1613/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1613/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ως προς τους δύο αυτούς αναιρεσιβλήτους η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 1613 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1613/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γεωργίου Κεντριστάκη του Ελευθερίου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Ι. Κ. του Η., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΠΑΤΡΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2005 κύρια αγωγή και την υπ' αριθμ. κατάθ. 3666/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 406/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 492/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 9-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο 'Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς του οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ήδη αναιρεσείων με την από 1-6-2005 κυρία αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά των 1ης και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι η αναφερόμενη στην αγωγή του συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης ΑΕ συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της μετ' αυτής σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε έχει καταστεί υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του και στη καταβολή των αποδοχών του, καθώς και να υποχρεωθεί στη καταβολή των εντεύθεν μισθών υπερημερίας.
Παράλληλα ο ίδιος άσκησε την 366/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του καθ' όλων των ήδη αναιρεσιβλήτων προς επίδειξη των εις αυτή αναφερομένων εγγράφων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την 406/2007 απόφαση του, συνεκδίκασε τις δύο αγωγές και τις απέρριψε, την μεν πρώτη με το αιτιολογικό ότι η ανωτέρω σύμβαση είναι άκυρη - διότι ο ήδη αναιρεσείων δεν είχε προσκομίσει πιστοποιητικό υγείας - και δεν είχε επικυρωθεί, τη δε δεύτερη (παρεμπίπτουσα) ως αόριστη.
Ασκηθείσης εφέσεως επί της αποφάσεως αυτής από τον ήδη αναιρεσείοντα, το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως διαλαμβάνονται οι πιο κάτω εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι πλήττουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου Πατρών μόνο κατά το μέρος που απορρίφθηκε η κυρία αγωγή (στην οποία εναγόμενοι ήταν μόνο οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι) και ουδένα λόγο αναιρέσεως παραθέτουν που να αρμόζει στο πρόσωπο των λοιπών αναιρεσιβλήτων (3ου και 4ου), αφού ουδεμία αιτίαση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Επομένως, ως προς τους δύο αυτούς αναιρεσιβλήτους η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 7 § 1 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 648, 652 και 281 ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται από αυτόν σύμφωνα μεν με τους όρους της συμβάσεως ή του νόμου ή του κανονισμού εργασίας αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Η υπέρβαση των παραπάνω ορίων συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, αφού η μεταβολή αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 656, 349 -351, 57, 200, 288 ΑΚ και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, οπότε συντελείται νέα, τροποποιητική της αρχικής σύμβαση εργασίας, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών.
Εξ άλλου στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1α του Π.Δ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ", ορίζεται ότι: "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα". Ειδικότερα για τους προσλαμβανόμενους οδηγούς καθορίζεται στο αυτό άρθρο (3 παρ. 1 περ.
δ) ότι "Ειδικά για τους οδηγούς αλλά και όλο το Προσωπικό Κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με Υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση.
Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των". Οι διατάξεις του Κανονισμού αυτού ίσχυαν από 20.8.1994 και μέχρι την αντικατάσταση τους από το π.δ 246/2006 και έχουν εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία υποκαθιστά αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (αρθρ. 1, 2, 3 παρ. 1, 6, 10 του ν. 2963/2001).
Ειδικότερα, στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2963/2001: "Οργάνωση μεταφορών με λεωφορεία, τεχν. έλεγχος, κ.λπ.", ορίζονται τα εξής: "1. Με προεδρικό διάταγμα, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, εκδίδεται ο κανονισμός του προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ., και καθορίζονται τα προσόντα πρόσληψης, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης του προσωπικού, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και υποχρεώσεις αυτού, ο χρόνος εργασίας και ανάπαυσης, οι πειθαρχικές ευθύνες, οι πειθαρχικές ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών.
