Legislator Case Law & Legislation
1612/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by absent defendant but allows partial appeal against defamation charges for perjury.

Case Number 1612/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by N.S.M.A.J. due to his failure to appear in court as required by law. Conversely, the court partially allowed the appeal filed by A.B.T.J. regarding specific defamation charges related to perjury committed in 2008. The court found the perjury allegations proven based on the defendant's knowledge of their falsity, but ordered a new trial for the remaining defamation claims.

Legislator headnote

AI generated

Art. 512(1)(b) & Art. 514(a) of the Criminal Procedure Code; Art. 176(1) of the Criminal Code: An appeal by an absent defendant is inadmissible, whereas an appeal against specific criminal charges may be partially allowed if the facts of the alleged offense are substantiated by evidence.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Perjury by Witness Defamation Charges Absent Defendant Partial Appeal Allowed New Trial Ordered Supreme Court Review

Cited Legislation

AI generated
Art. 512(1)(b) of the Criminal Procedure Code
Art. 514(a) of the Criminal Procedure Code
Art. 176(1) of the Criminal Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1612 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1612/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου - Εισηγήτρια, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)N. S. M. A. J. του S., κατοίκου ..., που δεν παρέστη και 2)A. B. T. του J., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Φαρμακίδη - Μάρκου και Βασίλειο Παπαστεργίου, για αναίρεση της υπ'αριθ.1762/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.πρωτ.3832/ 28-3-2019 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 695/19.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 3832/28-3-2019 αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα N. S. M. A. J. του S., Β) να γίνει δεκτή εν μέρει η ίδια ως άνω αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα A. B. T. του J. και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το πλημμέλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης με χρόνους τελέσεως 5-3-2010 και 26-4-2010, Γ) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντα A. B. T. για ψευδορκία μάρτυρα και για συκοφαντική δυσφήμηση, πλημμελήματα που τελέστηκαν στις 24-12-2008 και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του παρόντος δευτέρου αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η με αρ. πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 3832/28-3-2019 αίτηση των α) N. S. M. A. J. του S., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αρ.1762/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.

Α)Ως προς την αναίρεση του N. S. M. A. J. του S.: Κατά το άρθρο 512 παρ.1 εδ.β'ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ.α'του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.

2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 18/6/2019 αποδεικτικό επίδοσης της Α. Σ. επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο ως άνω με στοιχ.9 αναιρεσείων ο οποίος σύμφωνα με περιλαμβανόμενη και στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης δήλωση είναι κάτοικος αλλοδαπής (Νορβηγίας) κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα ήτοι ενόψει τις κατοικίας του στην αλλοδαπή κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 156 παρ.4 εδ.α του Κ.Π.Δ. κλητεύθηκε ο συνήγορός του δικηγόρος Αθηνών Βασίλειος Παπαστεργίου που διόρισε νόμιμα με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (αρθρ.89 παρ.2 στοιχ.γ Κ.Π.Δ.) για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλήν όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

Β) Ως προς την αναίρεση του B. T. A. του J.:

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε παρισταμένου του ως άνω αναιρεσείοντος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου καταχωρήθηκε δε στο κατά το άρθρο 473 παρ.3 εδ.α ΚΠΔ βιβλίο στις 8/3/2019. Επομένως η προαναφερθείσα αίτησή του για αναίρεση αυτής (προσβαλλόμενης υπ'αρ.1762/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά) έχει ασκηθεί παραδεκτά ήτοι νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 473 παρ.1, 2 και 3 ΚΠοινΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.

Με το άρθρο πρώτο του ν.4620/2019 κυρώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ.6 του Συντάγματος ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και με το δεύτερο άρθρο αυτού ορίσθηκε ότι "Ο παρών νόμος αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019".

Με τις περιλαμβανόμενες στο ενδέκατο βιβλίο του κατά τα ως άνω κυρωθέντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μεταβατικές διατάξεις ορίζονται τα εξής: αρ. 585 "Ο παρών Κώδικας Ποινικής Δικονομίας αρχίζει να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019" αρθρ. 586 "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καταργούνται: α)ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας που κυρώθηκε με το ν.1493/17.8.1950, όπως μεταγλωτίστηκε με το π.δ.258/1986 και συμπληρώθηκε και τροποποποιήθηκε με μεταγενέστερους νόμους, β)....γ)....δ)...." αρθρ. 590 παρ.1 εδ.α "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα".

