1613/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1613/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6 § 4 της υπ' αριθ. 23041/19-5-2006 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού: "Απαγορεύεται η διενέργεια παράνομου ιπποδρομιακού στοιχήματος από τον πράκτορα. Ο πράκτορας ευθύνεται για τη διενέργεια παράνομου ιπποδρομιακού στοιχήματος μέσα στο πρακτορείο του. Οι παραβάτες εκτός από την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας, διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες ποινικές διατάξεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1613 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1613/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γουνελά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7267/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1070/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-10-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 27-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν παρά την μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει, ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά (Α.Π. 115/2013, Α.Π. 211/2012). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 και 19 Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη ... (και) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6 § 4 της υπ' αριθ. 23041/19-5-2006 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού: "Απαγορεύεται η διενέργεια παράνομου ιπποδρομιακού στοιχήματος από τον πράκτορα. Ο πράκτορας ευθύνεται για τη διενέργεια παράνομου ιπποδρομιακού στοιχήματος μέσα στο πρακτορείο του. Οι παραβάτες εκτός από την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας, διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες ποινικές διατάξεις.
Σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης κατά του προσώπου του πράκτορα, για αδίκημα που σχετίζεται με τη διενέργεια παρανόμου στοιχήματος, αναστέλλεται υποχρεωτικά η λειτουργία του πρακτορείου, με κοινή πράξη του Προέδρου του Δ.Σ. και του Διευθύνοντος Συμβούλου του Οργανισμού ή των νομίμων αναπληρωτών τους.
Στις περιπτώσεις αυτές δεν επιτρέπεται η για οιονδήποτε λόγο μεταβίβαση της άδειας του πρακτορείου ούτε η σύσταση ομόρρυθμης εταιρείας εκμετάλλευσης αυτού. Η επαναλειτουργία του πρακτορείου είναι δυνατή μόνο μετά την τελεσίδικη απαλλαγή του πράκτορα ενώ σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης του αφαιρείται η άδεια λειτουργίας του πρακτορείου, με απόφαση του Δ.Σ.
του Οργανισμού".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1215/20-12-2002 απόφασης του Δ.Σ. καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η από 30-01-2003 σύμβαση, δυνάμει της οποίας η εναγομένη χορήγησε στον ενάγοντα άδεια λειτουργίας πρακτορείου αμοιβαίου ιπποδρομιακούς στοιχήματος στον Άγιο Ιερόθεο Αττικής επί της οδού ..., σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σ' αυτήν και στον ισχύοντα κανονισμό της εναγομένης, οι διατάξεις του οποίου αποτελούσαν ενιαίο με τη σύμβαση σύνολο.
Ειδικότερα στο άρθρο 17 της ως άνω σύμβασης ορίζεται ότι "Ο δεύτερος συμβαλλόμενος {δηλαδή ο ενάγων} δηλώνει ότι έλαβε γνώση του ισχύοντος κανονισμού λειτουργίας πρακτορείων Α.Σ. του Οργανισμού και αποδέχεται τους σχετικούς όρους του, οι οποίοι θεωρούνται ενιαίο σύνολο με το παρόν". Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης ο ενάγων άρχισε τη λειτουργία του πρακτορείου του στην ως άνω διεύθυνση...
Παράλληλα ο ενάγων είχε και άδεια από τον Ο.Π.Α.Π. γιο τη διενέργεια προγνωστικών αγώνων ποδοσφαίρου, ΚΙΝΟ, ΛΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΠΡΟΤΟ κ.λ.π. Το άρθρο 6 παρ. 4 του κανονισμού λειτουργίας πρακτορείων αμοιβαίου ιπποδρομιακού στοιχήματος (ΦΕΚ Β 689/02-6-2006), το οποίο κατά τα προαναφερθέντα κατέστη συμβατικός όρος της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης (όρος 17 της σύμβασης) ορίζει τα εξής: "Απαγορεύεται η διενέργεια παράνομου ιπποδρομιακού στοιχήματος από τον πράκτορα.
Ο πράκτορας ευθύνεται για τη διενέργεια παράνομου ιπποδρομιακού στοιχήματος μέσα στο πρακτορείο του. Οι παραβάτες εκτός από την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας, διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες ποινικές διατάξεις. Σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης κατά του προσώπου του πράκτορα, για αδίκημα που σχετίζεται με τη διενέργεια παράνομου στοιχήματος, αναστέλλεται υποχρεωτικά η λειτουργία του πρακτορείου, με κοινή πράξη του Προέδρου του ΔΣ και του Διευθύνοντος Συμβούλου του Οργανισμού ή των νομίμων αναπληρωτών τους.
