Supreme Court dismisses appeal on bank contract approval and foreign currency debt conversion issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank Tezarat's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The court held that the bank's conduct constituted valid implied approval of the lawyers' actions, which were not an excess of mandate. Furthermore, the court ruled that the debt owed in foreign currency could be converted to drachmas at the payment date, rejecting the appellant's claim of contradiction regarding this conversion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 238 A.C.; Art. 291, 292 A.C.; Art. 6 para. 1 of Law 5422/1932: Implied approval of acts without explicit mandate is valid if circumstances clearly indicate consent, and foreign currency debts may be converted to local currency at the time of payment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1614 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1614/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ιρανικής Ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΜΠΑΝΚ ΤΕΖΑΡΑΤ» (BANK TEJARAT), που εδρεύει στην Τεχεράνη Ιράν και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελάκο. Των αναιρεσίβλητων: 1....., 2....., 3....,4...., εκ των οποίων οι μεν 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολίδη, οι δε 3ος και 4ος παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους ως δικηγόροι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/1999 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2000 και 138/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5536/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/3/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 5/5/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ης των αναιρεσίβλητων καθώς και οι 3ος και 4ος αναιρεσίβλητοι οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους ως δικηγόροι, ζήτησαν την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το άρθρ. 238 ΑΚ με το οποίο ορίζεται ότι η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται ρητώς το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας, προκύπτει ότι η έγκριση, ως κατ΄ αρχή άτυπη δικαιοπραξία, μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρά. Επί σιωπηράς όμως εγκρίσεως πρέπει τα περιστατικά που επικαλείται εκείνος που προβάλλει την έγκριση να μην αφήνουν καμμιά αμφιβολία ότι η από αυτά συναγόμενη βούληση του άλλου επέχει την έγκριση της δικαιοπραξίας.
Οι παραπάνω κανόνες της έγκρισης έχουν εφαρμογή και στις διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται χωρίς εντολή. Εξ άλλου ενώ για τη σύμβαση της εντολής ισχύει ο κανόνας του άτυπου της κατάρτισής της κατά την Α.Κ. 158 (και ως τέτοια μπορεί να καταρτισθεί είτε εγγράφως (με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο) είτε προφορικώς (ρητώς ή σιωπηρώς), στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
περίπτωη της παροχής δικαστικής πληρεξουσιότητας, απαιτείται η τήρηση τύπου, που δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, από τη μη τήρηση όμως του οποίου δεν επηρεάζεται το κύρος της εντολής, που αποτελεί άτυπη σύμβαση, διάφορη και αυτοτελή, έστω και αν σε αυτή στηρίζεται η πληρεξουσιότητα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Ιρανική Τράπεζα που εδρεύει στην Τεχεράνη, ανέθεσε στις 16/2/1982 στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους συνεργαζομένους Δικηγόρους Αθηνών, το διακανονισμό πλέγματος τραπεζικών συναλλαγών μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος αφενός, και διαφόρων Ιρανικών Τραπεζών, τις οποίες αυτή είχε διαδεχθεί.
Επίκεντρο των συναλλαγών αυτών ήταν αντεγγυήσεις που είχαν χορηγήσει οι παραπάνω Ελληνικές Τράπεζες στις Ιρανικές Τράπεζες που είχαν συγχωνευθεί στην εναγομένη και οι οποίες είχαν εκδώσει τραπεζικές εγγυητικές επιστολές προς το Ιρανικό Δημόσιο υπέρ της Ελληνικής Εταιρίας «ΣΚΑΠΑΝΕΥΣ ΑΕ», που είχε αναλάβει μεγάλα τεχνικά έργα στο Ιράν, για την καλή εκτέλεση των έργων.