Με την διάταξη του άρθρου 511 του Κ.Π.Δ. με τίτλο "Λόγοι αναίρεσης που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως" όπως κατά τις προεκτεθείσες μεταβατικές διατάξεις το μεν ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 το δε εφαρμόζεται από το Δικαστήριο τούτο, αφού πρόκειται για υπόθεση που εκδικάσθηκε ενώπιον του μετά την 1/7/2019, ορίζονται τα εξής: "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.Β'. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της".

Σχετικά με την μεταρρύθμιση της παρ.2 του άρθρου 511, ώστε ο Άρειος Πάγος να λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή χωρίς να αξιώνει την ύπαρξη βασίμου λόγου αναίρεσης, στην εισηγητική έκθεση εκτίθεται ότι "Η εν λόγω επιλογή επαναφοράς στη ρύθμιση που ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 50 του Ν.3160/2003 δικαιολογείται με την επίκληση του νομικού επιχειρήματος ότι "η παραγραφή είναι θεσμός δημόσιας τάξης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της δίκης και ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπό την προϋπόθεση ότι το ένδικο μέσο έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως και περιέχει έναν έστω των περιοριστικά αναφερόμενων στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγο, χωρίς ωστόσο να απαιτείται να είναι ..... και βάσιμος. Η εφαρμογή όμως της παραγραφής δεν δικαιολογείται να γίνεται a la carte, αφού και η αναίρεση είναι ποινικό δικονομικό στάδιο. Η δικαιοπολιτική σκέψη για την εφαρμογή της παραγραφής (ειρήνευση κοινωνίας, απομάκρυνση από την ερευνώμενη πράξη κ.λπ) δικαιολογεί την ισχύ της και στη διαδικασία στον Άρειο Πάγο, αφού οι όροι που την επέβαλαν δεν εκλείπουν κατά τον αναιρετικό έλεγχο της υπόθεσης, ούτε εξαρτάται αυτή από την ουσία της υπόθεσης ή τη διάκριση των εγκλημάτων".

Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 κυρώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ.6 του Συντάγματος ο Ποινικός Κώδικας με το δεύτερο δε άρθρο αυτού ορίσθηκε ότι "Ο παρών νόμος αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019".

Με τις περιλαμβανόμενες στο τρίτο βιβλίο του κατά τα ως άνω κυρωθέντος Ποινικού Κώδικα μεταβατικές διατάξεις ορίζονται τα εξής: αρθρ.460 "Ο παρών Ποινικός Κώδικας αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019". Αρ. 461 "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε τον νόμο αυτόν".

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 17, 111 παρ.3, 112 και 113 παρ.1 και 2 του Π.Κ. όπως κατά τις προεκτεθείσες μεταβατικές διατάξεις το μεν ισχύουν από 1η Ιουλίου 2019 το δε εφαρμόζονται από το Δικαστήριο τούτο, με την επισήμανση ότι διατάξεις των εν λόγω άρθρων είναι ταυτόσημες μ'αυτές του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα (μόνον μ'αυτήν του άρθρου 113 παρ.2 εδ.β του νέου Π.Κ.

προστέθηκε και το άρθρο 61 Κ.Π.Δ. που δεν υπήρχε στην αντίστοιχη του προϊσχύσαντος Π.Κ.) δεν τροποποιήθηκαν δηλαδή με το νέο Ποινικό Κώδικα, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε, για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη.

Ο χρονικός περιορισμός της αναστολής δεν ισχύει όταν η αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης, ή η αναβολή της δίκης, λαμβάνει χώρα κατ'εφαρμογή των άρθρων 29, 59 και 61 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 368 στοιχ.β και 511 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο στην περίπτωση που εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και αφού διαπιστώσει τη συμπλήρωση της οφείλει να παύσει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατ'εφαρμογή του άρθρου 368 στοιχ.β'ΚΠΔ.

Με την διάταξη του άρθρου 59 παρ.2 Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 Π.Κ., αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243, 43 παρ.1 εδ.β), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών" Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362, 363 Π.Κ., με τις οποίες θεσπίζεται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, ως αυτής του άρθρου 368 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι για την ποινική δίωξη της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης απαιτείται έγκληση.

