Supreme Court allows appeal on insufficient reasoning grounds regarding non-liquidation of assets in debt enforcement case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by a public fund against a final enforcement judgment. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the non-liquidation of the debtors' remaining real estate assets, which is crucial for the case outcome. Consequently, the appeal was accepted, and the case was remitted to the same court for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the absence of a party and, if the appellant's appeal is based on insufficient reasoning affecting the case outcome, the appeal is admissible and the judgment is set aside for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1612 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1612/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Γ., 2) Χ. Γ. του Π., κατοίκων ... και 3) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστιάνα Καββαδία με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2014 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 433/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 247/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή. αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 8/2018. ΑΠ1315/2023, ΑΠ 250/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης Ε. Τ., που προσκομίζει το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 16.3.2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 4/17.3.2022 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν με αριθμό 957/2023 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12.1.2024) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ), στην τρίτη εκ των αναιρεσιβλήτων Β. Κ. Κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποίαν εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη από 16.3.2022 (αρ. εκθ. κατ. Α/17.3.2022) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 247/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, n οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ σε συνδυασμό το άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τρίτης εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου Β. Κ. Παρά. όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίοεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ. νομότυπα και εμπρόθεσμα ((στις 17.3.2022), ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) από της δημοσιεύσεως (στις 29.10.2021) της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ). αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι οι ήδη 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι - σύζυγοι, άσκησαν την από 30.9.2014 (αρ. εκθ. κατ. 685/2014) αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)" και της τρίτης αναιρεσίβλητης Β. Κ., με την οποία, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθ' ών η αίτηση πιστωτές τους, ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτοί πρότειναν, άλλως επικουρικά,
τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους. προκειμένου να υπαχθούν στον ν. 3869/2010, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής και περιουσιακής τους κατάστασης, με σκοπό την απαλλαγή από τα χρέη τους, και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους. που αποτελεί την οικογενειακή τους στέγη, καθώς και όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθμό 433/2017 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, ρυθμίζοντας τα χρέη των αιτούντων (κρίνοντας ως μη ρευστοποιήσιμα τα λοιπά ακίνητα τους) και εξαιρώντας την πρώτη κατοικία τους από την εκποίηση. Κατά της απόφασης αυτής, το καθού εκκαλούν και νυν αναιρεσείον, άσκησε έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης, ώστε ν' απορριφθεί η αίτηση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 247/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία απέρριψε την έφεση.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι η ένδικη από 13-11-2014 των αναιρεσειόντων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης το έτος 2014, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ((ΑΠ 416/2023, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 52/2019).
Περαιτέρω στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 προβλέπεται η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη "εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών". Υπό τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις (ρευστοποιήσιμη περιουσία - απαραίτητη η εκποίηση) προφανές είναι ότι τα κριτήρια για να διαταχθεί η εκποίηση (και αυτεπαγγέλτως) από το Δικαστήριο είναι:
α) το αντικείμενο της εκποίησης να προκαλεί αγοραστικό ενδιαφέρον, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα εκδήλωσης ενδιαφέροντος από πιθανό αγοραστή και β) το προϊόν της εκποίησης να καλύπτει τα έξοδα της εκποίησης και να αφήνει ως υπόλοιπο ένα ουσιώδες ποσό για την αποπληρωμή των πιστωτών (ΑΠ 778/2022). Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό.
Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (ΑΠ 416/2023, ΑΠ 1543/2021, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 632/2019).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (17-3-2022), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 416/2023, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής, για το λόγο ότι περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της μη εκποίησης της λοιπής - πλην της κύριας κατοικίας - ακίνητης περιουσίας των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή έγιναν σχετικώς δεκτά τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος τυγχάνει κύριος, πέραν της κύριας κατοικίας τους (σ.σ. που εξαιρέθηκε από τη διαδικασία ρευστοποίησης με την εκκαλούμενη απόφαση), και των κάτωθι ακινήτων α) μιας ισόγειας κεραμοσκεπούς οικίας- εμβαδού 99 τ.μ., β) μιας ισόγειας κεραμοσκεπούς- αποθήκης εμβαδού 90 τ.
