και έμπειρους μηχανικούς που έχουν πρακτική ενασχόληση σε παρόμοια έργα, είναι δε αναγκαίοι για την ασφάλεια όσων έχουν σχέση με τη χρήση του οικοδομικού έργου μετά την εκτέλεσή του.

Σύμφωνα δε με τους κανόνες αυτούς ο μηχανικός που έχει αναλάβει την επίβλεψη και εκτέλεση έργου που αφορά προσθήκη σε οικοδομή, πρέπει να ελέγχει και να συμπληρώνει τις ελλείψεις ή να απέχει από την εκτέλεση και να ενημερώνει τον κύριο του έργου, αν είναι προφανές ότι, λόγω αυθαιρεσιών κατά την κατασκευή της υπάρχουσας οικοδομής και παραλείψεων της προς εφαρμογή στατικής μελέτης που αφορά την προσθήκη, η κατασκευή της προσθήκης θα επιβαρύνει επικινδύνως την στατικότητα της όλης οικοδομής.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα πολιτικό μηχανικό Χ1 να καταβάλει στην ενάγουσα Ψ1 ατομικώς μεν το ποσό των 5.703,65 ευρώ, για λογαριασμό δε του ανηλίκου τέκνου της το ποσό των 4.898,73 ευρώ και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην απόφασή αυτή περαιτέρω χρηματικά ποσά, λόγω αδικοπραξίας, που συνίστατο στην θανάτωση του συζύγου της .....

κατά την κατάρρευση, συνεπεία σεισμού, του κτιρίου της εταιρείας RICOMEX AE, η οποία θανάτωση αιτιωδώς συνδέεται με υπαίτιες παραλείψεις του εναγομένου κατά την επίβλεψη και εκτέλεση έργου, σχετικού με πρόσθετες κατασκευές στο κτίριο. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 14.57΄ ώρα της 7-9-1999 έλαβε χώρα σεισμός ενστάσεως 5,9 βαθμών της κλίμακας Richter, το επίκεντρο του οποίου τοποθετείται 18 χιλιόμετρα βορείως των Αθηνών, στην περιοχή νοτιοδυτικά της Πάρνηθας.

Εξαιτίας του σεισμού αυτού κατέρρευσε το εργοστάσιο της εταιρείας RICOMEX AE, που βρισκόταν επί της οδού Τατοϊου 1 του Δήμου Αχαρνών, στην ειδικότερη θέση "Μονοπάτι". Από τα ερείπια του καταρρεύσαντος εργοστασίου ανασύρθηκαν 39 νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης και πατέρας του ανηλίκου τέκνου της .....

Κατά την επακολουθήσασα έρευνα περί των αιτίων της καταρρεύσεως διαπιστώθηκε ότι το ως άνω εργοστάσιο αναγέρθηκε τμηματικά μεταξύ των ετών 1976 και 1979, βάσει των υπ' αριθ. 2914/76, 1709/77 και 6022/79 αδειών του Γραφείου Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής Αττικής. Διαπιστώθηκε επίσης ότι κατά την ανέγερση του εργοστασίου έγινε παρέκκλιση από τις εγκεκριμένες οικοδομικές άδειες και συγκεκριμένα κατασκευάσθηκαν:

α) Υποστυλώματα 24 αντί 32, β) στοιχεία ανεπαρκώς οπλισμένα με ελλειπείς συνδέσεις, πολλά από τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν άοπλα, γ) μη επιτρεπόμενες από τον τότε ισχύοντα Κτιριοδομικό Κανονισμό μυκητοειδείς πλάκες αντί δοκιδωτών, χωρίς δοκούς και διαπλατύνσεις των κεφαλών των υποστυλωμάτων, δ) υπόγεια στερούμενα τοιχίων στο ήμισυ της περιμέτρου, ε) τοιχώματα ακαμψίας με ελλιπή οπλισμό και πλημμελή σύνδεση με τις πλάκες, κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα, με προβληματική συμπεριφορά και επιβαρυντικά σε περίπτωση σεισμού.