Μέχρι την έκδοση του ως άνω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, δηλαδή τα προεδρικά διατάγματα 229/1994 και 54/1998 ...". Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής: "2. Οι ιδιοκτήτες - οδηγοί, καθώς και οι οδηγοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, πρέπει να πληρούν τις εξής, κατ' ελάχιστον, προϋποθέσεις:
α. Να έχουν άδεια οδήγησης. β. Να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας, για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης και γ. Να μην έχουν συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους (το εδάφιο αυτό τέθηκε σε ισχύ την 31.3.2003 (άρ. 11 παρ. 3 Ν.3082/2002). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι και μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2963/2001 και μέχρι την έναρξη της ισχύος (29-11-2006) του εκδοθέντος βάση του νόμου αυτού ΠΔ 246/2006 (νέος Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ), ίσχυαν οι υφιστάμενες διατάξεις του ΠΔ 229/1994, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 3 παρ. 1 περ.
δ, κατά την οποία για την πρόσληψη οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία του. Η καταλληλότητα αυτή πιστοποιείται κατά τον οριζόμενο στη διάταξη τρόπο, τα εκδιδόμενα δε πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες και αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στην ως άνω δημοσίας τάξεως διάταξη, είναι άκυρη κατά το αρθρ. 174 ΑΚ.
Η άκυρη δε σύμβαση θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, σαν να μην έγινε και, επομένως, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (αρθρ. 174, 180 ΑΚ). Καθίσταται δε άκυρη η σύμβαση εργασίας και για το μεταγενέστερο χρόνο, εάν έχει λήξει η χρονική ισχύς του πιστοποιητικού και δεν έχει αυτό ανανεωθεί νομίμως.
Πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2963/2001 ουδόλως εισάγει εξαίρεση από τον γενικά διατυπούμενο κανόνα της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, κατά τον οποίο μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, ώστε να δύναται να υποστηριχθεί ότι από την ισχύ του ν. 2963/2001 έχει τροποποιηθεί το νομοθετικό καθεστώς σχετικά με τον τρόπο που πιστοποιείται η καταλληλότητα από άποψη υγείας του προσλαμβανόμενου οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ.
Η διάταξη αυτή του ν. 2963/01 απλώς καθορίζει τις "κατ' ελάχιστο", κατά τη διατύπωση του νόμου (και όχι κατά το μέγιστο), προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι αναφερόμενοι στη διάταξη οδηγοί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο δίκασε έφεση κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δέχθηκε τα εξής, σε σχέση με την αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο κυρία αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη την 18.10.2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας έξι (6) μηνών, ως εφεδρικός οδηγός (έκτακτο προσωπικό), σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 του ΠΔ 229/1994, στα ενταγμένα στο ΚΤΕΛ Αστικής περιοχής Πατρών λεωφορεία της.
Μετά τη λήξη της εν λόγω συμβάσεως ο ενάγων συνέχισε να απασχολείται στην πρώτη εναγόμενη, στην ως άνω θέση, με διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και με πλήρη απασχόληση, μέχρι την 1.4.2005, ότε η τελευταία έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά την πρόσληψή του δεν προσκόμισε στην πρώτη εναγόμενη το υπό του άρθρου 3 παρ. 1δ του ΠΔ 229/1994 προβλεπόμενο πιστοποιητικό υγείας, επιμελήθηκε δε και εκδόθηκαν τέτοια πιστοποιητικά από τον ιατρό Β.
Τ. στις 18.6.2002 και 8.7.2003. Εξ ουδενός, όμως, αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά προσκόμισε στην πρώτη εναγόμενη. Ο μάρτυρας αποδείξεως καταθέτει ότι δεν γνωρίζει αν ο ενάγων είχε πιστοποιητικά υγείας πριν το έτος 2005. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επιμελήθηκε εκ νέου της εκδόσεως πιστοποιητικού υγείας στις 17.2.2005, το οποίο προσκόμισε στην πρώτη εναγόμενη πριν τον Απρίλιο 2005 και η τελευταία αρνήθηκε να το παραλάβει.