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 114 παρ.1 Π.Κ. "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρείς μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμετόχους".

Η έγκληση είναι θεσμός τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση, για τη νομότυπη γένεση της ποινικής δίκης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η έλλειψή της. Αν η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από τη δικογραφία.

Αν, όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσης, η οποία, πρόδηλα, πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση, αν τούτο συνδέεται αναγκαίως με το εμπρόθεσμο της υποβολής της έγκλησης. Η τρίμηνη προθεσμία λήγει δε, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μήνα που αντιστοιχεί, αριθμητικά, με την ημέρα έναρξης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ.β ΑΚ και 145 παρ.2 ΚΠολΔ οι οποίες έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, λόγω της ενότητας της έννομης τάξης. Γι'αυτό πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος γνώσης της πράξης, ώστε να κριθεί, αν η έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 904/2018, ΑΠ 561/2017).

Περαιτέρω η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσω υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.80/2016) Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αρ.1762/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν μεταξύ των οποίων τα πρακτικά και η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: " Ο δεύτερος κατηγορούμενος B.

T. A. στον … την 24.12.2008, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Υποπλοιάρχου Α.Σ. Π. Μ. στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης επί της με Α.Β.Μ. 1291/07, BYE 87/09 δικογραφίας, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιον του ως άνω προανακριτικού υπαλλήλου τα εξής γεγονότα: "Εφόσον ανέβηκα στο πλοίο αυτός που με τράβηξε με δύναμη, με έβαλε να κάτσω κάτω και όταν τον κοίταξα, μου χτύπησε το κεφάλι σε ένα σίδερο του πλοίου.

Μετά με πήραν σε ένα μέρος του πλοίου ξεχωριστά από τους υπόλοιπους .... Με έβαλαν να γονατίσω έχοντας μπροστά μου δύο από το πλήρωμα και πίσω μου έναν. Αυτός που ήταν πίσω μου κρατούσε μια ξύλινη ράβδο σαν αυτή που κρατάνε κάποιοι αστυνομικοί και με χτυπούσε σιγά σιγά στο κεφάλι. Κάθε φορά που γύρναγα να το κοιτάξω με χτυπούσε πιο δυνατά.

Ένας τέταρτος μου είπε ότι αυτοί οι δύο είναι επικίνδυνοι και μπορούν να σε σκοτώσουν. Τα δύο άτομα που ήταν μπροστά με πήραν και με πήγαν σε άλλο μέρος του πλοίου. Έμεινε ένας μαζί μου και ο άλλος πήγε να φέρει έναν κουβά με νερό. Σε πρώτη φάση μου έβαλαν το κεφάλι στο νερό για αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να μην μπορώ να αναπνεύσω και όταν μου έβγαλαν το κεφάλι με ρώτησαν αν θυμάμαι ή όχι.

Το ίδιο επαναλήφθηκε για άλλες δύο φορές, Μετά την τρίτη φορά έβγαλε ένας από τους δύο μια διαφανή πλαστική σακούλα και την έβαλαν στο κεφάλι μου μέχρι πνιγμού. Και αυτό το έκαναν τρεις φορές, Μετά από αυτό με απείλησε ξανά με το πιστόλι του το οποίο και έβγαλε, το όπλισε και το ακούμπησε στον κρόταφο μου.

Μου έλεγαν μίλησε αλλιώς θα σε σκοτώσουμε. Μετά έβαλε το πιστόλι ανάποδα στο πάνω μέρος του κεφαλιού μου και πυροβόλησε. Τα ίδια έκαναν και σε άλλα δύο άτομα. Ύστερα μας οδήγησαν μαζί με τους υπόλοιπους και αφού μου βούτηξαν ακόμη μια φορά το κεφάλι στο νερό, είπαν στους υπόλοιπους να ξεχάσουν ό,τι είδαν και άκουσαν, διαφορετικά θα τους βρουν και θα τους κάνουν κακό και για ό,τι και να γίνει θα την πληρώσω εγώ".

Τα ως άνω κατατεθέντα ενόρκως γεγονότα ήταν ψευδή, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, αληθές είναι ότι οι ήδη εγκαλούντες ουδέποτε προέβησαν στην τέλεση των ανωτέρω άδικων πράξεων, παραδοχή η οποία επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της με αριθμό 167/6.11.2014 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ο δε κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών των γεγονότων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω αθωωτική απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται σε βάρος των ήδη εγκαλούντων δεν τελέσθηκαν όπως προαναφέρθηκε. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος στον … την 24.12.2008, την 5.3.2010 και την 26.4.2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν αληθινό.