Εξάλλου, το κτίριο είχε συνολικό ωφέλιμο φορτίο 1,20 φορές μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο, τα δε ίδια βάρη ήταν περίπου διπλάσια από το ωφέλιμο φορτίο, ενώ δεν είχε γίνει ο επιβαλλόμενος από τον Αντισεισμικό Κανονισμό έλεγχος των γωνιακών υποστυλωμάτων και του συνόλου του κτιρίου. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, κατά το έτος 1986, η διοίκηση της εταιρείας RICOMEX AE προέβη σε αυθαίρετη δια σιδηροκατασκευής επέκταση του ημιωρόφου του καταπεσόντος εργοστασίου της κατά 50 τ.μ., το έτος 1989 επεξέτεινε την σιδηροκατασκευή αυτή κατά 372 τ.μ., το έτος 1992 προέβη σε ανακατασκευή του ημιώροφου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην ουσία νέος όροφος και να επιβαρυνθεί σημαντικά η στατικότητα του κτιρίου, αφού, πέραν του επιτεθέντος φορτίου, για να κοχλιωθεί η νέα σιδηροκατασκευή επάνω στα υποστυλώματα εκ σκυροδέματος ανοίχθηκαν σε κάθε ένα από αυτά τέσσερες μεγάλου μεγέθους οπές.

Ειδικότερα την ανακατασκευή του ημιωρόφου ανέλαβε ο αρχιτέκτονας μηχανικός Μ1, ο οποίος ανέθεσε την μεν σύνταξη της στατικής μελέτης στον πολιτικό μηχανικό Π1 την δε εκτέλεση και επίβλεψη της μελέτης αυτής στον αναιρεσείοντα πολιτικό μηχανικό Χ1. Ο Π1, κατά την εκπόνηση της μελέτης, περιορίσθηκε στην στατικότητα μόνο της σιδηροκατασκευής (προσθήκης),χωρίς να λάβει υπόψη την στατική επίδραση αυτής στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου, όπως απαιτούσαν οι κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες.

Η στατική αυτή μελέτη ήταν λανθασμένη, διότι βασίσθηκε στις άδειες οικοδομής, οι οποίες είχαν παραβιασθεί ουσιωδώς στο στάδιο της κατασκευής του κτιρίου. Βασίσθηκε ιδίως στο ότι η πλάκα εδράσεως της σιδηροκατασκεύης στο ισόγειο ήταν δοκιδωτή, όπως προέβλεπαν οι άδειες οικοδομής, ενώ στην πραγματικότητα αυτή ήταν συμπαγής, χωρίς τα αναγκαία υποστηλώματα και δοκούς.

Έγινε επίσης δεκτό ότι την 6-10-1993 εκδηλώθηκε πυρκαϊά στον ημιώροφο του εργοστασίου, η οποία επέφερε ζημιές στην οικοδομή ύψους 26.362.313 δρχ. και προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση του κτιρίου. Η αποκατάσταση των ζημιών αυτών ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα μηχανικό Μ1 ο οποίος όμως περιορίσθηκε στην επισκευή της σιδηροκατασκευής και δεν προχώρησε στην αποκατάσταση των ζημιών του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, τις οποίες όφειλε να διαπιστώσει.

Ενόψει των περιστατικών αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η κατάρρευση του κτιρίου της εταιρείας RICOMEX AE οφείλεται σωρευτικά στην κατασκευή αυτού κατά τρόπο αντίθετο προς τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και κατά παράβαση των εγκεκριμένων οικοδομικών αδειών, στις αυθαίρετες επεμβάσεις που έγιναν μετά το έτος 1979 και μείωσαν την στατικότητα του κτιρίου και τις βλάβες του φέροντος οργανισμού, που προήλθαν από την πυρκαϊά του έτους 1993 και οι οποίες δεν επιδιορθώθηκαν.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων ως επιβλέπων μηχανικός, αν και είχε αντιληφθεί ότι το κτίριο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, είχε κατασκευασθεί με ουσιώδεις και δυσμενείς για τη στατικότητά του αποκλίσεις από τις εγκεκριμένες μελέτες, οι οποίες του είχαν τεθεί υπόψη, καθώς και ότι η στατική μελέτη της κατασκευής της προσθήκης (σιδηροκατασκευής), την οποία κλήθηκε να εφαρμόσει, ήταν ανεπαρκής, διότι αφορούσε την στατικότητα μόνο της σιδηροκατασκευής, χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη η στατική επάρκεια του φέροντος οργανισμού, και αφετέρου απαιτούσε την πέραν από κάθε τεχνική και λογική στήριξη των σιδερένιων δοκών και υποστηλωμάτων με κοχλίωσή τους επί των υποστηλωμάτων του ισογείου, επέτρεψε την εκτέλεση του έργου.

