Appeal dismissed as inadmissible; appellant's arguments constitute substantive denial of fraud rather than procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible, ruling that the appellant's arguments constituted a substantive denial of fraud rather than a procedural error. The appellant claimed the court failed to consider her employment history and lack of evidence regarding the bank's fraud allegation. The court held these points were part of the substantive trial judgment and could not be raised as grounds for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 495, 746, 8 of Law 3869/2010; Arguments challenging the substantive finding of fraud constitute a denial of the contested facts and do not amount to a procedural violation justifying appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1613 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1613/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεφέλη - Ελπίδα Σωτηροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank AE" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", α. για την ίδια και β. ως διαχειρίστριας της τιτλοποιημένης απαίτησης της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Karta APC LTD", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α.
για την ίδια και β. ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD", 5) ανώνυμου πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, τελεί σε ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Πιστώσεων" και δ.τ. "POST CREDIT ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "Αlternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5ο, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1888/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12016/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-12-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 27468/2196/22-12-2021, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 12016/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των τότε εφεσιβλήτων, ήτοι, πρώτης, (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Tράπεζα Εurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία", για λογαριασμό της ίδιας και ως διαχειρίστριας της τιτλοποιημένης απαίτησης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "Karta APC LTD"), δεύτερης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"),τρίτης(ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.",τέταρτης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", για λογαριασμό της, αλλά και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "MARFIN EGNATIA BANK"), και πέμπτου (ανώνυμου πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε") και ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου, των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, ως προς τους οποίους (εφεσίβλητους) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, κατ' άρθρο 764 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1883/2023, ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 1353/2021).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες,περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558 564 παρ.3, 566,741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 του Κ.Πολ.Δ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1353/2021).
Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος-οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 991/2023, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2, 3, και 4 του Κ.Πολ.Δ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (12-1-2024). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, η δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες αντιστοίχως, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", "HELLENIC POST CREDIT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ και δ.τ. "POST CREDIT A.E.Π.Π.", "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "INTRUM HELLAS Α.Ε.
ΔΑΔΠ." αντιστοίχως, καθώς και το πέμπτο ανώνυμο πιστωτικό ίδρυμα, με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε", που τελεί σε ειδική εκκαθάριση, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παρασταθούν κατά την εκφώνησή της.
Από τις υπ' αριθμ. ...-2022, ...-2022, ...-2022, ...-2022, ...-2022, ...-2022, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Ν. που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-1-2024) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη, έβδομη αναιρεσίβλητες και στον πέμπτο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Συνεπώς, πρέπει, να δικαστούν ερήμην, ωστόσο το Δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους.(άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ενόψει του ότι η ένδικη από 18-10-2012 αίτηση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 8-11-2012, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015, που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".
Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 1352/2021).
Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν, με τις πράξεις ή παραλείψεις του, επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί, με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 609/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 247/2024, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 609/2023, Α.Π. 758/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 247/2024, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 609/2023, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την από 18-10-2012 (αρ.κατ. 16734/8-11-2012) αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθ' ων η αίτηση- πιστωτές της και ήδη αναιρεσίβλητους, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου, με σκοπό την απαλλαγή της από τις οφειλές της.
Οι δεύτερη και πέμπτη των καθ' ων η αίτηση, (ήδη δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων), αντίστοιχα, πρότειναν ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1888/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της και κατόπιν αυτού, δέχθηκε την ένσταση αυτή των ανωτέρω πιστωτριών τραπεζών και απέρριψε την αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της αποφάσεως αυτής η αιτούσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 25/7/2019 (αριθ. κατ. 31554/2019) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 12061/2021 απόφαση, η οποία δέχθηκε αυτήν τυπικά και αφού έκρινε ότι η προβληθείσα από τις ανωτέρω καθ' ων η αίτηση-πιστώτριες τράπεζες, ένσταση περί δόλου της αιτούσας-αναιρεσείουσας, την οποία (ένσταση) επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η ασκήσασα αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Α.Ε.
ΔΑΔΠ.", ότι είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη δέχθηκε την ένσταση αυτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και, κρίνοντας όπως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε τον προταθέντα εκ μέρους της, με λόγο εφέσεως, ισχυρισμό, περί αοριστίας της ένστασης του δόλου που πρότειναν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι δεύτερη και πέμπτη των καθών, (ήδη 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων), και επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η ασκήσασα αυτοτελή πρόσθετη περέμβαση, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Α.Ε.