Συγκεκριμένα, την 24.12.2008, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Υποπλοιάρχου Λ.Σ. Π. Μ. στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης επί της με Α.Β.Μ. 1291/07, BYE 87/09 δικογραφίας, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιον του ως άνω προανακριτικού υπαλλήλου τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα γεγονότα, τα οποία αφενός είναι ψευδή και αφετέρου μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, αφού οι τελευταίοι ουδέποτε προέβησαν στην τέλεση των εν λόγω άδικων πράξεων.

Ακολούθως δε, την 5.3.2010, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως διάδικος (πολιτικώς ενάγων) ενώπιον της Ανακρίτριας του 2ου Τμήματος του Ναυτοδικείου Πειραιά στο πλαίσιο διενέργειας κύριας ανάκρισης κατόπιν της υπ' αριθ. BYE 87/09 παραγγελίας του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιά, αναφερόμενος στους νυν εγκαλούντες, κατέθεσε τα εξής: "Επιβεβαιώνω το περιεχόμενο της από 24-12-2008 έκθεσης εξέτασής μου ως μάρτυρα με διερμηνέα στα πλαίσια προκαταρκτική;

εξέτασης και αναφέρομαι σε αυτό". Τέλος, την 26.4.2010, εξεταζόμενος συμπληρωματικά χωρίς όρκο ως διάδικοι (πολιτικώς ενάγων) ενώπιον της Ανακρίτριας του 20υ Τμήματος του Ναυτοδικείου Πειραιά στο πλαίσιο διενέργειας κύριας ανάκρισης, ερωτώμενος κατά τη διάρκεια της κατ' αντιπαράσταση αναγνώρισης προσώπων, ανέφερε για τον νυν εγκαλούντα Α.

Α. τα εξής: "Ναι, αναγνωρίζω στο πρόσωπο του ανωτέρω το Λιμενικό που όταν επιβιβάστηκα από το μικρό σκάφος στο μεγάλο με τράβηξε και μου χτύπησε το κεφάλι στα κάγκελα του μεγάλου πλοίου; του ζήτησα νερό, μου αρνήθηκε και μου είπε ότι αν δεν του πω την αλήθεια από πού ήρθαμε θα πεθάνω, στη συνέχεια δε μου έκανε ερωτήσεις για τους υπόλοιπους μετανάστες.

Μαζί με τους άλλους Λιμενικούς με πήγε στο σημείο που μου έκαναν βασανιστήρια και συνέχεια, όταν γύριζα το πρόσωπο μου, μου έδινε χτυπήματα στο πρόσωπο. Μάλιστα είναι αυτός που στο τέλος ενώπιον όλων μου ζήτησε να μεταφράσω στους υπόλοιπους μετανάστες ότι δεν θα μαρτυρήσουν αυτά που συνέβησαν στο πλοίο και τους ζήτησε να πουν ΟΚ.

Κάποια στιγμή πυροβόλησε με το όπλο του στον αέρα και για να μη με βλέπουν οι υπόλοιποι με ξάπλωσε στο πάτωμα του πλοίου, έτσι ώστε να πιστέψουν ότι με έχει σκοτώσει", για τον εγκαλούντα Ε. Κ. ανέφερε τα εξής: "Ναι, αναγνωρίζω στο πρόσωπο του ανωτέρω το Λιμενικό που έδινε οδηγίες στον άλλο λιμενικό, που βουτούσε το κεφάλι μου στην αρχή σε κουβά με νερό τρεις φορές και στη συνέχεια σε πλαστική σακούλα επίσης τρεις φορές, καθώς και άλλα δύο πρόσωπα, όπως έχω καταθέσει, και που άλλη μια τελευταία φορά βούτηξε το κεφάλι μου σε κουβά με νερό ενώπιον όλων των μεταναστών".