Τέλος, δέχθηκε το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των σκέψεών του, ότι η συμπεριφορά του αυτή συνιστά παραβίαση κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της τέχνης και της επιστήμης, που επιβάλλουν κατά την εκτέλεση των τεχνικών έργων να αίρονται επικίνδυνα έργα και να τηρούνται οι προδιαγραφές ασφαλείας.

Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, ως περιέχουσα κανόνα προβλέποντα παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, και απέδωσε ορθό περιεχόμενο στην έννοια των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, ενώ εξάλλου, αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη της στις διατάξεις του ΠΔ 778/1980, του άρθρου 7 ν. 1396/1983 και της 3046/304/30-1/3-2-1989 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, το πεδίο εφαρμογής των οποίων δεν καλύπτει την ως αδικοπρακτική χαρακτηριζόμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος στην προκείμενη περίπτωση, δεν προβαίνει σε ευθεία εφαρμογή τους, αλλά τις χρησιμοποιεί, ως ενδεικτικές, προς συναγωγή κριτηρίων για την εν γένει συμπεριφορά των μηχανικών κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, προκειμένου να εξειδικεύσει την αόριστη νομική έννοια των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων (βλ.

σχετ. Ολ.ΑΠ 11/2005). Επομένως, ο περί του εναντίον πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται σ'αυτήν η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έχει και εκείνος που κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου παραβίασε με πρόθεση ή από αμέλεια τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της οικοδομικής.

Εξάλλου, το άρθρο 289 ΠΚ θεσπίζει λόγο έμπρακτης μετανοίας που εξαλείφει το αξιόποινο, ορίζοντας ότι στην περίπτωση του άρθρου 286 ο υπαίτιος απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με την ελεύθερη θέλησή του αποτρέψει τον κίνδυνο ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσει αφορμή για την αποτροπή του. Από αυτό παρέπεται ότι ο νόμος υπολαμβάνει πως η αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί το αδίκημα του άρθρου 286 είναι πάντοτε εφικτή, ακόμα και όταν η αποκατάσταση του κτίσματος είναι ανέφικτη.

Τούτο δε γιατί η αποτροπή του κινδύνου μπορεί να συντελεσθεί όχι μόνο με τη συμπλήρωση των ελλείψεων και την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του οικοδομήματος, αλλά και, όταν αυτή είναι αδύνατη ή ασύμφορη, με την αναγγελία του κινδύνου προς τις αρμόδιες αρχές για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων, ή, ακόμα, και με την ενημέρωση των ίδιων των χρηστών.