Στις περιπτώσεις αυτές δεν επιτρέπεται η για οιονδήποτε λόγο μεταβίβαση της άδειας του πρακτορείου ούτε η σύσταση ομόρρυθμης εταιρίας εκμετάλλευσης αυτού. Η επαναλειτουργία του πρακτορείου είναι δυνατή μόνο κατά την τελεσίδικη απαλλαγή του πράκτορα, ενώ σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης του αφαιρείται η άδεια λειτουργίας του πρακτορείου, με απόφαση του Δ.Σ.
του Οργανισμού". Το 4ο εδάφιο της άνω διάταξης του κανονισμού και συμβατικού όρου της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, λόγω της νομοτεχνικής ατέλειάς της είναι ασαφές και πρέπει να ερμηνευτεί με την προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Τα 1ο, 2ο, και 3ο εδάφια της άνω διάταξης προβλέπουν συγκεκριμένα την απαγόρευση και τις συνέπειες για ένα πράκτορα, όταν στο πρακτορείο του διεξάγεται παράνομο ιπποδρομιακό στοίχημα.
Το 4° εδάφιο, κατά την γραμματική διατύπωση και ερμηνεία του, αφορά οποιαδήποτε διενέργεια παράνομου στοιχήματος σε ένα πρακτορείο και δεν περιορίζεται μόνο στο παράνομο ιπποδρομικό στοίχημα. Γι αυτό και η διατύπωσή του είναι "για αδίκημα που σχετίζεται με τη διενέργεια παρανόμου στοιχήματος". Αν το 4ο εδάφιο αφορούσε μόνο το ιπποδρομιακό στοίχημα η διατύπωση θα ήταν "σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης κατά προσώπου για τη διενέργεια παρανόμου ιπποδρομιακού στοιχήματος..." όπως ρητά αναφέρεται στα 1°, 2ο, και 3ο εδάφια και όχι γενικά για "αδίκημα που σχετίζεται με τη διενέργεια παρανόμου στοιχήματος".
Δηλαδή, το 4ο εδάφιο είναι γενικού περιεχομένου σε σχέση με τα τρία προηγούμενα εδάφια. Αλλά και από τη τελεολογική ερμηνεία της άνω διάταξης προκύπτει ότι το 4 εδάφιο αφορά κάθε αδίκημα σχετιζόμενο με παράνομο στοίχημα γενικώς και όχι μόνο με παράνομο ιπποδρομιακό στοίχημα. Όταν το καταναλωτικό κοινό γνωρίζει ότι σε ένα πρακτορείο ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράνομο στοίχημα προγνωστικών ποδοσφαίρου και ο.
πράκτοράς του έχει οδηγηθεί στο αυτόφωρο, δικαιολογημένα αποφεύγει να το επισκεφθεί για να στοιχηματίσει σε άλλου είδους παιχνίδια, αφού έχει κλονισθεί η εμπιστοσύνη του και έχει εύλογες υποψίες ότι ανάλογη στάση ενδεχομένως δείχνει ο πράκτορας και στα υπόλοιπα παιχνίδια του πρακτορείου του. Επίσης, πλήττεται η αξιοπιστία της διεξαγωγής του ιπποδρομιακού στοιχήματος, όταν ο πράκτορας που βαρύνεται με την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για οποιοδήποτε παράνομο στοίχημα που διεξάγεται στο πρακτορείο του, συνεχίζει να λειτουργεί αυτό (το πρακτορείο του) για το ιπποδρομιακό στοίχημα, ενόψει του πολλαπλασιασμού των κρουσμάτων διεξαγωγής παρανόμου στοιχήματος μέσω διαδικτύου, booking κ.λ.π.
και της κοινωνικής ενοχοποίησης των ιπποδρομιακών αγώνων. Δηλαδή, δεν είναι θεμιτό να εμφανίζεται κάποιος ότι ενεργεί ως πράκτορας του Οργανισμού Διεξαγωγής Ιπποδρομιακών αγώνων όσο εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για παράνομο στοίχημα στο πρακτορείο του οιουδήποτε παιχνιδιού, έστω και μη ιπποδρομιακού, αφού έτσι πλήττεται η φερεγγυότητα, η αξιοπιστία, το κύρος και η δημόσια εικόνα του Οργανισμού, που έχει την ευθύνη διεξαγωγής του ιπποδρομιακού στοιχήματος, ήτοι με το να επιτρέπει να λειτουργούν ως πράκτορές του άτομα τα οποία αναπτύσσουν έκνομη δραστηριότητα και η φερεγγυότητά τους έχει κλονισθεί με την άσκηση σε βάρους τους ποινικής δίωξης που σχετίζεται με τη διενέργεια παρανόμου στοιχήματος.