ΔΑΔΠ", κρίνοντας ορισμένη την ένσταση της τελευταίας. Σχετικά με την ένσταση του δόλου, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η ασκήσασα υπέρ της τότε τέταρτης εφεσίβλητης(ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης), αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Α.Ε.
ΔΑΔΠ.", ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επικαλέσθηκε υπερδανεισμό της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας και δόλο αυτής κατά την ανάληψη των δανειακών προϊόντων, συνολικού ύψους 160.000 ευρώ, (εκ του οποίου, ποσό άνω των 90.000 ευρώ, αφορούσε αποκλειστικά οφειλές από καταναλωτικά δάνεια και χρήση πιστωτικών δελτίων), καθόσον ως μισθωτή υπάλληλος, ο μισθός της δεν επαρκούσε για τις τρέχουσες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς της, καθώς και για την κάλυψη των υποχρεώσεων της στα πιστωτικά ιδρύματα, γεγονός το οποίο γνώριζε και το είχε αποδεχθεί.
Η ένσταση αυτή της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, ήδη έβδομης αναιρεσίβλητης, είναι ορισμένη καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες θα την οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (10-11-2020), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 71/2020). Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (Α.Π. 673/2022, Α.Π. 1442/2021).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 247/2024, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 449/2022, Α.Π. 1351/2021). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 247/2024, Α.Π. 1943/2022, Α.Π. 785/2022).
Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 247/2024, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 681/2020).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 12016/2021 τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), γεννήθηκε το έτος 1962 και είναι 59 ετών.
Με τον πρώην σύζυγο της Γ. Μ. απέκτησαν δύο τέκνα, την Α. που γεννήθηκε το έτος 1981 και είναι 40 ετών και τη Ζ. που γεννήθηκε το έτος 1982 και είναι 39 ετών Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της με τον πρώην σύζυγο της το έτος 1997, ανέλαβε μόνη της τις δαπάνες ανατροφής και εκπαίδευσης των δυο παιδιών τους, στις οποίες ο τελευταίος ουδέποτε συμμετείχε καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας νοσηλευόμενος κατά περιόδους σε ψυχιατρικά νοσοκομεία.
Η εκκαλούσα εργάστηκε στην Ελληνική Βιομηχανία Όπλων Α.Ε. από την 25.06.1997 έως την 31.12.2003, έκτοτε δε στην εταιρία Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα Α.Β.Ε.Ε., από την οποία μετατάχθηκε στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης/Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας το έτος 2007, οπότε άρχισε να εργάζεται ως πολιτική υπάλληλος της Ελληνικής Αστυνομίας.
Ο μηνιαίος μισθός της το 2002 ανερχόταν στο ποσό των 913 ευρώ, το 2003 στο ποσό των 1.018 ευρώ, το 2004 στο ποσό των 1.269 ευρώ, το 2005 στο ποσό των 1.105 ευρώ, το 2006 στο ποσό των 1.169 ευρώ, το 2007 στο ποσό των 987 ευρώ, το 2008 στο ποσό των 942 ευρώ, το 2009 στο ποσό των 1.053 ευρώ, το 2010 στο ποσό των 1.003 ευρώ, το 2011 στο ποσό των 953 ευρώ, το 2012 στο ποσό των 808 ευρώ, το 2013 στο ποσό των 771 ευρώ, το 2014 στο ποσό των 787 ευρώ, το 2015 στο ποσό των 793 ευρώ, το 2016 στο ποσό των 785 ευρώ, το 2017 στο ποσό των 812 ευρώ, το 2018 στο ποσό των 823 ευρώ, το 2019 στο ποσό των 865 ευρώ, ενώ ο μισθός της σήμερα ανέρχεται στο ποσό των 855 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα του φόρου εισοδήματος και τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της εκκαλούσας.
Το 2007 μετακόμισε από το Αίγιο Αχαΐας στην Θεσσαλονίκη, λόγω της προαναφερθείσας μετάταξής της, ενώ από το 2011 διαμένει σε διαμέρισμα της οδού ..., στον Εύοσμο, για το οποίο κατέβαλλε μηνιαίο μίσθωμα 330 ευρώ και εν συνεχεία 260 ευρώ. Οι δαπάνες της εκκαλούσας περιορίζονται σε αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των δικών της βιοτικών αναγκών και ανέρχονται στο ποσό των 800 ευρώ, ποσό που και η ίδια προσδιορίζει ως απαραίτητο για τη διαβίωσή της, το οποίο καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τον μηνιαίο μισθό της.