Ως εκ τούτου, αφού η παρεμπόδιση του αποτελέσματος στη συγκεκριμένη περίπτωση λογίζεται και είναι πάντοτε δυνατή, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να παραθέσει τα μέτρα που ο εναγόμενος όφειλε να επιλέξει προς τούτο, αλλ' αρκεί η μνεία στην απόφαση των περιστατικών που ιδρύουν την υποχρέωση του εναγομένου σε πράξη και το γεγονός ότι αυτός την παρέλειψε (Ολ.ΑΠ. 11/2005).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων, με την ως άνω συμπεριφορά του κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της οικοδομικής, παρέλειψε να αποτρέψει την πραγματοποίηση του προκληθέντος κινδύνου για τη ζωή και την υγεία ανθρώπων, καίτοι είχε προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Δέχθηκε επίσης ότι εξαιτίας των προεκτεθεισών παρεκκλίσεων μειώθηκε η στατική επάρκεια του κτιρίου, με αποτέλεσμα τούτο να καταρρεύσει κατά το σεισμό της 7-9-1999 και να θανατωθεί ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης. Βάσει δε των περιστατικών αυτών, έκρινε τον αναιρεσείοντα υπαίτιο ανθρωποκτονίας, την οποία τέλεσε με την παράλειψή του να λάβει μέτρα αποτροπής του κινδύνου για τη ζωή του ανωτέρω προσώπου, που ο ίδιος κατά τα ανωτέρω είχε δημιουργήσει. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλομένη, στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 15 ΠΚ. Ως εκ τούτου, για την πληρότητα του αιτιολογικού της, δεν ήταν ανάγκη να παρατεθούν και τα συγκεκριμένα μέτρα που ο αναιρεσείων μπορούσε να επιλέξει και τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί για την αποτροπή του κινδύνου.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που καταλογίζει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμα.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο της από 2/12/1991 προσφοράς του Μ1 προς την εταιρεία Ricomex. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το προαναφερόμενο έγγραφο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Ως κεφάλαια δε κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλούμενης πρωτοβάθμιας αποφάσεως που αποφαίνονται επί των καθέκαστον αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά και τραυματικά ζητήματα επί των οποίων αποφάνθήκε αυτή.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία καταδικάσθηκε σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, λόγω της θανατώσεως του συζύγου της αναιρεσίβλητης και πατέρα του ανηλίκου τέκνου της, αιτιωδώς συνδεόμενης με υπαίτιες παραλείψεις αυτού, προσέβαλε την εν λόγω απόφαση, κατά το σύνολο των διατάξεών της, για λόγους αναγόμενους, αφενός σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τα πραγματικά ζητήματα, της αναμείξεώς του στο έργο υπό την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού και των λόγων που συνετέλεσαν στην στατική ανεπάρκεια του κτιρίου, και αφετέρου σε εσφαλμένη ερμηνεία νόμου σχετικά με τα ζητήματα των νομίμων υποχρεώσεών του και της αιτιώδους σχέσεως μεταξύ της συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η αντίδικός του, ύστερα από παραίτησή της από την έφεση που είχε ασκήσει, άσκησε αντέφεση, παραπονούμενη, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, για σφάλματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την υπαιτιότητα και το ύψος της επιδικασθείσας αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, η αντέφεση, παραδεκτά ασκήθηκε αφού πλήττει τα ίδια κεφάλαια με την έφεση, ήτοι το αίτημα για επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ανεξαρτήτως αν με καθένα από τα ένδικα αυτά μέσα θίγονται διαφορετικά νομικά και πραγματικά ζητήματα.

Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, και , υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αντέφεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσεώς της. Ιστορική βάση της αγωγής είναι κατά το άρθρο 216 § 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσεως.

Αν με το δικόγραφο της αγωγής, προς θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης, γίνει επίκληση περιστατικών που συνιστούν αμελή παράλειψη επιβαλλόμενης εκ του νόμου, και ειδικότερα εκ των τηρητέων κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, ενέργειας του εναγομένου, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση της παράνομης και αμελούς αυτής παραλείψεως, ήτοι συγκεκριμενοποίηση αόριστων νομικών εννοιών, με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του ότι ο θάνατος του συζύγου της αναιρεσίβλητης οφείλεται σε παράνομη και αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε μία σειρά παραλείψεων, οφειλομένων ενεργειών του, που αφορούσαν τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες, όπως αυτές εκτίθενται ανωτέρω.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η παράλειψή του να αποκαταστήσει τις ζημίες που προσκλήθηκαν στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου από πυρκαγιά της 6.10.1993, μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξή τους. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσίβλητης, τέτοια παράλειψη δεν αποδίδεται σ'αυτόν.

Σύμφωνα όμως με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η λήψη υπόψη των περιστάσεων αυτών, που εν μέρει διαφοροποιούνται σε σχέση με τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή, αλλ' αναφέρονται όπως και αυτές στην έννοια των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, είναι επιτρεπτή και, επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Κατ' ακολουθίαν ο αντίθετος τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.4.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 675/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