Legislator Case Law & Legislation
1613/2012 AI generated

1613/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1613/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5131/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2006 αίτησή τους. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 2119/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παραπέμπει για εκ νέου συζήτηση, την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1613/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παράγραφος 4 εδα' κα ιε' του Ν 2696/1999 οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.

Keywords

AI generated
aggravated drunk driving traffic violation fitness to drive driving without authorization excessive speed illegal overtaking manoeuvre
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1613 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1613/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Σ., 2. Α. Α., 3. Α. Ν., 4. Α. Α. του Ι., 5. Κ. Α. το γένος Σ. Α., 6. Α. Μ. του Σ., 7. Ι. Τ. και 8. Ι. Ε., όλοι κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαου Σαργιαννίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2. Μ. Φ. του Χ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευθυμίου Ζήση και κατέθεσε προτάσεις, 3. Λ. Π. του Α., αμφοτέρων κατοίκων ... και 4. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνής Ένωσης Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρία", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 3ος, και 4ος εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευθύμιου Ζήση και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5131/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2006 αίτησή τους. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 2119/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παραπέμπει για εκ νέου συζήτηση, την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 6641/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου της οποίας την αναίρεση ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 21-12-2009 αίτησή τους. Η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε και την επανέφεραν προς συζήτηση με την από 31-1-2012 κλήση τους οι ήδη αναιρεσείοντες.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας,ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου,η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παράγραφος 4 εδα' κα ιε' του Ν 2696/1999 οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι στο αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Την 21-11-99 και περί ώρα 17.45, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του δευτέρου και της τρίτης εκ των εναγομένων ,το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 120 χιλ/ώρα επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στο ύψος του 212ου χιλιομέτρου αυτής με κατεύθυνση προς Αθήνα κατέχοντας το άκρο αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του.

Στο ανωτέρω σημείο η εν λόγω ΝΕΟ είναι διπλής κατευθύνσεως με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12,70 μ, ευθεία σε μήκος 2000 μ, τα δε δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο I. A., γιος των δύο πρώτων εκ των εναγόντων, σύζυγος της τρίτης, πατέρας του τέταρτου, αδελφός της πέμπτης και έκτης και γαμβρός του έβδομου και της όγδοης εξ αυτών, μαζί με τον C.

I. (κουνιάδο του) και τον A. A. (γιο του - τέταρτο ενάγοντα), ευρισκόμενοι στο άκρο δεξιό της ως άνω ΝΕΟ σε σχέση με το προς Θεσσαλονίκη ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, σκόπευαν να περάσουν πεζοί στην απέναντι πλευρά της για να επιστρέψουν στη Ροδίτσα Λαμίας όπου και διέμεναν. Ο εξ αυτών C. I. πέρασε στο απέναντι μέρος της ΝΕΟ ακολουθώντας την εκεί υπάρχουσα υπόγεια διάβαση πεζών ενώ ο I.

A. μαζί με το γιο του A. αποφάσισαν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα αυτής. Αφού διέσχισαν αρχικά το προς Θεσσαλονίκη ρεύμα κυκλοφορίας, σταμάτησαν επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής λόγω της υπάρχουσας στο αντίθετο ρεύμα κίνησης. Στη συνέχεια, όταν ο εξ αυτών I. A. επιχείρησε να διασχίσει τρέχοντας και το προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του παραπάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και ενώ είχε διασχίσει το μεγαλύτερο τμήμα αυτού, ευρισκόμενος 2,25 μ από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, παρασύρθηκε από το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο και συγκεκριμένα από το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, ενώ το ΙΧΕ συνεχίζοντας την πορεία του εξήλθε του οδοστρώματος προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε εντός του χωμάτινου ερείσματος σε απόσταση 23 περίπου μέτρων μετά το σημείο παράσυρσης του πεζού, ο οποίος εκτινάχθηκε στο οδόστρωμα σε απόσταση 20 περίπου μέτρων και υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση θώρακα, πολλαπλά κατάγματα πλευρών άμφω, πνευμονοθώρακα ΑΡ και αιμοπνευμονοθώρακα ΔΕ εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του παραπάνω συγγενούς των εναγόντων οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) τόσο του πρώτου εναγομένου, οδηγού του παραπάνω με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου όσο και του θανόντος πεζού, δηλαδή στη μη καταβολή από αυτούς της επιμέλειας και προσοχής, που ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και πεζός θα κατέβαλε, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της επιμελούς οδήγησης, της κοινής πείρας και της λογικής.

Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ανερχόμενη σε ποσοστό 30% συνίσταται στο ότι αυτός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, όπως ήταν υποχρεωμένος, ώστε σε κάθε στιγμή να μπορεί να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, κινούμενος δε επιπρόσθετα στο άκρο αριστερό του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της ως άνω ΝΕΟ με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ήτοι με ταχύτητα τουλάχιστον 120 χιλ/ώρα, δεν μπόρεσε, καίτοι η οδός ήταν ευθεία σε απόσταση 2000 μ, υπήρχε επαρκής φωτισμός και η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, να αντιληφθεί εγκαίρως, ήτοι από απόσταση τουλάχιστον 200 μ, τον στεκόμενο επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής ανωτέρω πεζό, όταν δε τελικά αντιλήφθηκε τούτον από απόσταση 50 περίπου μέτρων να κινείται εντός του ρεύματος πορείας του, καίτοι τροχοπέδησε, δεν μπόρεσε να ανακόψει την αυξημένη ταχύτητα του στο ελάχιστο, ώστε να του δώσει τη δυνατότητα να διασχίσει το οδόστρωμα, προσέτι δε επιχείρησε εσφαλμένο απότομο ελιγμό προς τα δεξιά συγκλίνοντας έτσι προς την πορεία του πεζού με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος που οδηγούσε επ' αυτού και να τον τραυματίσει θανάσιμα ενώ, ενόψει του ότι ο πεζός διέσχιζε τρέχοντας το ρεύμα πορείας του, αν ενεργούσε μόνο τροχοπέδηση και συνέχιζε να κινείται σε ευθεία γραμμή θα μπορούσε να αποφευχθεί η παράσυρσή του, η οποία, ως ήδη ειπώθηκε, έλαβε χώρα 2,25 μ πριν ο τελευταίος φθάσει στο άκρο δεξιό της οδού και εξέλθει του οδοστρώματος (άρθρ 12 παρ.1,19 παρ.1, 2, 3και 20 παρ.2 του ΚΟΚ).

Η παραπάνω αυξημένη ταχύτητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του προαναφερθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου, προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης αυτού, μήκους 27 μέτρων από το σημείο έναρξής τους έως το σημείο παρασύρσεως του πεζού και την απόσταση των επιπλέον 23 περίπου μέτρων, που στη συνέχεια το αυτοκίνητο διήνυσε έως την ακινητοποίησή του (σημειώνεται ότι ενόψει του ότι στο σημείο του ατυχήματος η ΝΕΟ διασταυρώνεται ισόπεδα με την οδό προς Ροδίτσα, το όριο ταχύτητας ανήρχετο σε 90 χιλ/ώρα) σε συνδυασμό και με τη σφοδρότητα, με την οποία το τελευταίο επέπεσε επί του πεζού με τα ανωτέρω τραγικά γι' αυτόν αποτελέσματα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η ταχύτητα του εν λόγω οχήματος είχε μειωθεί λόγω της προκληθείσας τροχοπέδησης, η οποία όμως δεν κατόρθωσε να επιφέρει την έγκαιρη ακινητοποίησή του.

Άλλωστε, με την με αριθμό 183/04 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας ο εν λόγω εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια του ανωτέρω I. A. και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως18 μηνών. Εξάλλου, η υπαιτιότητα του ως άνω πεζού, ανερχόμενη σε ποσοστό 70% κατά την εν μέρει βάσιμη περί τούτου ένσταση των εναγομένων, συνίσταται στο ότι αυτός, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα και εκτός της ευρισκόμενης στο παραπάνω σημείο υπόγειας διάβασης πεζών το οδόστρωμα της ανωτέρω ΝΕΟ, η οποία εμφανίζει μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των επ' αυτής κινουμένων τροχοφόρων και να βεβαιωθεί ότι στην ενέργειά του αυτή δύναται να προβεί ασφαλώς χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρησιμοποιούντων αυτήν, όπως ήταν υποχρεωμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 εδ ε' του ΚΟΚ.

Η αμελής αυτή συμπεριφορά του οφείλεται και στο γεγονός ότι ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατάσταση εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσε ν' αντιληφθεί πλήρως την απόσταση και την ταχύτητα των κινουμένων επί του οδοστρώματος οχημάτων και κατά συνέπεια τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η κάθοδός του επ' αυτού.

