Legislator Case Law & Legislation
1613/2007 AI generated

1613/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1613/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2206/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2188/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 84/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 1655/2006 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1613/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β΄ του ΑΚ. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που θα εκτίθενται από τους διαδίκους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1613 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1613/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας ζημιών με την επωνυμία "VICTORIA A.A.E.Z", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς εναχθείσης ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2206/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2188/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 84/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 1655/2006 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 928 εδαφ. β΄ ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμον είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. Από τα άρθρα δε 1389 και 1390 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, με τα οποία ορίζεται ότι οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας με την προσφορά της προσωπικής τους εργασίας, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, προκύπτει, ότι θεσμοθετήθηκε με βάση την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων να συνεισφέρουν για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Η συνεισφορά αυτή καλύπτεται και με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών, ως ένα μέσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του κοινού οίκου, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε συζύγου, υποχρέωση που γεννά εκ του νόμου δικαίωμα του άλλου να αξιώνει τη συνεισφορά των υπηρεσιών αυτών. Έτσι στην περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου και της συνακόλουθης απώλειας της δυνατότητας προσφοράς των προσωπικών του υπηρεσιών, δικαιούται ο επιζών σύζυγος να απαιτήσει από τον υπαίτιο του θανάσιμου τραυματισμού, αποζημίωση για τη στέρηση των υπηρεσιών, που συνιστούσαν την εκ του νόμου οφειλόμενη συμβολή του θύματος στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδαφ.

β΄ του ΑΚ. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που θα εκτίθενται από τους διαδίκους.

Ο συσχετισμός των προσφερόμενων κατά περίπτωση υπηρεσιών είναι αναγκαίος όχι για να υπολογιστούν αποτιμώμενα χρηματικώς τα συνολικά εισοδήματα των δύο συζύγων και να επιμεριστούν στη συνέχεια για τον κάθε ένα ανάλογα με τις ανάγκες και τη συμβολή του στη δημιουργία του οικογενειακού προϋπολογισμού, αλλά για να προσδιοριστεί το ύψος της απώλειας που υπέστη ο επιζών σύζυγος από τη μη προσφορά υπηρεσιών, τις οποίες θα είναι υποχρεωμένος να αναπληρώσει με την απασχόληση οικιακής βοηθού, την οποία όμως δεν είναι αναγκαίο και να προσλάβει.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, σχετικά με το αίτημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί επιδίκασης αποζημίωσης για τις στερηθείσες προσωπικές υπηρεσίες της θανάσιμα τραυματισθείσας σε τροχαίο ατύχημα συζύγου του για το χρονικό διάστημα από 20.8.1999 έως 19.8.2004, τα ακόλουθα: "Η θανατωθείσα εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος .....

σύζυγος του ενάγοντος ..... ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου της 34 ετών, ζούσε υπό την ίδια στέγη με το σύζυγό της και πριν το θάνατό της δεν είχε επαγγελματική απασχόληση, ήταν αρτιμελής και υγιής και ως εκ τούτου με βάσιμη πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ζούσε τουλάχιστον για μια πενταετία, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 2.8.1999 έως 19.8.2004 και θα εξακολουθούσε, κατά το χρονικό διάστημα τούτο, να παρέχει στον ενάγοντα σύζυγό της, ως υποχρέωσή της απορρέουσα από την έγγαμη συμβίωσή τους, τις υπηρεσίες της (καθαριότητα οικίας, παρασκευή φαγητού κλπ), με τις οποίες ανάλογα με τις δυνάμεις της θα συνεισέφερε στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και αυτές αποτιμώνται στο ποσό των 60.000 δραχμών το μήνα μετ' αφαίρεση των υπηρεσιών, που συνεισέφερε ο ενάγων σύζυγός της προς αυτή, κατά μερική παραδοχή της ένστασης της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας περί συμψηφισμού κέρδους και ζημίας της συνεισφοράς εκάστου των προαναφερόμενων συζύγων".

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χρηματικής αποτίμησης των προσωπικών υπηρεσιών που θα παρείχε και το ως άνω χρονικό διάστημα, στο συζυγικό οίκο, η σύζυγος του αναιρεσείοντος αν δεν τραυματιζόταν θανάσιμα στο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα δεν αναφέρει α) ποιες θα ήταν οι παρεχόμενες προσωπικές υπηρεσίες της συζύγου και ποια η αξία αυτών και β) ποιες θα ήταν οι παρεχόμενες προσωπικές υπηρεσίες του αναιρεσείοντος συζύγου για τις ανάγκες της οικογένειας και ποια η αξία αυτών.

Έτσι, όμως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του ως άνω κρίσιμου ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά το ως άνω χρονικό διάστημα (από 20.8.1999 έως 19.8.2004), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Ο ίδιος, όμως, λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά το μετέπειτα χρονικό διάστημα (20.8.2004 έως 20.8.2022) καθώς και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι "Όσον αφορά το αίτημα του ενάγοντα για αποζημίωσή του, λόγω της ζημίας, που αυτός υπέστη από τη στέρηση των υπηρεσιών της θανούσης συζύγου του για το χρονικό διάστημα από 20.8.2004 έως 20.8.2022, αυτό πρόωρα υπεβλήθη, δεδομένου ότι μετά την πάροδο της πενταετίας είναι δυνατό να έχουν μεταβληθεί οι ιστορικές περιστάσεις και πρέπει να απορριφθεί" υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 19 και 1 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 928 εδαφ.

β ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι έτσι που έκρινε το Εφετείο, το μεν δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις, το δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδαφ. α του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 του ως άνω Κώδικα, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την 84/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της για τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο η 2188/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της 2206/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του.

Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής ήτοι το Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε, κατά παραδοχή των λόγων της, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων σ' αυτή ουσιαστικών διατάξεων και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή της, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμόρφωσής του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή, εν μέρει η αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για στέρηση των υπηρεσιών της θανάσιμα τραυματισθείσας συζύγου του κατά το χρονικό διάστημα από 20.8.1999 μέχρι 19.8.2004 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1655/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