Επιπλέον, στην εκκαλούσα ανήκουν: 1) ένα παλαιό διαμέρισμα έτους κατασκευής 1973, εμβαδού 80 τ.μ. στον ισόγειο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ... στο Αίγιο του Δήμου Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας και 2) τα 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 1024 τ.μ. στη θέση "Έξω Κάμπος" στο Δήμο Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας.
Ακόμη, διαθέτει και το με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής HUNDAI, τύπου GETZ, 1086 κυβ., μοντέλου 2003, εμπορικής αξίας 1500 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο τα ενέγγυα όσο και τα ανέγγυα, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ.3 ν. 3869/10):
Ειδικότερα: 1) προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη): α) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, για το οποίο οφείλει το ποσό των 3.773,94 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 06.10.2010 β) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, για το οποίο οφείλει το ποσό των 3.950,04 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 06.10.2010, γ) δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης πιστωτικής κάρτας, για την οποία οφείλει το ποσό των 4.354,83 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 06.10.2010, δ) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας, για την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 0,57 ευρώ μέχρι 06.10.2010 και ε) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας, για την οποία οφείλει το ποσό των 477,13 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 06.10.2010, 2) προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ A.E." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη):
α) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης στεγαστικού δανείου, για το οποίο οφείλει το ποσό των 32.778,51 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 30.06.2010 και β) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης στεγαστικού δανείόυ, για το οποίο οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 34.649,08 ευρώ μέχρι 30.06.2010, 3) προς την κυπριακή δημόσια εταιρία με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" καθολική διάδοχος της οποίας είναι η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη):
δυνάμει της με αριθμό MG ....2006 σύμβασης καταναλωτικού δανείου, για το οποίο οφείλει το ποσό των 37.677,62 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 13.09.2010, 4) προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α Ε" (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη): α) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, για την οποία οφείλει το ποσό των 1.967,61 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 30.06.2010, β) δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης καταναλωτικού δανείου, για το οποίο οφείλει το ποσό των 11.014,33 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 30.06.2010 και γ) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, για την οποία οφείλει το ποσό των 1.828,59 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 20.07.2010, 5) προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη):
α) δυνάμει του με αριθμό ... λογαριασμού υπερανάληψης, για τον οποίο οφείλει το ποσό των 2.072,13 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 14.09.2010 και β) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, για την οποία οφείλει το ποσό των 11.456,96 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 14.09.2010 και 6) προς το ανώνυμο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε" (ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο):
α) δυνάμει της με αριθμό λογ. ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας, για την οποία οφείλει το ποσό των 3.093,15 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 15.09.2010 και β) δυνάμει της με αριθμό 1853-42-1450-58 σύμβασης δανείου, για το οποίο οφείλει το ποσό των 8.728,66 ευρώ μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι 28.09.2010. Συνολικά, οι παραπάνω οφειλές της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας, όπως εισφέρονται με την υπό κρίση αίτηση, ανέρχονται στο ποσό των 157.823,15 ευρώ.
Η αιτούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, καθώς η σχέση της ρευστότητάς της προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της είναι αρνητική υπό την έννοια ότι μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, η υπολειπόμενη ρευστότητά της, δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους.
Ωστόσο, η αδυναμία της αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητά της, η οποία έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, διότι αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβαινε σε συνεχείς λήψεις δανείων, γνωρίζοντας ότι οι αναληφθείσες εκ μέρους της υποχρεώσεις είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με τις οικονομικές της δυνατότητες.
Συγκεκριμένα, η αιτούσα - εκκαλούσα, πλην των δύο στεγαστικών δανείων, τα οποία έλαβε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για την αγορά της κύριας κατοικίας της που βρίσκεται στο Αίγιο Αχαΐας, προέβη έως το 2007 και στη λήψη 13 ακόμη τραπεζικών προϊόντων (καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, λογαριασμοί υπερανάληψης).
Μάλιστα, εξεταζόμενη στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι όλα τα δάνεια τα έλαβε έως το έτος 2007, όταν η οικονομική της κατάσταση της επέτρεπε να είναι συνεπής στην αποπληρωμή τους, και ότι έκτοτε, λόγω των αυξημένων δαπανών που της προκάλεσε η μετάταξή της στην Θεσσαλονίκη, άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα στην ομαλή πληρωμή των δόσεων μέχρι το 2012, οπότε έπαυσε τις πληρωμές της.
