Legislator Case Law & Legislation
1613/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding insufficient time for defense in criminal proceedings.

Case Number 1613/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding the admissibility of a criminal complaint. The appellant argued that the court-appointed defense lawyer was given insufficient time to prepare, yet no objection was raised during the trial or before the appellate court. The court ruled that the statutory 30-day limit was respected and the time granted was reasonable, finding no violation of the appellant's rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340(1) and 376 of the Criminal Procedure Code; The court must appoint a defense counsel for a defendant in a felony case lacking one, and the time granted for preparation must be reasonable and sufficient, with no objection constituting a procedural defect.

Keywords

AI generated
criminal procedure defense counsel appointment procedural delay appeal admissibility reasonable time limit

Cited Legislation

AI generated
Article 340(1) of the Criminal Procedure Code
Article 376 of the Criminal Procedure Code
Article 171(1)(d) of the Criminal Procedure Code
Article 510(1)(a) of the Criminal Procedure Code
Article 578(1) of the Criminal Procedure Code
Article 6(3)(b) of the ECHR

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1613 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1613/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου , Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Τ. του Χ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενη στο Κ.Κ. Γυναικών Κορυδαλλού, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Σιγάλα, που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 190/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 491/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2019 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 670/2019.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα, ο οποίος αφού πήρε το λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί η από 12 Απριλίου 2019 αίτηση, που ασκήθηκε ενώπιον της Διευθύντριας του Κ.Κ. Γυναικών Κορυδαλλού, Τ. Κ. και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 29/19.04.2019, να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Στη διάταξη του άρθρου 340 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όπως η τελευταία είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 33 του Ν. 4356/2015 και στη συνέχεια με το άρθρο 50 παρ.1 Ν.4509/2017 και είναι ταυτόσημη με την ισχύουσα κατά το Ν. 4620/2019 (νέο ΚΠοινΔ), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ' άρθρο 590§1 του ως άνω κώδικα αφού καταλαμβάνει τις υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιονδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό, ορίζεται ότι: "...

Στα κακουργήματα, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε όσους κατηγορούμενους δεν έχουν από πίνακα που καταρτίζει τον Ιανουάριο κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου ... Οι υποθέσεις στις οποίες διορίζεται συνήγορος κατά τα παραπάνω, εκδικάζονται υποχρεωτικά σε συνεδρίαση μετά από διακοπή, προκειμένου να προετοιμαστεί κατάλληλα ο διορισθείς συνήγορος.

Η δικάσιμος μετά από τη διακοπή αυτή δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες...". Επίσης, κατά το άρθρο 376 ΚΠοινΔ, "Σε περίπτωση που η κατηγορία αφορά κακούργημα, αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, ο διευθύνων τη συζήτηση διορίζει συνήγορό του σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 340 παρ.1 και θέτει στη διάθεσή του τη δικογραφία (άρθρο 321 παρ.6)".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν ο κατηγορούμενος για κακούργημα δεν έχει συνήγορο, ο διευθύνων τη συζήτηση οφείλει εξ επαγγέλματος να διορίσει σε αυτόν συνήγορο, καθώς και ότι το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει αλλά και ο κατηγορούμενος, εκτός από την αναβολή της δίκης, δικαιούται να ζητήσει τη διακοπή της για διάστημα όχι μεγαλύτερο των 30 ημερών, θεμελιώνοντας το σχετικό περί αναβολής ή διακοπής της δίκης αίτημά του και στο ότι μέχρι την έναρξη της δίκης δεν κατόρθωσε να επιτύχει το διορισμό συνηγόρου της επιλογής του ή ότι κωλύεται αυτός να προσέλθει στην έναρξη της διαδικασίας και αναλάβει την υπεράσπισή του ή, όταν ανέλαβε κατά τη διάρκεια της δίκης στο ακροατήριο, ότι δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο προκειμένου να προετοιμαστεί κατάλληλα ο διορισθείς συνήγορος.

Στις προαναφερθείσες διατάξεις προσδιορίζεται ο ανώτατος και όχι ο κατώτατος χρόνος, εντός του οποίου υποχρεούται το δικαστήριο να προσδιορίσει τη μετά τη διακοπή της δίκης συνεδρίαση και αυτός δεν μπορεί να υπερβεί τις τριάντα (30) ημέρες, η δε συνέχιση της δίκης μετά τη διακοπή από καμμία διάταξη δεν ορίζεται ότι πρέπει να λάβει χώρα σε διαφορετική δικάσιμο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, ως λόγος αναίρεσης μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, κατά δε το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ. β' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο με το Ν.Δ. 53/1974, υπερισχύει δε των Ελληνικών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και ορίζεται στην ως άνω παράγραφο, ότι: "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όπως διαθέτη του χρόνου και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του ...".

Η παραβίαση της προαναφερθείσας της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της ποινικής αποφάσεως, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναιρέσεως.