Στη συνέχεια απέστειλε το ως άνω πιστοποιητικό στην πρώτη εναγόμενη με την από 11.7.2005 εξώδικη δήλωση του, που κοινοποιήθηκε σ' αυτή την 12.7.2005. Η πρώτη εναγόμενη με την από 14.7.2005 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 15.7.2005 αρνήθηκε την επικύρωση των άκυρων συμβάσεων εργασίας του τελευταίου.
Επομένως, εφόσον ο ενάγων δεν προσκόμισε κατά την πρόσληψή του και καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα της εργασίας του τα απαιτούμενα πιστοποιητικά υγείας, οι ένδικες συμβάσεις εργασίας του είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, άκυρες, δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως της πρώτης εναγόμενης.
Οι εν λόγω συμβάσεις δεν επικυρώθηκαν σιωπηρώς, αφού η πρώτη εναγόμενη απέκρουσε την επικύρωση αυτών, καθώς και τις υπηρεσίες του ενάγοντος μετά την προσκόμιση του ως άνω πιστοποιητικού και ο σχετικός ισχυρισμός του τελευταίου, που υπέβαλε πρωτοδίκως με την προσθήκη των προτάσεών του και επαναφέρει ως λόγο εφέσεως, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Περαιτέρω απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός του ενάγοντος που υπέβαλε επικουρικά με την ως άνω προσθήκη των προτάσεών του και επαναφέρει ως λόγο εφέσεως, ότι επήλθε επικύρωση της άκυρου συμβάσεως εργασίας του για το λόγο ότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1δ του ΠΔ 229/1994 καταργήθηκε από την ισχύ του Ν. 2963/2001, η δε διάταξη του άρθρου 5 του Π.Δ. 246/2006 (Νέος Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ) , δεν απαιτεί πλέον επί ποινή ακυρότητας ανανέωση του πιστοποιητικού υγιεινής καταλληλότητας, καθόσον στο άρθρο 14 του Ν. 2963/2001 ρητά αναφέρεται ότι μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος περί κανονισμού του προσωπικού των ΚΤΕΛ εξακολουθεί να ισχύει το ΠΔ 229/1994, ενώ το ΠΔ 246/2006 (ΦΕΚ Α' 261/29.11.2006) ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 39 αυτού, από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα κατά τον οποίο έγινε η δημοσίευσή του και δεν έχει αναδρομική ισχύ.
Επίσης απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός του ενάγοντος που υπέβαλε με την ως άνω προσθήκη των προτάσεών του και επαναφέρει ως λόγο εφέσεως, περί καταχρηστικής επικλήσεως εκ μέρους της πρώτης εναγομένης της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας του, για το λόγο ότι από την πρόσληψή του και μέχρι 1.4.2005 η τελευταία αποδέχετο τις υπηρεσίες του, χωρίς εναντίωση ως προς την ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας του.
Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων ο ενάγων τελούσε σε απλή σχέση εργασίας με την πρώτη εναγόμενη και η τελευταία δεν ήταν υποχρεωμένη να τον διατηρεί στην εργασία του, δεν νοείται δε σε μία τέτοια σχέση βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και η εναγόμενη, η οποία από τον Απρίλιο 2005 δεν αποδέχετο τις υπηρεσίες του ενάγοντος υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δεν κατέστη υπερήμερη και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας ...".