Ωστόσο, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται ότι η αιτούσα με τις πράξεις της οδηγήθηκε σε υπέρμετρο δανεισμό, που υπερέβαινε κατά πολύ το μέτρο των οικονομικών της δυνατοτήτων. Ειδικότερα, είναι προφανές ότι ο μηνιαίος μισθός της κατά τα έτη 2000 έως 2007, ήτοι πριν ακόμη υποστεί μειώσεις, ο οποίος, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, κυμαινόταν από τα 913 έως τα 1.269 ευρώ περίπου, δεν επαρκούσε για την ταυτόχρονη κάλυψη τόσο των ως άνω δανειακών της υποχρεώσεων, όσο και των βιοτικών αναγκών της, που η ίδια ισχυρίζεται ότι ανέρχονται σε 800 ευρώ, κι επομένως ουδέποτε θα της επέτρεπε να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών υποχρεώσεων που ανέλαβε ακόμα και στην υψηλότερη εκδοχή τους.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αιτούσα δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ήδη από τον χρόνο λήψης των ως άνω δανείων διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών της στο μέλλον, καθόσον το μοναδικό αξιόλογο αλλά και σταθερό εισόδημά της ήταν ο μισθός της ως δημοσίου υπαλλήλου, παράλληλα δε η αιτούσα δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει εισοδήματα από άλλες πηγές, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως συμπλήρωμα του συνολικού ποσού των δόσεων που έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως στους πιστωτές της.
Η αιτούσα, δηλαδή, ενώ προέβη στη λήψη των δύο στεγαστικών δανείων, προέβη ακολούθως σε συνεχή και δυσανάλογο σε σχέση με τις οικονομικές της δυνατότητες δανεισμό, δίχως παράλληλα να φροντίσει για την ορθή διαχείριση του ενεργητικού της, προκειμένου να εξυπηρετήσει επαρκώς τα ήδη αναληφθέντα χρέη της, ήτοι δεν φρόντισε να διαφυλάξει τα εισοδήματα που λάμβανε από την εργασία της, αλλά αντιθέτως προέβη αλόγιστα και χωρίς επιμέλεια και σύνεση σε διαρκείς λήψεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, με τη χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος προς τούτο, όπως π.χ.
λόγοι υγείας, και χωρίς να προσδοκεί στο μέλλον σε μεγαλύτερα εισοδήματα εκ του επαγγέλματός της, αλλά αποσκοπώντας στην επίτευξη από μέρους της επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από τις οικονομικές της δυνατότητες βάσει των ανωτέρω και γνωρίζοντας ότι οι αναληφθείσες εκ μέρους της υποχρεώσεις είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητες της (δάνεια - υπερπολλαπλάσιας αξίας του ύψους των εισοδημάτων της).
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι αντιμετώπιζε κάποια ιδιαίτερη ασθένεια, εξάλλου είχε την απαιτούμενη ιατρική κάλυψη, ούσα ασφαλισμένη στο δημόσιο, οι δε σπουδές της κόρης της στην Θεσσαλονίκη, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι έλαβαν χώρα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα του υπερδανεισμού της, δεν δικαιολογούν τον αριθμό και το ύψος των ληφθέντων καταναλωτικών δανείων, δεδομένου ότι η κόρη της έμενε σε φοιτητική εστία, καλύπτοντας αδαπάνως τα έξοδα στέγασης και σίτισής της.
Η αιτούσα, λοιπόν, έχοντας έναν μισθό ικανοποιητικό και ικανό να καλύψει τα έξοδα διαβίωσης της ιδίας και των θυγατέρων της, επέλεξε να προβεί στη λήψη μεγάλου αριθμού πιστωτικών προϊόντων, και δη σε χρόνο πριν λάβει χώρα η μετάταξή της και αυξηθούν οι δαπάνες διαβίωσής της, παρόλο που γνώριζε, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε, μετά βεβαιότητας να προβλέψει, την αδυναμία αποπληρωμής του ποσού των 157.823,15 ευρώ (συνολικό ύψος των χρεών της), αφού δεν διέθετε άλλους πόρους πέραν των αποδοχών της, γεγονός που θα έπρεπε να την κάνει περισσότερο συνετή και προσεκτική όσον αφορά τον αλόγιστο δανεισμό της.
Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η αιτούσα -καίτοι ο υπερδανεισμός δεν συνιστά εξ ορισμού στοιχείο του δόλου- υπερέβη καταφανώς τον συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων, ενώ σε καμία περίπτωση η σημερινή δυσμενής θέση στην οποία η ίδια έχει περιέλθει δεν δύναται να αποδοθεί απλώς και μόνο σε εσφαλμένους υπολογισμούς της σε συνδυασμό και με τις σημερινές κρατούσες δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, αλλά, αντιθέτως, σε συνειδητές επιλογές της προς δημιουργία και διατήρηση ενός δυσανάλογα υψηλού βιοτικού επιπέδου, καίτοι δεν διέθετε τα αντίστοιχα εισοδήματα προς κάλυψη των απορρεουσών από τον συνεχή δανεισμό υποχρεώσεων.
Η αδυναμία δε αυτή να ανταπεξέλθει στον όγκο των ληξιπρόθεσμων χρεών που ανέλαβε δεν συνδέεται απιωδώς με τη μεταγενέστερη μείωση των εισοδημάτων της, διότι και χωρίς αυτό το γεγονός, δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει τις οφειλές της, αφού, ήδη από το έτος 2007, ενώ δηλαδή ακόμη λάμβανε δάνεια, το εισόδημά της δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση τόσο των δανειακών της υποχρεώσεων όσο και των βιοτικών αναγκών της οικογενείας της.
Αντίθετα, μοναδικός λόγος της εν λόγω αδυναμίας της ήταν η μη ορθή διαχείριση του προϋπολογισμού και ο αλόγιστος δανεισμός. Υπό τα περιστατικά αυτά, προκύπτει ότι η αιτούσα περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών, καθόσον υπερέβη καταφανώς το συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων, αφού παρά τις υποχρεώσεις που αρχικά ανέλαβε, συνέχισε να δανείζεται, μη φροντίζοντας για τη σωστή διαχείριση των εισοδημάτων της, που ήταν σταθερά, προβαίνοντας κατά τα ως άνω σε ενέργειες που υποδηλώνουν πρόθεση εξασφάλισης ενός ανώτερου επιπέδου ζωής, κάνοντας ανεξέλεγκτη χρήση πιστωτικών καρτών και καταναλωτικών δανείων, χειροτερεύοντας εν γνώσει της την οικονομική της θέση, αυξάνοντας συνεχώς το παθητικό της, παρότι γνώριζε, ότι στο μέλλον, θα αδυνατούσε τα καλύψει ή τουλάχιστον προχωρούσε στη λήψη των δανείων αψηφώντας τις συνέπειες και διαβλέποντας ως ενδεχόμενη δυναμία αποπληρωμής αυτών στο μέλλον, χωρίς ωστόσο να αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενη το γεγονός αυτό, υπερβαίνοντας κατά πολύ το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Συνεπώς, η αιτούσα γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών της αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Έτσι που έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ως βάσιμη κατ' ουσίαν την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί ύπαρξης δόλου ως προς την περιέλευση της αιτούσας - εκκαλούσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως αβάσιμων κατ' ουσίαν των ισχυρισμών της εκκαλούσας, όπως αυτοί παρατίθενται με τον σχετικό λόγο έφεσής της.
Περαιτέρω, ο προτεινόμενος πρωτοδίκως από την αιτούσα ισχυρισμός, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ότι οι πιστώτριες τράπεζες χορήγησαν σε αυτήν τα επίδικα δάνεια, κατά παράβαση της καθιερούμενης με την ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β7917/2010 αρχή της καταναλωτικής πίστης και του υπεύθυνου δανεισμού, τελώντας σε γνώση και αποδεχόμενες το ενδεχόμενο να μην αποπληρωθούν αυτά εκ μέρους της λόγω ανεπάρκειας των εισοδημάτων της κατόπιν ελέγχου της φερεγγυότητάς της, επί της οποίας επιχειρεί να θεμελιώσει την αντένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη (...).
Επιπλέον δε για την ευδοκίμηση της σχετικής αντένστασης του οφειλέτη, απαιτείται η ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των υποχρεώσεων που ανέλαβαν οι δανειολήπτες και των οικονομικών τους δυνάμεων κατά το χρόνο ανάληψης των εν λόγω υποχρεώσεων, στοιχεία που όμως ουδόλως επικαλείται εν προκειμένω η αιτούσα.
Σε κάθε περίπτωση δε, ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει άνευ άλλου τινός τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο πιστωτής έχει προνοήσει να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό με την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξε η χορηγήσασα τα στεγαστικά δάνεια πιστώτρια τράπεζα.....".
