Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to insufficient reasoning on damages and liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's third ground of appeal against the appeal court's decision. The appellant argued that the lower court failed to adequately explain the causal link between the defendants' dissemination of false insolvency claims and the appellant's moral damages. The court found the lower court's reasoning vague and insufficient to justify the dismissal of the claim for moral damages. Consequently, the Supreme Court annulled the appeal court's decision and remitted the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 576, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; A decision of the Supreme Court annulling a lower court judgment for insufficient reasoning on the causal link between alleged misconduct and moral damages, thereby remitting the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1613 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1613/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χριστοδούλου Μούτσου του Αρσενίου, κατοίκου Βρυώνη Κερκύρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδοσία Οικονομίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1.Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ..... ΟΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και Ψ2. εταιρείας περιωρισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "SPIRAL ΕΠΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η δε δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2004 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 16-11-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 27 Νοεμβρίου 2006, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, κατόπιν αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων, για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη, μη απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσεως (άρθρα 226 αριθμ. 4 σε συνδ. με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SPIRAL ΕΠΕ". Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Το άρθρο 920 ΑΚ ορίζει ότι "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 33Ο παρ.2, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι, με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, γεννάται στο πρόσωπο του θιγομένου αξίωση προς αποκατάσταση όχι μόνο της περιουσιακής του ζημίας αλλά και της ηθικής του βλάβης.
Οι προϋποθέσεις αυτές είναι: α) η υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, συνδεόμενων με τη γενική οικονομική και κοινωνική υπόσταση του θιγομένου, β) η έκθεση σε κίνδυνο της πίστεως, του επαγγέλματος ή του μέλλοντος ενός προσώπου με τη διάδοση ή υποστήριξη αναληθών ειδήσεων, γ) η εκ μέρους του υποστηρίζοντος ή διαδίδοντος τις αναληθείς ειδήσεις γνώση ή υπαίτια (δηλαδή από αμέλεια) άγνοια αφενός του αναληθούς των ειδήσεων και αφετέρου του ότι οι ειδήσεις αυτές είναι ικανές να εκθέσουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου και δ) η πρόκληση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης, οφειλόμενης αιτιωδώς στην - εξαιτίας της υποστηρίξεως ή διαδόσεως των αναληθών ειδήσεων-έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα ως άνω αγαθά του προσώπου στο οποίο αναφέρονται οι αναληθείς ειδήσεις.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Έτσι, επί της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, ελέγχεται με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη παρανομίας, υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης.
Και τούτο, επειδή πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γεννήσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: Ο αναιρεσείων, που εκμεταλλεύετο στην Κέρκυρα επιχείρηση εισαγωγής και χονδρικής πωλήσεως τουριστικών ειδών, καταδικάσθηκε με την, ερήμην αυτού εκδοθείσα, 508/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες εταιρίες το εκ δραχμών 1.021.216 τίμημα, που όφειλε λόγω της πωλήσεως σ' αυτόν εμπορευμάτων από τις τελευταίες.
Η εκ μέρους του ασκηθείσα κατά της αποφάσεως αυτής έφεση απορρίφθηκε, λόγω ερημοδικίας του, με την 149/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η δε κατ' αυτής ασκηθείσα από τον ίδιο ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε με τη 289/2002 απόφαση του εν λόγω Πρωτοδικείου. Ενόψει και της επισφαλούς περιουσιακής του καταστάσεως (αρκετά από τα ακίνητα του ήταν υποθηκευμένα ή προσημειωμένα από τις Τράπεζες με τις οποίες συναλλάσετο), οι αναιρεσίβλητες, προκειμένου να εισπράξουν την ως άνω τελεσιδίκως επιδικασθείσα απαίτηση τους, κατέθεσαν στις 20-6-2001 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας αίτηση πτωχεύσεως κατά του αναιρεσείοντος, ο οποίος ναι μεν ισχυρίζεται ότι η άρνηση του να εξοφλήσει το εν λόγω χρέος οφείλεται στην ελαττωματικότητα των αγορασθέντων εμπορευμάτων, πλην όμως στις προηγηθείσες δίκες δεν έδειξε ανάλογο ενδιαφέρον για την αντίκρουση των σχετικών αγωγών με την προβολή αντίστοιχων ενστάσεων, αλλά ερημοδίκησε δείχνοντας διάθεση παρελκυστική.
Παρόλα αυτά, οι αναιρεσίβλητες, κατά την ορισθείσα για τις 18-9-2001 δικάσιμο προς συζήτηση της αιτήσεως πτωχεύσεως, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της, προκειμένου να διευκολύνουν τον αναιρεσείοντα και να μην τον φέρουν σε δυσχερή θέση, ενόψει και της παλαιότερης πτωχεύσεως που είχε "υποστεί" κατά το παρελθόν από άσκηση άλλης εμπορικής δραστηριότητας, αλλά και του δεσμού που αυτός είχε με έναν από τους εταίρους των αναιρεσιβλήτων ("κουμπαριά").