Ειδικότερα, στο αίμα του παραπάνω πεζού ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 1,720/00 κατά την εξέταση του πρώτου δείγματος και 1,690/00 κατά την αιτηθείσα επανεξέταση του δεύτερου δείγματος σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από 29-11-99 και 27-1-00 εκθέσεις εξετάσεως και επανεξετάσεως αίματος του τμήματος χημείου της δ/νσης Εγκλ/κών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, με τις οποίες ολοκληρώθηκε και τυπικά η προβλεπόμενη υπό του νόμου διαδικασία (άρθρ. 42 ΚΟΚ και 1330 Φ. 705.11/4ΞΘ/15/1-4-85 απόφαση Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Συγκοινωνιών).

Αλλά ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι για την παραπάνω διαπίστωση δεν τηρήθηκε για οποιοδήποτε λόγο επακριβώς η υπό του νόμου διαγραφόμενη διαδικασία, ως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, οι ως άνω εκθέσεις λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο. Σε συνδυασμό δε με την προαναφερθείσα εκ μέρους του πεζού συμπεριφορά, την εκ μέρους του άγνοια του κινδύνου και την υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του, όλα τα παραπάνω άγουν στην κρίση ότι πράγματι ο εν λόγω πεζός ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο θανών δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ευρισκόμενη στο σημείο του ατυχήματος υπόγεια διάβαση πεζών επειδή ήταν γεμάτη νερά δεν αποδείχθηκε, αναιρείται δε από γεγονός ότι ο κουνιάδος του C. I. έκανε χρήση αυτής". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και το θάνατο του συγγενούς των εναγόντων-αναιρεσειόντων υπήρξε ο ίδιος ο θανών, και δεχόμενο ότι υπήρξε υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανόντος πεζού, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά παραδοχή της νομίμως υποβληθείσας ένστασης κατά το άρθρο 300ΑΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, ούτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 38 περ. α' και ε' του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αφού και οι δύο σε συνδυασμό ερμηνευόμενες επιβάλλουν υποχρεώσεις στους πεζούς να αναζητούν ασφαλή τρόπο διάβασης της οδού και αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν διά της υπόγειας διάβασης πεζών που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης υπήρχε στο σημείο που έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Παράλληλα το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω στη νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του, ως προς την συνυπαιτιότητα του θύματος, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό ελιγμό. Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, η πορεία του θύματος στο οδόστρωμα, το τμήμα της οδού που είχε διανύσει, το σημείο που έγινε η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο σώμα του θύματος και, τέλος, αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα στοιχεία από τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμά του για το ζήτημα της συνυπαιτιότητας.

Επομένως, οι υπ' αριθμούς ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, δέκα τρία, δέκα πέντε και δέκα έξι, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 424/2011, ΑΠ 600/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία είχαν νόμιμα προσκομίσει και επικαλεστεί και ειδικότερα α) τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν την υπόγεια διάβαση πεζών στο τόπο του ατυχήματος, β) την υπ' αριθ. 75/2002 ένορκη βεβαίωση του I.

C. και γ) τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του τμήματος Τροχαίας Λαμίας. Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, κάνοντας μάλιστα ρητή αναφορά στα ανωτέρω, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, τα αποτέρω αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως, ο ως άνω δέκατος τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια της παραπάνω διάταξης η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 789/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους ένατο, δέκατο και ενδέκατο, από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία έπρεπε να δεχθεί ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ενδίκου θανατηφόρου ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και οδηγός του υπ' αριθ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και όχι ο θανατωθείς πεζός και συγγενής των αναιρεσειόντων Α. Ι., ο οποίος προσπάθησε να διασχίσει την Ε.Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης στο 212 χιλιόμετρο εκτός διάβασης πεζών, ενώ αυτό δέχθηκε ότι συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του τυγχάνει και ο ανωτέρω αποβιώσας. Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες παραβιάσεις διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 789/2010, ΑΠ 600/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη κάποια αίτηση του αναιρεσείοντος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως θα πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αιτήσεως που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ή ποία είναι αυτή η αίτηση.

Ως αίτηση δε, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι η αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 597/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δωδέκατο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ διότι απέρριψε ισχυρισμό τους, που αποτελούσε και λόγο εφέσεως, ότι ο θανάσιμα τραυματισθείς πεζός και συγγενής τους Α. Ι. δεν τελούσε, κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Ο ανωτέρω απορριφθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, αλλά αρνητικό της υπαιτιότητος ισχυρισμό και επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 6641/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