Επειδή το Ιρανικό νόμισμα (ριάλι) δεν κυκλοφορεί στη διεθνή αγορά συναλλάγματος, συμφωνήθηκε νόμιμα, ότι η αμοιβή των εναγόντων για την παροχή των υπηρεσιών τους και τις δαπάνες τους θα καταβάλλονταν σε δολλάρια ΗΠΑ. Τον Απρίλιο του 1982 παραδόθηκαν στους ενάγοντες οι σχετικοί φάκελλοι και άρχισαν τις προσπάθειές τους προς εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς, την οποία είχαν υποδείξει στην ενάγουσα ως προσφορότερο τρόπο διευθετήσεώς της, λόγω των πολλών νομικών επιπλοκών που η όλη υπόθεση ενεφάνιζε.
Οι σχετικές διαπραγματεύσεις επιμηκύνθηκαν χωρίς όμως να καταλήξουν σε αποτέλεσμα, γι΄ αυτό επειδή υπήρχε κίνδυνος παραγραφής των σχετικών αξιώσεων της εναγομένης με την πάροδο του 1986, οι ενάγοντες συνέστησαν την προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Οι ενάγοντες γνωστοποίησαν στην εναγομένη την πρόθεση τους να ασκήσουν τις σχετικές αγωγές κατά της Εθνικής και της Εμπορικής Τράπεζας κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του έτους 1986.
Ωστόσο η εναγομένη είχε αντίθετη άποψη διότι τελικά επέλεξε την προσφυγή στα Ιρανικά Δικαστήρια, με αλλεπάλληλα δε τηλετυπικά μηνύματα (τέλεξ) γνωστοποίησε στους ενάγοντες στις 15,18 και 24 Δεκεμβρίου 1986 την απόφασή της να μην ασκηθούν αγωγές για τις παραπάνω διαφορές στα Ελληνικά Δικαστήρια. Παρά την αντίθεση της εναγομένης οι ενάγοντες κατέθεσαν και κοινοποίησαν στις 31-12-1986, κατά της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και της Εμπορικής Τραπέζης Ελλάδος δύο αγωγές (αριθμ.
έκθ. καταθ. 10728, 10727) απευθυνόμενες προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Οι ενάγοντες με την από 3 Απριλίου 1987 αγωγή τους, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησαν την αμοιβή τους για την άσκηση αυτών το αντικείμενο των οποίων ανέρχεται σε 2.643.686.792 Ιρανικά ριάλια, ήτοι σε 36.017.520 δολλάρια ΗΠΑ και επί του ποσού αυτού ζήτησαν κατά τα άρθρα 98 και 100 του Κωδ.
Δικηγόρων το 2,5% του αντικειμένου τους, ήτοι 900.438 δολλ. ΗΠΑ κατά το σε δραχμές ισόποσό τους την ημέρα της πληρωμής και μετά τον περιορισμό του αιτήματος τους 877.438 δολλ. ΗΠΑ κατά το σε δραχμές ισόποσό τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την παραπάνω αγωγή. Επίσης το Εφετείο με την 11355/1999 απόφασή του απέρριψε την έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως και δέχθηκε τα εξής:
«Ανεξάρτητα αν με τα προαναφερόμενα τηλετυπικά μηνύματα η εναγομένη ανακάλεσε την εντολή, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται καμμία αμοιβή για τη σύνταξη και την άσκηση των προαναφερομένων αγωγών, που αυτές συντάχθηκαν και ασκήθηκαν παρά τη ρητή εναντίωση της εναγομένης – εντολέα τους, ήτοι καθ΄ υπέρβαση της εντολής, δεν πρόκειται δε για εργασία αναγκαία ή ενδεδειγμένη στην προκειμένη περίπτωση, αφού η εντολέας-εναγομένη είχε προκρίνει, αδιάφορο για πιο λόγο να προσφύγει στα Ιρανικά Δικαστήρια.
Κατά της παραπάνω αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν αναίρεση, η οποία όμως απερρίφθη με την 969/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια η εναγομένη με την από 5 Μαρτίου 1997 κλήση της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να οριστεί δικάσιμος για την συζήτηση της προαναφερθείσης αγωγής της κατά της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος (την οποία είχαν καταθέσει οι ενάγοντες κατά τα, ως άνω), ορίστηκε δε ημερομηνία συζητήσεως αυτής η 1-10-1997.
