Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees, ruling retroactive bank approval does not revive debt without prior mandate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a lower court decision regarding lawyer fees for filing lawsuits against Iranian banks. The appellants argued that a 1986 bank approval retroactively validated their legal actions and created a debt for their fees. The court held that while the bank's approval validated the lawsuits, it did not retroactively create a fee obligation because the lawyers lacked a prior mandate to act.
Legislator headnote
AI generatedArticle 98 of the Lawyers Code; Article 100 of the Lawyers Code; Article 238 of the Civil Code: A retroactive approval of legal actions without a prior mandate validates the acts but does not revive the client's obligation to pay lawyer fees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1613 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1613/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1....., 2....., 3....και 4...., εκ των οποίων οι μεν 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολίδη, οι δε 3ος και 4ος παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους ως δικηγόροι, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ιρανικής τραπέζης με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΕΖΑΡΑΤ ΙΡΑΝ» («BANK TEJARAT IRAN»), που εδρεύει στην Τεχεράνη του Ιράν και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελάκο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/1999 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2000 και 138/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5536/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/11/2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 5/5/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ης των αναιρεσειόντων καθώς και οι 3ος και 4ος αναιρεσείοντες οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους ως δικηγόροι, ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 του Κώδικα Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) εάν δεν προκύπτει ειδική συμφωνία το ελάχιστο ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του ίδιου Κώδικα, αυξανόμενο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας, και τους είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. 'Ετσι με τη διάταξη του άρθρ. 100 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντα για τη σύνταξη της αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, δυνάμενο να αυξηθεί κατά τα παραπάνω.
Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο έγερσής της ή εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ. το αντικείμενο της αγωγής και επομένως και οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού.
Εάν αντικείμενο της αγωγής είναι ορισμένη χρηματική απαίτηση, είτε ως κεφάλαιο είτε ως τόκοι τούτου, η αξία αυτού προσδιορίζεται από το αίτημα της αγωγής, για τον υπολογισμό του ύψους του οποίου λαμβάνεται υπόψη ως κρίσιμος χρόνος, εφόσον πρόκειται για αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος για τη σύνταξη της αγωγής ο χρόνος ασκήσεώς της.
Έτσι αν με την αγωγή επιδιώκεται η επιδίκαση χρηματικής απαίτησης με τους επ΄ αυτής τόκους υπερημερίας για χρόνο προγενέστερο από την έγερσή της, για τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου αυτής, με βάση την οποία λογίζεται η αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος, λαμβάνεται υπόψη το ποσό του κεφαλαίου της απαίτησης καθώς και το ποσό των τόκων αυτής μέχρι την έγερσή της ή την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο της αναιρέσεως λόγον επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι με την ένδικη αγωγή τους, κατά το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενό της, εζήτησαν την καταδίκη της αναιρεσιβλήτου στην καταβολή σε αυτούς ως δικηγορικής αμοιβής, για την άσκηση από αυτούς δύο αγωγών της, του ποσού των 887.438 δολλαρίων ΗΠΑ, το οποίον αποτελεί γινόμενον του ποσού της αξίας του αντικειμένου των δύο αγωγών της αναιρεσιβλήτου επί τον συντελεστή της αμοιβής των εντολοδόχων δικηγόροων, μετ΄ αφαίρεση του ήδη καταβληθέντος μέρους της αμοιβής από 23.000 δολλάρια ΗΠΑ.
Προβάλλουν δε ότι η προσβαλλόμενη παραβίασεν ευθέως και εκ πλαγίου (άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 100 του ΝΔ 3026/1954 (Κώδ. Δικηγόρων), με το να μην προσδιορίσει και επιδικάσει την αμοιβή τους και επί αιτηθέντων δια των άνω αγωγών της τώρα αντιδίκου των τόκων. Υπό το τοιούτο περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν ποίοι τόκοι εζητήθησαν δια των δύο αγωγών της τώρα αντιδίκου των (οποίες άλλωστε δεν προσκομίζονται) ως και επί ποίων τόκων, ως αντικείμενο των αγωγών αυτών, εζήτησαν αυτοί δια της ενδίκου αγωγής τους τον προσδιορισμό και επιδίκαση της αμοιβής τους και δη αν εζητήθησαν δια των αγωγών της αντιδίκου των οι μέχρι της εγέρσεως ή συζητήσεως αυτών τόκοι και δια της αγωγής τους ο προσδιορισμός της αμοιβής τους και επ΄ αυτών ή οι μετ΄ αυτή (έγερση ή συζήτηση των αγωγών) τόκοι και δια της ενδίκου αγωγής τους ο προσδιορισμός της αμοιβής τους επ΄ αυτών, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθά ή όχι κατ΄ αποτέλεσμα έκρινε η προσβαλλόμενη, ενόψει του ότι κατά τα προεκτεθέντα, συνιστούν αντικείμενο της αγωγής, επί του οποίου υπολογίζεται η δικηγορική αμοιβή, μόνον οι μέχρι της εγέρσεως ή συζητήσεως αυτής (αγωγής) τόκοι του αιτουμένου κεφαλαίου.
