Supreme Court quashes labor dispute appeal verdict for lack of reasoning regarding union membership status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the appellate court's decision in a labor dispute over union benefits due to insufficient reasoning. The plaintiff argued the defendant failed to substantiate why she was not a member of the union at the time of her departure from the bank. The court ruled that the lower court's finding was arbitrary without addressing the plaintiff's evidence regarding salary deductions and membership continuity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(a) of the Code of Civil Procedure; A judgment is subject to cassation if it fails to provide a reasoned basis for its decision, thereby rendering the appeal review legally impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1612 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1612/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Τ. του Δ., κατοίκου ... που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Χαραλαμπέα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Σωματείου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΜΕΛΩΝ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπό του Παναγιώτη Σαλεμή, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σιώρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 823/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 71/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 21-9-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1673/2020) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθμ. 71/2020 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αρχικώς η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε (μαζί με άλλους 34 ενάγοντες, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) κατά του αναιρεσιβλήτου την από 15-7-2016 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι ήταν πρώην υπάλληλος της τέως Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και νυν Alpha Bank A.E., συνταξιούχος του οικείου ασφαλιστικού φορέα και συγχρόνως μέλος του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας έως τη συνταξιοδότησή της, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ταμείου Αλληλοβοήθειας μελών του ως άνω Συλλόγου, να της καταβάλει το ποσό που αντιστοιχεί στο εφ' άπαξ βοήθημα, που δικαιούται δυνάμει του καταστατικού του εναγομένου, ως μέλος αυτού και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή κατά την κυρία βάση της με την υπ` αριθ. 823/2018 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 23-10-2018 έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθ. 71/2020 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατ` ουσίαν η έφεση και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά το μέρος που αφορούσε την αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε ως προς αυτήν η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Με το άρθρο 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33-39 του ΒΔ της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.
Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και ύστερα από την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρ. 12 εδ. β του Εισ.Ν.ΑΚ, καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 21-4-1967, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του ΝΔ 42/1974 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας" κατά το άρθρο 2 αυτού και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του νόμου 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", κατά το άρθρ. 4 του οποίου σκοπός της συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της.
Έτσι, τα αλληλοβοηθητικά σωματεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία, το καταστατικό των οποίων, σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, αποτελεί σύμβαση (ΑΠ 37/2021, 678/2020, 1318/2018, 73/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 120/2021,1384/2018, 1206/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το κατ' έφεση δικάζον Πενταμελές Πρωτοδικείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το εναγόμενο είναι αστικό σωματείο με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοήθειας Μελών Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" εν συντομία Ταμείο Αλληλοβοήθειας Σ.Ε.Π.ΕΜΠ.Τ.Ε..
Κατά το άρθρο 2 του καταστατικού του, βασικός σκοπός του σωματείου είναι η παροχή εφάπαξ βοηθήματος στα μέλη του, υπαλλήλους της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και μέλη του συλλόγου επιστημονικού προσωπικού αυτής, όταν αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία, λόγω συνταξιοδότησης, ως υπάλληλοι της ανωτέρω τράπεζας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 αυτού.
Ειδικότερα στο άρθρο 22 ορίζει ότι το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου, σε εκπλήρωση του βασικού σκοπού ίδρυσης του "Ταμείου Αλληλοβοήθειας Σ.Ε.Π.ΕΜΠ.Τ.Ε.", σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού, εδάφ. 1 συνεχίζει το υφιστάμενο πρόγραμμα που μέχρι τούδε λειτουργούσε, με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου του Σ.Ε.Π.ΕΜΠ.Τ.Ε, βάσει του οποίου καταβάλλεται εφ' άπαξ παροχή στα μέλη του, όταν αυτά συνταξιοδοτούνται ή αποβιώνουν, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους από οποιαδήποτε αιτία και δεν κατοχυρώνει δικαίωμα σύνταξης και κατά το δεύτερο εδάφιο αυτού η εφαρμογή του προγράμματος αρχίζει για κάθε τακτικό μέλος του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Σ.Ε.Π.ΕΜΠ.Τ.Ε., από την αρχή του έτους που συμμετείχε για πρώτη φορά στις εκλογικές διαδικασίες αυτού.