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, δεν έσφαλε και απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, απορρίπτοντας όλους του λόγους εφέσεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η επίμαχη σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη καθόσον ο αναιρεσείων οδηγός ΚΤΕΛ δεν είχε προσκομίσει πιστοποιητικό υγείας και ότι στο παραπάνω ειδικό θέμα, εξακολούθησαν να ισχύουν στον επίμαχο χρόνο οι εις το ΠΔ 229/94 προϋποθέσεις για την ύπαρξη και απόδειξη της υγιεινής καταλληλότητας του αναιρεσείοντος οδηγού ΚΤΕΛ, χωρίς να δεχθεί ότι αρκούσαν οι (λιγότερες) προϋποθέσεις, στο διάστημα 2001-2007, του 14 παρ. 2 του ν. 2963/2001, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του ΠΔ 229/94 και του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του Ν. 2963/2001, ορθώς δε ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της παραπάνω διατάξεως είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση ένδικο μέσο).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός είναι νόμιμος και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν είναι νομικά αδιάφορος. Η παράλειψη του Εφετείου να εξετάσει παραδεκτώς προβαλλόμενο λόγο εφέσεως, συνιστά πλημμέλεια που εμπίπτει στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως μόνο αν η βασιμότητά του μπορεί να ασκήσει επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς, που πρότεινε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα προβάλλεται ότι τον ουσιώδη ισχυρισμόν (και λόγον έφεσης), ότι εφόσον ο ενάγων - αναιρεσείων μετά την αρχική σύμβαση ορισμένου χρόνου εξακολούθησε χωρίς διακοπή, με διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, την αυτή εργασία, θεωρείται, ότι τόσο κατά το χρόνο απόκρουσης των υπηρεσιών του όσο και εξ αρχής τελούσε σε μία σύμβαση αορίστου διαρκείας, όπως στην αγωγή του ανέφερε, ουδόλως εξέτασε η αναιρεσιβαλλομένη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον αυτός δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τούτο δε διότι, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας ήταν - εξαρχής και καθόλη τη διάρκειά της - άκυρη για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση λόγους, ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι αλυσιτελής, αφού η τυχόν διαδοχική κατάρτιση ακύρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν έχει ως αποτέλεσμα την μετατροπή της σύμβασης σε έγκυρη σύμβαση αορίστου χρόνου, ακόμη και αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις προς τούτο.
Εξάλλου το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι η σύμβαση εργασίας παρέμεινε άκυρη καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα απάντησε εκ του πράγματος στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η κατά το άρθρο 183 Α.Κ. επικύρωση συντελέσθηκε σιωπηρά με μόνη τη συνέχιση της σχέσεως εργασίας μετά την επίδοση των πιστοποιητικών υγείας και, συνεπώς, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
λόγος του αναιρετηρίου, με την περί του αντιθέτου αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης ουδεμία αντίφαση προκύπτει από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο "ενάγων επιμελήθηκε εκ νέου της εκδόσεως πιστοποιητικού υγείας στις 17.2.05 το οποίο προσκόμισε στη πρώτη εναγομένη πριν τον Απρίλιο του 2005 και η τελευταία αρνήθηκε να το παραλάβει", από το ότι στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι "εφ' όσον ο ενάγων δεν προσκόμισε κατά τη πρόσληψή του και καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα της εργασίας του τ' απαιτούμενα πιστοποιητικά υγείας, οι ένδικες συμβάσεις εργασίας του είναι άκυρες ...", αφού η αναφορά αυτή έχει τη σαφή έννοια ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα πιστοποιητικά υγείας, κατά τη πρόσληψή του και καθόλο "το ως άνω" χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι πριν από τον Απρίλιο του 2005, όταν η αναιρεσίβλητη εταιρεία αρνήθηκε να τα παραλάβει.
Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 19, λόγος αναιρέσεως, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
ΙV. Η δήλωση βουλήσεως των μερών για την επικύρωση μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης συμβάσεως εργασίας, λόγω ελλείψεως αρχικά του ως άνω πιστοποιητικού υγείας, εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών αυτών από τον εργοδότη, τελούντα εν γνώσει της αποκτήσεως μεταγενεστέρως του πιστοποιητικού. Αν όμως εκδηλωθεί βούληση του εργοδότη - και τούτο είναι πραγματικό ζήτημα, που απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας - περί αποκρούσεως της επικυρώσεως παρά την γνωστοποιηθείσα στον εργοδότη επίκληση του ως άνω πιστοποιητικού, τότε αποκλείεται η επικύρωση με αναδρομική ισχύ κατά το άρθρο 183 παρ. 2 του Α.Κ. Δύναται μόνο η συνέχιση της αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη να εμφαίνει βούληση του τελευταίου περί επικυρώσεως της συμβάσεως για το μέλλον, αλλά, βεβαίως, μόνο με το περιεχόμενο, υπό το οποίο αποδέχεται ήδη ο εργοδότης τις υπηρεσίες του μισθωτού, και όχι εκείνο, υπό το οποίο είχε λειτουργήσει ("εν τοις πράγμασι") κατά το παρελθόν η εργασιακή σχέση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε ως εφεδρικός οδηγός της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας εκμεταλλεύσεως λεωφορείων ΚΤΕΛ - και έτσι η σύμβαση εργασίας αυτού είναι ορισμένου χρόνου που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες και η οποία επαναλαμβάνεται χωρίς να μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου.
Ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε τόσο κατά την πρόσληψή του, όσο και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το σχετικό πιστοποιητικό υγείας ως οδηγός λεωφορείου με αποτέλεσμα η σύμβαση εργασίας αυτών να είναι άκυρη. Ο αναιρεσείων προσκόμισε στην αναιρεσίβλητη το εκδοθέν στις 17-2-2005 ανωτέρω πιστοποιητικό υγείας "πριν από τον Απρίλιο του 2005 και η τελευταία αρνήθηκε να το παραλάβει", ότι " στη συνέχεια ο αναιρεσείων απέστειλε το ως άνω πιστοποιητικό στην πρώτη εναγόμενη με την από 11.7.2005 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε σ' αυτή την 12.7.2005.
Η πρώτη εναγόμενη με την από 14.7.2005 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 15.7.2005 αρνήθηκε την επικύρωση των άκυρων συμβάσεων εργασίας του τελευταίου". Έκρινε δε το Εφετείο ότι κατόπιν των ανωτέρω δεν επικυρώθηκε η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή, η οποία στηρίζεται στην ανέλεγκτη, καθό περί πραγμάτων, ως άνω παραδοχή περί αρνήσεως, και ρητής μάλιστα, της αναιρεσίβλητης να στέρξει στην ανωτέρω επικύρωση, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 183 Α.Κ., ενώ διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης και οι με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ., περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
V. Ο αναιρεσείων με τον πέμπτο, από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως - κατά το πρώτο μέρος του - προβάλει ότι η εκδοχή ότι το ΚΤΕΛ μπορούσε, ν' αρνηθεί την επικύρωση, δεν είναι ορθή, διότι την επικύρωση της σύμβασης που οφείλεται σε αποκατάσταση έλλειψης, επιτάσσει ο Κανονισμός με κανόνα δημοσίας τάξεως - και δεν είναι θέμα βούλησης οποιουδήποτε των μερών, και η προσβαλλόμενη απόφαση "άλλως αποφανθείσα παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του ΠΔ 229/94".
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη επιβάλλει ρητώς την υποχρέωση οι προσλαμβανόμενοι οδηγοί κατά την πρόσληψή τους και καθ' όλη τη διάρκεια της εργασία τους να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας και η σχετική καταλληλότητα, πιστοποιείται κατά τον οριζόμενο στη διάταξη τρόπο, διαφορετικά η σύμβαση είναι άκυρη, χωρίς να υπάρχει ειδική ρύθμιση, κατά την οποία η άκυρη αυτή σύμβαση να δύναται να καταστεί έγκυρη με την εκ των υστέρων προσκόμιση σχετικού πιστοποιητικού υγείας.
Επομένως, χωρίς τη εφαρμογή των γενικών διατάξεων (183 ΑΚ), κατά τη διατυπούμενη από τον αναιρεσείοντα άποψη, θα ήταν ανεπίτρεπτη σε κάθε περίπτωση η επικύρωση της σύμβασης, αφού αυτό "δεν είναι θέμα βούλησης οποιουδήποτε των μερών". Ανεξαρτήτως τούτων ο ισχυρισμός είναι νόμω αβάσιμος, αφού η επικύρωση της ένδικης σύμβασης είναι επιτρεπτή, υπό τις - μη συντρέχουσες εν προκειμένω - πιο πάνω προϋποθέσεις.