ΙΙ)Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης που κρίνεται, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 340 ΚΠοινΔ, ενώ διόρισε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου σ' αυτήν, κατηγορούμενη για έγκλημα κακουργηματικής μορφής, αυτεπαγγέλτως συνήγορο , υπερασπίσεως, δεν προσδιόρισε την εκδίκαση σε άλλη ημερομηνία, αλλά διέκοψε για μία ώρα μόνο. Ότι έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην προστασία των υπερασπιστικών δικαιωμάτων αυτής, προκαλώντας απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και καθιστώντας αναιρετέα για το λόγο αυτό, σε συνδυασμό με το άρθρο 6§3. β της ΕΣΔΑ, την προσβαλλόμενη με αριθμό 491/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, την έφεση της κατά της 5089/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης κλοπής.

ΙΙΙ)Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, 491/2019 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 6 Μαρτίου 2019, μετά την εμφάνιση της εκκαλούσης - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αυτή δήλωσε προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ότι δεν έχει συνήγορο, για να την υπερασπιστεί.

Κατόπιν, ο Πρόεδρος διόρισε αυτεπάγγελτα συνήγορο αυτής, για να την υπερασπιστεί, την παρούσα δικηγόρο Αθηνών Ιωάννα Καστράντα, που αποδέχτηκε τον διορισμό της, εφόσον δεν υπήρχε στο ακροατήριο άλλος από τον πίνακα που έχει καταρτιστεί, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠοινΔ και έθεσε στη διάθεσή της την δικογραφία για να την μελετήσει και να προπαρασκευάσει την υπεράσπιση της κατηγορουμένης, ως προς το παραδεκτό της έφεσης, αφού προηγουμένως συνεννοηθεί μαζί της.

Για το σκοπό αυτό διέκοψε τη συζήτηση για μία (1) ώρα. Αφού πέρασε η ώρα αυτή, επαναλήφθηκε η συνεδρίαση, με παρόντες όλους τους Δικαστές, την Εισαγγελέα, την Γραμματέα, την κατηγορούμενη και την συνήγορό της δημόσια, όπως και προηγουμένως. Ακολούθως η συνήγορος της κατηγορουμένης, χωρίς να ζητήσει επιπλέον χρόνο για να προετοιμαστεί κατάλληλα επί του παραδεκτού ή μη της εφέσεως, έλαβε το λόγο και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και να εξεταστεί προς απόδειξη των ισχυρισμών της μία μάρτυρας, δεν προέβαλε αντίρρηση στην ανάγνωση των εγγράφων, ανέπτυξε και κατέθεσε εγγράφως κατά το άρθρο 141 παρ.2 ΚΠΔ τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης και, τέλος, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας, ζήτησε να γίνει δεκτό ότι η κρινόμενη έφεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα.

Από την παραπάνω καταγεγραμμένη στα σχετικά πρακτικά έκθεση των γεγονότων, που έγιναν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, καθίσταται φανερό, ότι το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας ακροάστηκε το αίτημα της εκκαλούσης - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, διόρισε αυτεπαγγέλτως συνήγορο σ' αυτήν και διέταξε τη διακοπή της δίκης, παρέχοντας συγχρόνως το αναγκαίο χρονικό διάστημα, μετά από δική του σχετική εκτίμηση και στάθμιση, στην αυτεπαγγέλτως διορισθείσα συνήγορο για την προετοιμασία της υπεράσπισης επί του εμπροθέσμου ή μη της κρινόμενης εφέσεως, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση από αυτήν και τη συνήγορό της, ότι ο διατεθείς χρόνος υπήρξε ελλιπής και ανεπαρκής για τη μελέτη της δικογραφίας και την υπεράσπιση της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας.

Επομένως, εφόσον ο χρόνος της προσδιορισθείσας μετά από τη διακοπή συνεδρίασης περιορίστηκε μέσα στα χρονικά όρια του νόμου και δεν υπερέβη το ανώτατο όριο των τριάντα ημερών, εκτιμάται δε και αξιολογείται αυτός ως εύλογος, επαρκής και αναγκαίος, αφού ουδεμία αντίρρηση ή παράπονο προβλήθηκε κατά τον καθορισμό του χρονικού διαστήματος διακοπής αλλά και μέχρι το πέρας της διαδικασίας ενώπιον του άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα της κατηγορουμένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, οπότε είναι αβάσιμη η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 171παρ.1 στοιχ.

δ' ΚΠοινΔ και, κατ' επέκταση, ομοίως δεν θεμελιώνεται και είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α' του παραπάνω Κώδικα λόγος αναίρεσης. Εντεύθεν και ο λόγος περί παραβίασης του άρθρου 6§3 εδ. β' της ΕΣΔΑ είναι επίσης αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 του ΚΠοινΔ αναιρετικούς λόγους, μεταξύ των οποίων και της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που, όμως, δεν στοιχειοθετείται στην προκειμένη περίπτωση από την προαναφερθείσα αιτίαση της αναιρεσείουσας.

Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578§1 νέου ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με από 12 Απριλίου 2019 (αριθ. 29/2019) αίτηση της Ε. Τ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 491/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