Σημειωτέον ότι η φερεγγυότητα των πρακτόρων για τον ΟΔΙΕ αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο, αφού έτσι διαφυλάσσει το κύρος του και την δημόσια εικόνα του, γι' αυτό και με το άρθρο 1 του κανονισμού λειτουργίας πρακτορείων αμοιβαίου ιπποδρομιακού στοιχήματος μεταξύ των προϋποθέσεων χορήγησης άδειας πρακτορείου είναι το φυσικό πρόσωπο να μην έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για κάθε είδους κακουργήματα ή για πλημμέλημα το οποίο να δημιουργεί την υπόνοια της αφερεγγυότητας.
Με τη θέσπιση λοιπόν της άνω παραγράφου του άρθρου 6 του κανονισμού της εναγομένης, ήτοι την υποχρεωτική αναστολή λειτουργίας του πρακτορείου για το ιπποδρομιακό στοίχημα μέχρι την τελεσίδικη απαλλαγή του πράκτορα που διώκεται για αδίκημα που σχετίζεται με τη διενέργεια παρανόμου στοιχήματος, προστατεύεται και διασφαλίζεται η αξιοπιστία του Οργανισμού διεξαγωγής του ιπποδρομιακού στοιχήματος, τα ίδιο το ιπποδρομιακό στοίχημα αλλά και το καταναλωτικό κοινό και δεν είναι προέχον στοιχείο η επιβολή κύρωσης στο πρόσωπο του πράκτορα.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι ενδεχομένως ο Ο.Π.Α.Π. δεν περιλαμβάνει αντίστοιχη διάταξη για τους πράκτορές του που διενεργούν παράνομο ιπποδρομιακό στοίχημα. Στις 15/6/2006, ασκήθηκε κατά του ενάγοντος ποινική δίωξη, γιατί χωρίς δικαίωμα, στις 07/6/2006 διεξήγαγε δημόσια στοίχημα σχετικά με την έκβαση ποδοσφαιρικών αγώνων των χωρών, που συμμετείχαν στο Φιλανδικό πρωτάθλημα και στο παγκόσμιο κύπελλο του 2006, προκαθορισμένης απόδοσης, οι οποίοι ήταν εκτός του νομίμου δελτίου του Ο.Π.Α.Π.
ήτοι για παράβαση του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 2433/1996. Ειδικότερα, κατά το κατηγορητήριο που του απαγγέλθηκε, στο άνω πρακτορείο του, στις 07/6/2006, δεχόταν τηλεφωνικά παράνομα στοιχήματα για την έκβαση των άνω ποδοσφαιρικών αγώνων ως διοργανωτής, μέρος των οποίων προωθούσε στην εταιρία στοιχηματισμού BETFAIR, είτε μέσω ηλεκτρονικής σελίδας της εταιρίας στο διαδίκτυο, είτε μέσω τηλεομοιότυπου (FAX), λαμβάνοντας και ο ίδιος κάποιο ποσοστό επί των χρηματικών ποσών των στοιχημάτων εκδίδοντας δελτία παράνομου στοιχήματος της ως άνω εταιρίας, στα οποία αναγραφόταν οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις, η ημέρα και ώρα της συνάντησης, τα επιλεγμένα σημεία στοιχηματισμού, οι αποδόσεις των σημείων αυτών, τo ποσό του στοιχηματισμού και το προσδόκιμο ποσό.
Μόλις η εναγομένη έλαβε γνώση από τον Ο.Π.Α.Π. ότι ασκήθηκε κατά του ενάγοντος ποινική δίωξη για διενέργεια παρανόμου στοιχήματος, με την υπ' αριθμ. 505/22-6-2006 πράξη της που υπογράφεται από τον αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ..... και τον Συντονιστή Γενικό Διευθυντή της ... ανέστειλε τη λειτουργία του πρακτορείου του ενάγοντος, όσον αφορά τη διαχείριση υπ' αυτού του αμοιβαίου ιπποδρομιακού στοιχήματος μέχρι την τελεσίδικη απαλλαγή του ή την αμετάκλητη καταδίκη του κατ' εφαρμογή του ισχύοντος κανονισμού λειτουργίας πρακτορείων και ιδίως του άρθρου 6 παρ. 4 αυτού.