μ., γ) μιας- ισόγειας- κεραμοσκεπούς- αποθήκης- εμβαδού 60 τ.μ. και δ) μιας- ισόγειας- κεραμοσκεπούς- αποθήκης εμβαδού 75 τ.μ., κείμενα σε οικόπεδο εμβαδού 2000 τ.μ. στη ...: Επιπλέον είναι κύριος - στα κάτωθι αγροτεμάχια κείμενα στη ... - και συγκεκριμένα: 1) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε αγροτεμάχιο υπ' αριθμ. ..., συνολικής εκτάσεως 40.494 τμ που βρίσκεται στη θέση "...", 2) σε αγροτεμάχιο υπ' αριθμ. ..., εκτάσεως 59.881 τμ, που βρίσκεται στη θέση "...", 3) σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 13.500 τμ που βρίσκεται στη θέση "...", 4) σε αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 10.000 τμ που βρίσκεται στη θέση "...", 5) σε αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 3.000 τμ, που βρίσκεται στη θέση "...", 6) σε αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 6.600 τμ που βρίσκεται στη θέση "..." και 7) σε αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 1.100 τ.μ που βρίσκεται στη θέση "...", τα οποία κληρονόμησε από τον πατέρα του, ενώ η εφεσίβλητη έχει στην κυριότητα της σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου 4 αγροτεμάχια, 3 εκ των οποίων είναι μη αρδευόμενα κείμενα στη ..., στις θέσεις "..." και "..."...
Το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης προσβάλλει το εκκαλούν με τον τέταρτο έφεσης, ισχυριζόμενο ότι κατά κακή εφαρμογή του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν διέταξε την ρευστοποίησή τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικό αβάσιμος, διότι τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία δεν είναι επιδεκτικά ρευστοποίησης κατά τρόπο που να παρέχουν την προσδοκία απολήψεως ανάλογου ανταλλάγματος και επειδή με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής η εκποίησή τους θα καταστεί αδύνατη και σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορέσει να επιτευχθεί τίμημα αξιόλογο για την ικανοποίηση των πιστωτών σε συνδυασμό με τα έξοδα της όλης διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.).
Ειδικότερα ως προς το προπεριγραφόμενο οικόπεδο με την οικία και τις αποθήκες στη ..., ενόψει της τοποθεσίας του και με βάση τις δυσμενείς συνθήκες που επικρατούν στην αγορά των ακινήτων λόγω των νέων οικονομικών δεδομένων, εκτιμάται ότι δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον και ως εκ τούτου δεν κρίνεται πρόσφορο για εκποίηση.
Σε κάθε περίπτωση, λόγω της γενικότερης πασίδηλης οικονομικής δυσπραγίας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.), η τυχόν εκποίησή του δεν θα επιφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών και ως εκ τούτου κρίνεται ασύμφορη. Εξάλλου, τα αγροτεμάχια των εφεσίβλητων, ενόψει του γεγονότος ότι αυτοί έχουν μόνο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας, σε συνδυασμό με τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με τις τιμές πώλησης ποσοστού εξ αδιαιρέτου ακίνητου και την απροθυμία υποψήφιων αγοραστών να αποκτήσουν ποσοστό εξ αδιαιρέτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι τυχόν εκποίηση αυτών δεν θα προκαλούσε αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε θα απέφερε σημαντικό ποσό για την ικανοποίηση της απαίτησης των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι θα υπάρξει αγοραστικό ενδιαφέρον για το ακίνητο με τα κτίσματα που θα θελήσουν να το αποκτήσουν σε δελεαστική τιμή καθώς επίσης και για τους αγρούς, δεν ασκεί έννομη επιρροή εφόσον εκ της εκποίησης πρέπει να μπορεί προκύψει προσδοκία απόληψης αναλόγου ανταλλάγματος, γεγονός που δεν αποδεικνύεται...
Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε ότι τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία δεν κρίνονται πρόσφορα για εκποίηση σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και αυτός (σ.σ. τέταρτος) ο λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...".
Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη εκποίησης της λοιπής - πλην της κύριας κατοικίας - ακίνητης περιουσίας των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης. Ειδικότερα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε ελλείπεις αιτιολογίες, ως προς το μη ρευστοποιήσιμο των λοιπών πλην της κύριας κατοικίας ακινήτων των οφειλετών πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, διαλαμβάνοντας ανεπαρκή προς τούτο στοιχεία αναφορικά με την αντικειμενική τους αξία, του χαρακτηρισμού αυτών ως καλλιεργήσιμων ή μη, του εμβαδού των ακινήτων της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, αν αυτά αποφέρουν κάποιο εισόδημα στην τελευταία. Συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση και, συνεπώς, κρίνεται βάσιμος ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου μέρους του αναιρετικού λόγου σχετικά με τον διορισμό εκκαθαριστή, καθόσον n αναιρετική εμβέλεια των άνω γενόμενων δεκτών αναφορικά με τον κριθέντα ως βάσιμο πρώτο λόγο, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λόγου αυτού. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του προαναφερόμενου λόγου της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτό. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ., δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021. ΑΠ 930/2021, ΑΠ 1150/2019.
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. ΑΠ 4/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 507/2020. ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 247/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