Με βάση τις άνω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το άνω, ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό της δόλο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., τις οποίες, συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αίτησής της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, κατόπιν παραδοχής, ως ορισμένης, νόμιμης και κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης της άνω έβδομης αναιρεσίβλητης, περί περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της από δικό της δόλο.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της δόλιας περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.
Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια: α) όλα τα τραπεζικά προϊόντα, που έλαβε η αναιρεσείουσα, από κάθε μια των αναιρεσίβλητων-πιστωτριών τραπεζών, αντίστοιχα, καθώς και το τελικό ύψος αυτών, β) τα εισοδήματα της αναιρεσείουσας αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη από το 2002 έως το 2019, γ) η μη επάρκεια των εισοδημάτων της για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων και την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, δ) η αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, ε) η περιέλευσή της στη μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής των χρεών της, από δικό της δόλο, διότι συμφώνησε με περισσότερους πιστωτές την απόλαυση διαφόρων τραπεζικών προϊόντων σημαντικού ύψους και δυσανάλογου προς τα εισοδήματά της, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότηες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την Α.Κ. 300, μη λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα των Τραπεζών, γιατί παραβίασαν την καθιερούμενη με την ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β'/917/2010 αρχή της καταναλωτικής πίστης και του υπεύθυνου δανεισμού, καθόσον γνώριζαν την πιθανότητα της αδυναμίας πληρωμής της και εντούτοις τη δανειοδότησαν υπέρμετρα, παραβιάζοντας ευθέως την αρχή του υπεύθυνου δανεισμού, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ.
τελ. ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι δεύτερος, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθώς και ο τέταρτος λόγος από τον αριθμό 1 εδ.
α' του ίδιου άρθρου, ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι και για το λόγο ότι οι περιλαμβανόμενες σε αυτούς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές, επαρκές και μη αντιφατικό αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ.1 και 6 Κ.Πολ.Δ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.),αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο, αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1226/2023, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 64/2017).
Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού ούτε ο χρόνος σύναψης έκαστης δανειακής σύμβασης αποδείχθηκε, ούτε το συνολικό ύψος της ενήμερης μηνιαίας δόσης προς τους πιστωτές αυτής (αιτούσας).
Οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτες, διότι δεν ανάγονται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναίρεσης, ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019, Α.Π. 656/2016).
Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 425/2022, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 154/2018, Α.Π. 636/2017, Α.Π. 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 883/2021, Α.Π. 686/2021, Α.Π. 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1219/2024, Α.Π. 606/2023).
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 560 αρ, 5 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το ως άνω Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, που καταλόγισε σε βάρος της δόλια συμπεριφορά, δεν έλαβε υπόψη τους εξής ισχυρισμούς της:
α) ότι η οικονομική της κατάσταση κατά το χρόνο λήψης των επίδικων δανείων ήταν καλύτερη, καθώς εργαζόταν στην εταιρία "Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα Α.Β.Ε.Ε." και ότι οι αποδοχές της μειώθηκαν μετά την αναγκαστική μετάταξή της στο πολιτικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, β) ότι ο δανεισμός της αφορούσε κατά βάση στη λήψη δύο στεγαστικών δανείων και συμπληρωματικά τη λήψη καταναλωτικών προϊόντων(πιστωτικές κάρτες), τα όρια των οποίων εξήντλησε όταν βρέθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο, γ) ότι αποπλήρωνε κανονικά τις δόσεις της μέχρι την περίοδο που επαρκούσε το εισόδημά της, δ) ότι κατά το χρόνο λήψης των δανείων της και μέχρι το 2007 είχε την εύλογη πεποίθηση ότι το εργασιακό της καθεστώς δεν θα μεταβληθεί, ε) ότι οι πιστώτριες για τη θεμελίωση της ένστασης του δόλου δεν ανέφεραν συγκεκριμένες ενέργειές της στις οποίες προέβη για την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης και στ) ότι ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε προκειμένου να αποδειχθεί η ανωτέρω ένσταση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που φέρονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της προβληθείσας από την έβδομη αναιρεσίβλητη Τραπεζική εταιρεία ενστάσεως περί περιέλευσης της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής από ενδεχόμενο δόλο, καθώς και επιχειρήματα αυτής υπέρ της περί του αντιθέτου απόψεως της και, συνεπώς, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια, τα οποία η αναιρεσείουσα αντλεί από τις αποδείξεις.
Επιπλέον δε διότι, με την επίκληση του λόγου αυτού, με την επίφαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 5 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 247/2024, Α.Π.987/2023, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 475/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2021 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 27468/22-12-2021, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12016/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