Απορριπτέος, εξάλλου, είναι και ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ίδιος (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Κατά τον ισχυρισμό αυτό η έναρξη, λειτουργία και λήξη της μεταξύ ΚΤΕΛ και προσωπικού εργασιακής σχέσης καλύπτεται εξαντλητικά από τις διατάξεις του Κανονισμού ο οποίος ενσωματώνεται αυτοδίκαια στην με το ΚΤΕΛ ατομική σύμβαση εργασίας και "συνεπώς δεν θα είναι μόνος ο εργοδότης που θα διαμορφώσει εκ των υστέρων κατά το δοκούν και όπως την εννοεί και τη θέλει αυτός, την εργασιακή σχέση" και ότι στα πλαίσια της νομίμου λειτουργίας της συμβάσεως εντάσσεται "η επικύρωση τουλάχιστον από το χρόνο που αίρεται το δημιουργούν την ακυρότητα στοιχείο" και ότι μια τέτοια άρνηση του εργοδότη "θα συγκρούετο με την εκ των προτέρων δοθείσα συγκατάθεση", και "με τη συνεχιζόμενη αποδοχή των υπηρεσιών μου, ως δηλωτική άλλωστε της πραγματικής βούλησης του εργοδότη να συνεχισθεί η σχέση".
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος, σύμφωνα με όσα έγιναν ήδη δεκτά, σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η επικύρωση της ακύρου συμβάσεως δεν προβλέπεται από τις πιο πάνω ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις του Κανονισμού του ΚΤΕΛ, αλλά επέρχεται κατά τον περιγραφέντα ήδη τρόπο. Επομένως οι πάνω ισχυρισμοί, ακόμη και αν θεωρηθούν ως πράγματα και όχι ως απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, δεν είναι ουσιώδεις και ο σχετικός από το άρθρο 559.
αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος.
VΙ. Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό. Καταχρηστική όμως επίκληση ακυρότητας της σύμβασης οδηγού Κ.Τ.Ε.Λ. εξ αιτίας ανυπαρξίας πιστοποιητικού υγείας κατά την πρόσληψή του, ως και καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, δεν είναι αυτή που γίνεται από τον εργοδότη μετά πάροδο μακρού χρόνου λειτουργίας της σύμβασης έστω και χωρίς εναντίωσή του, διότι μόνα τα γεγονότα αυτά δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσουν στον μέσης ηθικής συναλλασσόμενο, ο οποίος, παρά την νομοθετική επιταγή, παρέλειψε να προσκομίσει τέτοιο πιστοποιητικό, την πεποίθηση ότι δεν είναι αναγκαίο για το κύρος της σύμβασης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού δέχθηκε τα πιο πάνω λεπτομερώς αναφερόμενα πραγματικά περαστικά, κρίνει ότι "απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός του ενάγοντος που υπέβαλε με την ως άνω προσθήκη των προτάσεων του και επαναφέρει ως λόγο εφέσεως, περί καταχρηστικής επικλήσεως εκ μέρους της πρώτης εναγομένης της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας του, για το λόγο ότι από την πρόσληψή του και μέχρι 1.4.2005 η τελευταία αποδέχετο τις υπηρεσίες του, χωρίς εναντίωση ως προς την ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας του". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο απάντησε στην προταθείσα από τον αναιρεσείοντα αντέσταση καταχρηστικής ασκήσεως της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένσταση ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, ως προς όλα τα συγκροτούντα την αντέσταση αυτή περιστατικά, δεν παραβίασε δε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, γιατί έχει πλήρεις αιτιολογίες, τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και, συνεπώς, ο έκτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2010 αίτηση (αρ. καταθ. 143/27-9-10) για αναίρεση της 492/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