Τέλος, για τον εγκαλούντα Α. Μ. ανέφερε εξεταζόμενος τα εξής: "Ναι, είμαι βέβαιος ότι είναι ο λιμενικός που, αφού φόρεσε πλαστικά γάντια, μου έβαλε το κεφάλι μου στον κουβά με νερό τρεις φορές και στη συνέχεια σε πλαστική σακούλα και έκανε το ίδιο και σε άλλα δύο άτομα και τέλος ενώπιον όλων μου βούτηξε πάλι το κεφάλι στον κουβά με το νερό και επίσης έβαλε στο κεφάλι μου το όπλο του και πυροβόλησε στον αέρα".

Τα ανωτέρω εκτεθέντα γεγονότα αφενός είναι ψευδή και αφετέρου μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, αφού οι τελευταίοι ουδέποτε προέβησαν στην τέλεση των εν λόγω άδικων πράξεων, παραδοχή η οποία επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της με αριθμό 167/6-11-2014 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

Των ανωτέρω ψευδών και συκοφαντικών ισχυρισμών έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός προσώπων, ήτοι οι υπάλληλοι της Γραμματείας της Εισαγγελίας του Ναυτοδικείου Πειραιά, η αρμόδια Αντεισαγγελέας, η Ανακρίτρια του 2ου Τμήματος του Ναυτοδικείου Πειραιά, καθώς και όλοι οι εμπλεκόμενοι και έχοντες σχέση με την σχηματισθείσα δικογραφία.

Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, τελούσε σε γνώση της αναλήθειας αυτών και του γεγονότος ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και το επαγγελματικό κύρος των εγκαλούντων. Κατόπιν αυτών, αφού αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις α) της ψευδορκίας μάρτυρα και β) της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό." Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι: "Με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα:

Β1) Συγκεκριμένα, στον … την 24-12-2008 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, την 24.12.2008, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Υποπλοιάρχου Λ.Σ. Π. Μ. στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης επί της με Α.Β.Μ. 1291/07, BYE 87/09 δικογραφίας, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιον του ως άνω προανακριτικού υπαλλήλου τα εξής γεγονότα: "Εφόσον ανέβηκα στο πλοίο αυτός που με τράβηξε με δύναμη, με έβαλε να κάτσω κάτω και όταν τον κοίταξα, μου χτύπησε το κεφάλι σε ένα σίδερο του πλοίου.

Μετά με πήραν σε ένα μέρος του πλοίου ξεχωριστά από τους υπόλοιπους (...) Με έβαλαν να γονατίσω έχοντας μπροστά μου δύο από το πλήρωμα και πίσω μου έναν. Αυτός που ήταν πίσω μου κρατούσε μια ξύλινη ράβδο σαν αυτή που κρατάνε κάποιοι αστυνομικοί και με χτυπούσε σιγά σιγά στο κεφάλι. Κάθε φορά που γύρναγα να το κοιτάξω με χτυπούσε πιο δυνατά.

Ένας τέταρτος μου είπε ότι αυτοί οι δύο είναι επικίνδυνοι και μπορούν να σε σκοτώσουν. Τα δύο άτομα που ήταν μπροστά με πήραν και με πήγαν σε άλλο μέρος του πλοίου. Έμεινε ένας μαζί μου και ο άλλος πήγε να φέρει έναν κουβά με νερό. Σε πρώτη φάση μου έβαλαν το κεφάλι στο νερό για αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να μην μπορώ να αναπνεύσω και όταν μου έβγαλαν το κεφάλι με ρώτησαν αν θυμάμαι ή όχι.

Το ίδιο επαναλήφθηκε για άλλες δύο φορές, Μετά την τρίτη φορά έβγαλε ένας από τους δύο μια διαφανή πλαστική σακούλα και την έβαλαν στο κεφάλι μου μέχρι πνιγμού. Και αυτό το έκαναν τρεις φορές, Μετά από αυτό με απείλησε ξανά με το πιστόλι του το οποίο και έβγαλε, το όπλισε και το ακούμπησε στον κρόταφο μου.

Μου έλεγαν μίλησε αλλιώς θα σε σκοτώσουμε, Μετά έβαλε το πιστόλι ανάποδα στο πάνω μέρος του κεφαλιού μου και πυροβόλησε. Τα ίδια έκαναν και σε άλλα δύο άτομα. Ύστερα μας οδήγησαν μαζί με τους υπόλοιπους και αφού μου βούτηξαν ακόμη μια φορά το κεφάλι στο νερό, είπαν στους υπόλοιπους να ξεχάσουν ό,τι είδαν και άκουσαν, διαφορετικά θα τους βρουν και θα τους κάνουν κακό και για ό,τι και να γίνει θα την πληρώσω εγώ".