Κατ' εξαίρεση, για όσους συμμετείχαν στις εκλογές του 1989 η έναρξη του προγράμματος ορίζεται η 1η Ιανουαρίου 1990. Βασική προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψης της εφάπαξ παροχής είναι : Α) Να κατέχουν την ιδιότητα του τακτικού μέλους από έτους και πλέον και Β) να έχουν συνεχή συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες του συλλόγου επιστημονικού προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, του οποίου είναι παραλλήλως μέλη.
Το πρόγραμμα λειτουργεί δυνάμει του από 27 Σεπτεμβρίου 2000 καταστατικού του, που δημοσιεύτηκε στα βιβλία σωματείων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 6089/1999 αποφάσεώς του. Από τα προσκομισθέντα από τους εφεσιβλήτους έγγραφα, τις βεβαιώσεις απασχόλησης και τα έγγραφα εκ των οποίων προκύπτει ο χρόνος συμμετοχής στο ανταποδοτικό πρόγραμμα του εναγομένου ταμείου, προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι δικαιούνται το προβλεπόμενο στα καταστατικό του σωματείου εφάπαξ βοήθημα, καθώς το πρόγραμμα δεν τελεί σε παύση, απορριπτόμενου του πρώτου λόγου εφέσεως.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης περί έλλειψης της ιδιότητος μέλους του σωματείου, η οποία κατοχυρώνεται: α) με την πληρωμή των εισφορών κατ' άρθρο 5 του καταστατικού του σωματείου, και β) με τη συνεχή συμμετοχή του μέλους στις εκλογές μέχρι τη συνταξιοδότησή του, κατ' άρθρ. 22 παρ.4β του καταστατικού του σωματείου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, για την 26η εφεσίβλητη, Α.
Τ., διότι δεν ήταν εγγεγραμμένο μέλος του σωματείου, όταν αποχώρησε από την τράπεζα .......". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση του επικαλούμενου από την αναιρεσείουσα-ενάγουσα δικαιώματος λήψης της ένδικης εφάπαξ παροχής ή τυχόν αναλογίας αυτής, την οποία (συνδρομή) δεν δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του προσήκοντος κανόνα δικαίου (άρθρ. 78 επομ.
και 361 ΑΚ), στερώντας κατ' αυτόν τον τρόπο την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο κυρίως διότι, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα δεν ήταν εγγεγραμμένο μέλος του σωματείου, όταν αποχώρησε από την τράπεζα, δεν περιέχει απολύτως κανένα πραγματικό περιστατικό από το οποίο να αιτιολογείται η ως άνω κρίση της, ενόψει και του περί του αντιθέτου ισχυρισμού αυτής ότι οι εισφορές της καταβάλλονταν με παρακράτηση από τον μηνιαίο μισθό της στον Σύλλογο Επιστημονικού Προσωπικού της ανωτέρω Τράπεζας, του οποίου ήταν μέλος, και στη συνέχεια καταβάλλονταν από τον τελευταίο στο αναιρεσίβλητο Σωματείο, και ειδικότερα δεν περιέχει αιτιολογίες για το πότε αυτή αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως από την ως άνω Τράπεζα, για το αν καθόλο το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας της στην Εμπορική Τράπεζα είχε την ιδιότητα του τακτικού μέλους του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, και μετέπειτα μετά τη συγχώνευση των δύο τραπεζών στην ALPHA BANK, του τακτικού μέλους του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού ALPHA BANK, επιπλέον δε και την ιδιότητα του τακτικού μέλους του αναιρεσίβλητου Ταμείου, καθώς και για το εάν καταβάλλονταν στο αναιρεσίβλητο Ταμείο μέσω του παραπάνω Συλλόγου και για πόσο χρονικό διάστημα οι παρακρατούμενες από αυτόν (Σύλλογο) εισφορές της και τέλος για το εάν κατά το χρόνο συνταξιοδότησής της κατείχε ή είχε απολέσει και με ποιο τρόπο την ιδιότητα του τακτικού μέλους του ως άνω Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού και του αναιρεσίβλητου Ταμείου.
Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο, όπως εκτιμώνται, από την διάταξη αυτή λόγους του αναιρετηρίου. Κατόπιν αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων, μετά την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 εδ.
α' του ΚΠολΔ, όπως αντικ. με άρθρ. 12 παρ.4 του ν. 4055/2012).Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρο 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 71/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