Επίσης η αγωγή της εναγομένης κατά της Εμπορικής Τραπέζης Ελλάδος, με κλήση με ημερομηνία 7-5-1996 της Εταιρίας με την επωνυμία «ΣΚΑΠΑΝΕΥΣ Α.Τ.Ε», η οποία είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 4-12-1996, οπότε η εναγομένη ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως προσδιορισθείσα για τις 12-3-1997, οπότε η συζήτηση αυτής εγένετο ερήμην της εναγομένης, απορριφθέντος του υπ΄ αυτής υποβληθέντος αιτήματος αναβολής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7090/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η εναγομένη άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, η οποία όμως απερρίφθη με την 2782/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση. Από την, ως άνω, συμπεριφορά της εναγομένης, σχετικώς με την εξέλιξη των δύο αγωγών, μετά την κατάθεσή τους από τους ενάγοντες, συνάγεται σιωπηρώς έγκριση των ενεργειών των εναγόντων δικηγόρων για τη σύνταξη και κατάθεση αυτών διότι:
Οι αγωγές ασκήθηκαν το έτος 1986. Με την 11355/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αμοιβής για τη σύνταξη και την άσκηση αυτών, διότι ενήργησαν καθ΄ υπέρβαση εντολής της εναγομένης. Η εναγομένη ηδύνατο, εφόσον επρόκειτο περί διαδικαστικών πράξεων, οι οποίες ήσαν άκυρες, αφού είχαν ασκηθεί χωρίς να υπάρχει προς τούτο δικαστική πληρεξουσιότητα, να ζητήσει από το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα αυτών κατά τις διατάξεις των άρθρων 159 επ.
Κ.Πολ.Δ.. Αντίθετα, ως προς την αγωγή α) κατά της Εθνικής Τραπέζης η εναγομένη, το έτος 1997, με κλήση της ζητεί τον προσδιορισμό δικασίμου για τη συζήτηση αυτής, β)κατά της Εμπορικής Τραπέζης δεν προτείνει την ακυρότητα αυτής, κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, μετά την άσκησή της, όπως εδικαιούτο κατά τη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, αλλά μετά το έτος 1996 ζητεί αναβολή της συζητήσεώς της, ασκεί ανακοπή ερημοδικίας και κατόπιν έφεση επί των εκδοθεισών επ΄ αυτής αποφάσεων.
Από την, ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης συνάγεται σιωπηρή έγκριση των ενεργειών των εναγόντων για σύνταξη και κατάθεση των αγωγών αυτών, η οποία κατά την διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ ανατρέχει στον χρόνο συντάξεως των εν λόγω αγωγών, δηλαδή την 21-12-1986. Σημειωτέον ότι η έκδοση της υπ΄ αριθμ. 11355/1989 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, ουδεμία ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, διότι κατά τη δίκη εκείνη κρίθηκε μόνον ότι οι αγωγές αυτές συντάχθηκαν και ασκήθηκαν κατ΄ υπέρβαση της εντολής της εναγομένης και δεν απαγγέλθηκε ακυρότητα αυτών ως διαδικαστικών πράξεων, ούτως ώστε η εκ των υστέρων έγκριση αυτών εκ, μέρους της εναγομένης να μην έχει ως αποτέλεσμα την άρση της ακυρότητας.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες δικαιούνται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων τ΄ αναφερόμενα ποσά για την σύνταξη και κατάθεση των παραπάνω δύο αγωγών». Με βάση τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές, από την προεκτεθείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας – εναγομένης προκύπτει πράγματι σιωπηρή έγκριση των ενεργειών των αναιρεσίβλητων – εναγόντων Δικηγόρων, για τη σύνταξη και κατάθεση των επίμαχων αγωγών, η οποία ανατρέχει στο χρόνο σύνταξης – κατάθεσης αυτών (21/12/1986), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 238 Α.Κ.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σιωπηρή έγκριση των πιο πάνω ενεργειών των αναιρεσιβλήτων δεν παραβίασε, απ΄ ευθείας και εκ πλαγίου, με την εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 238, 713 επ Α.