Τα ως άνω κατατεθέντα ενόρκως γεγονότα ήταν ψευδή, καθόσον αληθές τυγχάνει εν προκειμένω ότι οι νυν εγκαλούντες ουδέποτε προέβησαν στην τέλεση των ανωτέρω άδικων πράξεων, παραδοχή η οποία επιβεβαιώνεται νοηματικά εκ του περιεχομένου της με αριθμό 167/6-11- 2014 αμετάκλητης απαλλακτικής απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ο δε κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών των γεγονότων.

Β2) Στον … την 24-12-20Θ8, την 5-3-2010 και την 26-4-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν αληθινό. Συγκεκριμένα, την 24-12-2008, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Υποπλοιάρχου Λ.Σ.

Π. Μ. στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης επί της με Α.Β.Μ. 1291/07, BYE 87/09 δικογραφίας, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιον του ως άνω προανακριτικού υπαλλήλου τα υπό στοιχείο Β1 αναλυτικά εκτεθέντα γεγονότα, τα οποία αφενός είναι ψευδή και αφετέρου μπορούν να βλάψουν, την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, αφού οι τελευταίοι ουδέποτε προέβησαν στην τέλεση των εν λόγω άδικων πράξεων.

Ακολούθως δε, την 5-3-2010, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως διάδικος (: πολιτικώς εναγών) ενώπιον της Ανακρίτριας του 2ου Τμήματος του Ναυτοδικείου Πειραιά στο πλαίσιο διενέργειας κύριας ανάκρισης κατόπιν της υπ' αριθμ. BYE 87/09 παραγγελίας του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιά, αναφερόμενος στους νυν εγκαλούντες, κατέθεσε τα εξής: "Επιβεβαιώνω το περιεχόμενο της από 24-12-2008 έκθεσης εξέτασής μου ως μάρτυρα με διερμηνέα στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης και αναφέρομαι σε αυτό".

Τέλος, την 26-4-2010 εξεταζόμενος συμπληρωματικά χωρίς όρκο ως διάδικος (: πολιτικώς ενάγων) ενώπιον της Ανακρίτριας του 2ου Τμήματος του Ναυτοδικείου Πειραιά στο πλαίσιο διενέργειας κύριας ανάκρισης, ερωτώμενος κατά τη διάρκεια της κατ' αντιπαράσταση αναγνώρισης προσώπων, ανέφερε για τον νυν εγκαλούντα Α.

Α. τα εξής: "Ναι, αναγνωρίζω στο πρόσωπο του ανωτέρω το Λιμενικό που όταν επιβιβάστηκα από το μικρό σκάφος στο μεγάλο με τράβηξε και μου χτύπησε το κεφάλι στα κάγκελα του μεγάλου πλοίου, του ζήτησα νερό, μου αρνήθηκε και μου είπε ότι αν δεν του πω την αλήθεια από πού ήρθαμε θα πεθάνω, στη συνέχεια δε μου έκανε ερωτήσεις για τους υπόλοιπους μετανάστες.

Μαζί με τους άλλους Λιμενικούς με πήγε στο σημείο που μου έκαναν βασανιστήρια και συνέχεια, όταν γύριζα το πρόσωπο μου, μου έδινε χτυπήματα στο πρόσωπο. Μάλιστα είναι αυτός που στο τέλος ενώπιον όλων μου ζήτησε να μεταφράσω στους υπόλοιπους μετανάστες ότι δεν θα μαρτυρήσουν αυτά που συνέβησαν στο πλοίο και τους ζήτησε να πουν ΟΚ.

Κάποια στιγμή πυροβόλησε με το όπλο του στον αέρα και για να μη με βλέπουν οι υπόλοιποι με ξάπλωσε στο πάτωμα του πλοίου, έτσι ώστε να πιστέψουν ότι με έχει σκοτώσει", για τον εγκαλούντα Ε. Κ. ανέφερε τα εξής: "Ναι, αναγνωρίζω στο πρόσωπο του ανωτέρω το Λιμενικό που έδινε οδηγίες στον άλλο λιμενικό, που βουτούσε το κεφάλι μου στην αρχή σε κουβά με νερό τρεις φορές και στη συνέχεια σε πλαστική σακούλα επίσης τρεις φορές, καθώς και άλλα δύο πρόσωπα, όπως έχω καταθέσει, και που άλλη μια τελευταία φορά βούτηξε το κεφάλι μου σε κουβά με νερό ενώπιον όλων των μεταναστών".