Είναι αληθές ότι για την άσκηση της αιτήσεως πτωχεύσεως ενημερώθηκαν, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" οι συνεργαζόμενες με τον αναιρεσείοντα Τράπεζες, οι οποίες και τον κάλεσαν να δώσει σχετικώς διευκρινίσεις, το ίδιο δε έπραξαν και αρκετοί από τους προμηθευτές του, οι οποίοι επιπλέον αξίωσαν με επιστολές την εξόφληση τους με τραπεζικές επιταγές εκδόσεως πελατών του και όχι του ίδιου.
Όμως, για την εξέλιξη αυτή "μεγάλη ευθύνη φέρει, κατ' αρχήν" ο αναιρεσείων, ο οποίος, ως προς την αντιμετώπιση του ειρημένου χρέους του και τη σχετική προς αυτό δικαστική πορεία της υποθέσεως, επέδειξε έναντι των αναιρεσιβλήτων την προαναφερθείσα παρελκστική τακτική. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, δεν προέκυψε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων των αναιρεσιβλήτων, από την οποία να προσεβλήθη η προσωπικότητα του αναιρεσείοντος, λόγω διαδόσεως σε βάρος του αναληθών ειδήσεων προς τρίτους με την άσκηση της αιτήσεως πτωχεύσεως του, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά.
Για τον λόγο αυτόν άλλωστε εκδόθηκε και το 46/2003 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, αναφορικώς με την αποδιδόμενη στους νόμιμους εκπροσώπους των αναιρεσιβλήτων αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Πολύ περισσότερο μάλιστα δεν προέκυψε ύπαρξη περιουσιακής ζημίας του αναιρεσείοντος ή κίνδυνος βιωσιμότητας της επιχειρήσεως του, αφού, μετά τις εκ μέρους του παρασχεθείσες ως άνω εξηγήσεις προς τις τράπεζες και τους προμηθευτές, συνεχίσθηκε η συνεργασία του μαζί τους.
Ακολούθως, το εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ασκηθείσα κατά των αναιρεσιβλήτων από 10-9-2001 αγωγή του αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη, που υπέστη από το ότι, μέσω της ασκήσεως της ως άνω αιτήσεως πτωχεύσεως, οι αναιρεσίβλητες διέδωσαν εν γνώσει αναληθώς την ύπαρξη μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων εμπορικών χρεών του.
Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζει αν η παραδοχή του για την αναφερόμενη πιο πάνω "μεγάλη ευθύνη" του αναιρεσείοντος έχει την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην πρόκληση της ηθικής του βλάβης και, σε καταφατική περίπτωση, δεν εξειδικεύει την προσφορότητα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αφενός της εν λόγω "μεγάλης ευθύνης" του αναιρεσείοντος και αφετέρου της ηθικής του βλάβης.
Επίσης, ενώ δέχεται ότι "δεν προέκυψε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων των εναγομένων εταιρειών (δηλ. των αναιρεσιβλήτων), από την οποία να προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος" (δηλ. του αναιρεσείοντος), παραλείπει να αναφέρει αν το διαδοθέν με την άσκηση της αιτήσεως πτωχεύσεως γεγονός της μόνιμης και γενικής αδυναμίας του αναιρεσείοντος προς πληρωμή των ληξιπροθέσμων χρεών είναι ή όχι αναληθές και αν η διάδοσή του εξέθεσε ή όχι σε κίνδυνο την πίστη ή (και) το επάγγελμα του αναιρεσείοντος, καθώς και αν οι νόμιμοι εκπρόσωποι των αναιρεσιβλήτων αγνοούσαν ανυπαιτίως την αναλήθεια του άνω γεγονότος και την ικανότητα αυτού (γεγονότος) να εκθέσει σε κίνδυνο την πίστη ή (και) το επάγγελμα του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, δεχθέν ότι δεν προέκυψε ύπαρξη περιουσιακής ζημίας του αναιρεσείοντος ή κίνδυνος βιωσιμότητας της επιχειρήσεως του, δεν αναφέρει αν προκλήθηκε ή όχι σ' αυτόν ηθική βλάβη συνδεόμενη αιτιωδώς με την-εξαιτίας της διαδόσεως του ανωτέρω αναληθούς γεγονότος- έκθεση σε κίνδυνο της πίστεως ή (και) του επαγγέλματος του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ απορρέων τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώθηκε με την έκθεση του Εισηγητή (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ), η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της αποφάσεως, παρελκούσης ως εκ τούτου της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, ως ηττηθείσες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 200/2004 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