Κ. δεδομένου ότι η διαδικαστική πράξη της σύνταξης – κατάθεσης των δύο αγωγών, η οποία επιχειρήθηκε από τους αναιρεσίβλητους – Δικηγόρους καθ΄ υπέρβαση της εντολής της αναιρεσείουσας, ισχυροποιήθηκε αναδρομικά, από τη γενόμενη μεταγενέστερα σιωπηρή έγκριση των ενεργειών αυτών των αναιρεσιβλήτων από την αναιρεσείουσα, συναγόμενη από τα προαναφερόμενα περιστατικά που δεν αφήνουν καμμιά αμφιβολία για την περί τούτου βούλησή της ενώ εξάλλου το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και με χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των άνω διατάξεων.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την περί του αντιθέτου αιτίασή τους, ότι δηλαδή η επίμαχη έγκριση έπρεπε να περιβληθεί είτε τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, είτε δήλωσης καταχωριζομένης στα πρακτικά ή σε έκθεση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού εν προκειμένω δεν πρόκειται για παροχή πληρεξουσιότητας αλλά για εντολή για την οποία δεν απαιτείται τύπος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 291, 292 Α.Κ. και 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 συνάγεται ότι όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής ενασκώντας με την αγωγή την αξίωσή του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε δραχμές (ήδη ευρώ) του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της πληρωμής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η αμοιβή των αρχικών εναγόντων Δικηγόρων για την παροχή των προαναφερόμενων δικηγορικών υπηρεσιών τους προς την αναιρσείουσα – εναγομένη και δη για τον διακανονισμό του πλέγματος των τραπεζικών συναλλαγών μεταξύ των προαναφερθεισών Ελληνικών Τραπεζών και των Ιρανικών τοιούτων, τις οποίες διαδέχθηκε η αναιρεσείουσα θα καταβληθεί σε δολλάρια ΗΠΑ και ότι αφού η αναιρεσείουσα – εναγομένη ενέκρινε με την προεκτεθείσα συμπεριφορά της τις καθ΄ υπέρβαση της εντολής της δικηγορικές εργασίες των αναιρεσιβλήτων – εναγόντων, αυτοί δικαιούνται την κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων οριζόμενη αμοιβή τους, ανερχόμενη στο ισόποσο σε δραχμές (και ήδη Ευρώ) του αναφερομένου ποσού δολλαρίων ΗΠΑ κατά την ημέρα της πληρωμής.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με αντιφατικές αιτιολογίες τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 291, 292 Α.Κ. και 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 με το να δεχθεί αντιφατικώς, κατά τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αφ΄ ενός μεν ότι η σύνταξη και κατάθεση των άνω αγωγών της αναιρεσείουσας από τους αρχικούς ενάγοντες Δικηγόρους, εγένετο καθ΄ υπέρβαση της εντολής και αφετέρου ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η καταβολή της αμοιβής των τελευταίων σε δολλάρια ΗΠΑ, αφού δεν υφίσταται πράγματι αντίφαση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, δεδομένου ότι κατ΄ αυτές η συμφωνία καταβολής αμοιβής σε δολλάρια ΗΠΑ, αφορούσε όλες τις ενέργειες των δικηγόρων προς διακανονισμό του πλέγματος των τραπεζικών συναλλαγών μεταξύ των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση Ελληνικών Τραπεζών και της αναιρεσείουσας Ιρανικής Τράπεζας, και κατ΄ ανάγκη και λογική ακολουθία και την συμπεριλαμβανόμενη σε αυτές δικηγορική αμοιβή τους για την σύνταξη – κατάθεση των εγκριθεισών κατά τα προεκτεθέντα αγωγών.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/3/2004 αίτηση της BANK TEJARAT για αναίρεση της 5536/2003 απόφασης του Εφετείου Aθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