Επειδή, με το δεύτερο της αναιρέσεως λόγον, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η προσβαλλόμενη για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 345, 238 και 340 Α.Κ., ως εκ του ότι δεν επιδίκασε στους αναιρεσείοντες τόκους επί της αιτηθείσης δικηγορικής αμοιβής τους από τις 31/12/1986, δηλαδή από την από αυτούς άσκηση των ρηθεισών αγωγών της αντιδίκου των, άλλως από τις 10/2/1987 αφόρου εκοινοποίησαν οι αναιρεσείοντες στην αντίδικό τους τον λογαριασμό τους, άλλως από τις 15/4/1987, δηλαδή της κοινοποιήσεως στην αντίδικό τους προηγουμένης αγωγής τους.
Όπως στο αναιρετήριο παρατίθεται και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει η αναιρεσίβλητη αλλοδαπή Τράπεζα ανέθεσε στους αρχικούς ενάγοντες, συνεργαζόμενους δικηγόρους, στις 16/2/1982 το διακανονισμό πλέγματος τραπεζικών συναλλαγών μεταξύ αυτής και των ημεδαπών Τραπεζών Εθνικής και Εμπορικής και ότι αυτοί, (αναιρεσείοντες – ενάγοντες, στις αρχές του 1986 γνωστοποίησαν στην εντολέα Ιρανική Τράπεζα την πρόθεσή τους ν΄ ασκήσουν σχετικές αγωγές κατά των Ελληνικών Τραπεζών, πλην όμως αυτή, έχοντας αντίθετη άποψη, με τηλετυπικά μηνύματα γνωστοποίησε στους ενάγοντες στις 15, 18 και 24/12/1986 την απόφασή τους να μην ασκηθούν αγωγές για τις παραπάνω διαφορές στα Ελληνικά Δικαστήρια.
Παρά την αντίθεση αυτή της αναιρεσίβλητης – εναγομένης οι αναιρεσείοντες – ενάγοντες κατέθεσαν και κοινοποίησαν στις 31/12/1986 δύο αγωγές κατά της Εθνικής και της Εμπορικής Τράπεζας, απευθυνόμενες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, τις οποίες αργότερα ενέκρινε με την αναφερόμενη συμπεριφορά της η αναιρεσίβλητη – εναγομένη και η οποία έγκριση ανατρέχει κατ΄ άρθρ. 238 Α.Κ.
στο χρόνο της δικαιοπραξίας. Εζήτησαν δε οι αναιρεσείοντες – ενάγοντες τη δικηγορική αμοιβή τους από ποσοστό 2,5% για την κατάθεση των παραπάνω αγωγών κατά της Εθνικής και της Εμπορικής Τράπεζας την οποία υπολόγισαν με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, επί του αντικειμένου των δύο αγωγών, εντόκως, από τις 31/12/1986 ημερομηνίας καταθέσεως των αγωγών κατά των Ελληνικών Τραπεζών, στην οποία ανατρέχει η παραπάνω έγκριση της αναιρεσίβλητης Ιρανικής Τράπεζας, άλλως από τις 10/2/1987, ημέρας οχλήσεως, άλλως από τις 15/4/1987 ημερομηνίας ασκήσεως της προγενέστερης από 3/4/1987 αγωγής τους, για επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής τους ερειδομένης επί της εντολής της αναιρεσίβλητης προς αυτούς προς άσκηση των δύο αγωγών (η οποία απορρίφθηκε, λόγω ελλείψεως της εν λόγω εντολής, αμετακλήτως με τη 341/1987 απόφαση του Πρωτοδικείου επικυρωθείσα με τη 11355/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και τη 969/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου), και άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής τους.
Ενόψει τούτων το Εφετείο με το να μην επιδικάσει τόκους από των προγενεστέρων ως άνω χρονικών σημείων αλλά από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, δεδομένου ότι, κατά τις εκτεθείσες διατάξεις, η εκ των υστέρων έγκριση της επιχειρηθείσης, άνευ εντολής, από τον δικηγόρο δικαστικής ενέργειας (σύνταξη και έγερση αγωγής), εγκυροποιεί μεν αυτή και τίκτει δικαίωμα του δικηγόρου προς απόληψη της νομίμου για την ενέργειά του αμοιβής και αντίστοιχη υποχρέωση του εντολέα -προς καταβολή της, δεν επάγεται όμως και αναδρομική αναβίωση της γενομένης οχλήσεως σε χρόνο μεταγενέστερο αυτής, όταν λόγω της ανυπαρξίας της εντολής δεν υφίστατο δικαίωμα του δικηγόρου προς απόληψη αμοιβής και αντίστοιχη υποχρέωση του εντολέα- προς καταβολή της και εντεύθεν υπερημερία του.
Ούτε και ο χρόνος σύνταξης και άσκηση της αγωγής από τον δικηγόρο συνιστά δήλη ημέρα προς καταβολή της αμοιβής.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/11/2003 αίτηση της .... κλπ για αναίρεση της 5536/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