Η εν λόγω πράξη αναστολής λειτουργίας εγκρίθηκε ομοφώνως από το ΔΣ της εναγομένης με την υπ' αριθμ. 2683/12/7/2006 απόφασή του... Σημειωτέον ότι όσο εκκρεμούσε κατά του ενάγοντος η άνω κατηγορία, ο Ο.Π.Α.Π. του είχε αναστείλει και αυτός την άδεια λειτουργίας που του είχε χορηγήσει για τη διενέργεια προγνωστικών αγώνων ποδοσφαίρου.
Πρέπει να σημειωθεί (α) ότι για όσο χρονικό διάστημα ίσχυσε η προαναφερθείσα πράξη αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου του ενάγοντος για το αμοιβαίο ιπποδρομιακό στοίχημα, ουδέποτε αυτός αμφισβήτησε το κύρος της ή ζήτησε την ανάκληση της με προσφυγή στις δικαστικές αρχές ή διαμαρτυρήθηκε για την εν λόγω ενέργεια της εναγομένης με εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του και (β) την ίδια διάταξη εφάρμοσε η εναγομένη και σε άλλες ομοειδείς περιπτώσεις, ήτοι την αναστολή λειτουργίας του πρακτορείου, όπως στην περίπτωση ...
Με την υπ' αριθμ. 3929/14-6-2007 απόφαση του Β' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος της ως άνω κατηγορίας λόγω αμφιβολιών. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. 5282/10 πιστοποιητικό του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
Στη συνέχεια ο ενάγων, μετά την τελεσίδικη και αμετάκλητη απαλλαγή του, ζήτησε με την από 17/12/2007 αίτησή του προς την εναγομένη, επειδή εξέλιπε ο λόγος αναστολής της λειτουργίας του πρακτορείου του, την άμεση επαναχορήγηση της αδείας λειτουργίας του πρακτορείου του, η οποία και του παραχωρήθηκε. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εναγομένη είχε συμβατικό αλλά και νόμιμο δικαίωμα να εκδώσει την ως άνω πράξη αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου του ενάγοντος για το αμοιβαίο ιπποδρομιακό στοίχημα μετά την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για αδίκημα σχετιζόμενο με παράνομο στοίχημα και η έκδοση αυτής δεν αποτελεί παράνομη και υπαίτια ενέργειά της ...".
Ακολούθως δε το Εφετείο α) απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και β) δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή, κράτησε και δίκασε αυτήν και εν τέλει την απέρριψε κατ'ουσίαν.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του διεπίστωσε την ύπαρξη κενού σχετικά με την δήλωση βουλήσεως των διαδίκων στην από 30-1-2003 σύμβαση αδείας λειτουργίας πρακτορείου αμοιβαίου στοιχήματος. 'Ορο της συμβάσεως αυτής απετέλεσε και η διάταξη του άρθρου 6 § 4 της υπ' αριθ. 23041/19-5-2006 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού, όπως συνάγεται όχι μόνον από τον δέκατο έβδομο όρο της συμβάσεως, αλλά κυρίως από τον δέκατο πέμπτο όρο αυτής, στον οποίο ορίζετο, ότι " Ό πράκτορας υποχρεούται να εφαρμόζει και να συμμορφώνεται στους κανόνες λειτουργίας Αμοιβαίου Στοιχήματος ..." και από τον οποίο συνάγεται, ότι ο αναιρεσείων ήτο υποχρεωμένος να εφαρμόσει και να συμμορφώνεται όχι μόνον στους κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως ισχύοντες κανόνες, αλλά και σε αυτούς οι οποίοι επρόκειτο να ισχύσουν και στο μέλλον.
Ομοίως, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 6 § 4 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, δεν παραβίασε δε εκ πλαγίου οποιαδήποτε από τις μνημονευθείσες διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτόν τον αναιρετικό έλεγχο και τέλος, δεν επεδίκασε κάτι το οποίο δεν ζητήθηκε από την αναιρεσίβλητη.
Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, κατά τους οποίους το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1, 9, 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος [Ολ ΑΠ 2/2008, Α.Π.483/2011].
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, δηλαδή ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της από 30-1-2003 μεταξύ των διαδίκων υπογραφείσης συμβάσεως αδείας λειτουργίας πρακτορείου αμοιβαίου στοιχήματος και ειδικότερα το περιεχόμενο του δεκάτου εβδόμου όρου αυτής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και την επισκόπηση του ως άνω εγγράφου, το Εφετείο, εν όψει και του αναφερθέντος δεκάτου πέμπτου όρου της συμβάσεως, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2012 αίτηση του Κ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1070/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