Τέλος, για τον εγκαλούντα Α. Μ. ανέφερε εξεταζόμενος τα εξής: "Ναι, είμαι βέβαιος ότι είναι ο λιμενικός που, αφού φόρεσε πλαστικά γάντια, μου έβαλε το κεφάλι μου στον κουβά με νερό τρεις φορές και στη συνέχεια σε πλαστική σακούλα και έκανε το ίδιο και σε άλλα δύο άτομα και τέλος ενώπιον όλων μου βούτηξε πάλι το κεφάλι στον κουβά με το νερό και επίσης έβαλε στο κεφάλι μου το όπλο του και πυροβόλησε στον αέρα".

Τα ανωτέρω εκτεθέντα γεγονότα αφενός είναι ψευδή και αφετέρου μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, αφού οι τελευταίοι ουδέποτε προέβησαν στην τέλεση των εν λόγω άδικων πράξεων, παραδοχή η οποία επιβεβαιώνεται εκ του περιεχομένου της με αριθμό 167/6-11-2014 αμετάκλητης απαλλακτικής απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

Των ανωτέρω ψευδών και συκοφαντικών ισχυρισμών έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός προσώπων, ήτοι οι υπάλληλοι της Γραμματείας της Εισαγγελίας του Ναυτοδικείου Πειραιά, η αρμόδια Αντεισαγγελέας, η Ανακρίτρια του 2ου Τμήματος του Ναυτοδικείου Πειραιά, καθώς και όλοι οι εμπλεκόμενοι και έχοντες σχέση με την σχηματισθείσα δικογραφία.

Ο δε κατηγορούμενος, τελούσε σε γνώση της αναλήθειας αυτών και του γεγονότος ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και το επαγγελματικό κύρος των εγκαλούντων." Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων τελέσθηκε στις 24-12-2008.

Η ποινική δίωξη γι'αυτήν ασκήθηκε κατόπιν της από 13/9/2010 μήνυσης των παθόντων Α. Α., Α. Μ., Γ. Β. και Ε. Κ. που εγχειρίσθηκε στην Εισαγγελία Πλημ/κων Πειραιά την ίδια ως άνω ημερομηνία και έλαβε ΑΒΜ Α10/1891. Με την από 12/9/2012 με αρ. πρωτ. ΑΒΜ: Α10/1891/Γ 9-11/242 πράξη της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών η δικογραφία που σχηματίσθηκε κατόπιν της ως άνω από 13/9/2010 μήνυσης μετά από προκαταρκτική εξέταση υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά προκειμένου κατά τα εκτιθέμενα στην εν λόγω πράξη να παρασχεθεί η σύμφωνη γνώμη του για αποχή από κάθε περαιτέρω ενέργεια με βάση την ως άνω μήνυση έως το τέλος της ποινικής δίωξης εναντίον των εγκαλούντων καθόσον για το γεγονός για το οποίο δόθηκε ο όρκος ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος τους (εγκαλούντων) για διακεκριμένη περίπτωση βασανιστηρίων κατά συναυτουργία, κατά συρροή και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά συναυτουργία κατά συρροή η δε σχετική δικογραφία με ΑΒΜ 1291/07, ΒΥΕ: 87/09 εκκρεμεί στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης, στο Ναυτοδικείο Πειραιά κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 59 παρ.2 Κ.Π.Δ.

Με την υπ'αρ.πρωτ. 1417/20/2/2012 πράξη του ο Εισαγγελέας Εφετών παρείχε τη σύμφωνη γνώμη του.

Με την υπ'αρ.365/2013 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιά που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 16/4/2014 ο από τους ως άνω εγκαλούντες Ε. Κ. αθωώθηκε οι δε Α. Α. και Α. Μ. κρίθηκαν ένοχοι ο καθένας για μία από τις πράξεις που τους αποδόθηκε με την ποινική δίωξη οι οποίοι και άσκησαν έφεση κατά της ως άνω απόφασης καθόσον αφορά τον από τους εγκαλούντες Γ.

Β. η υπόθεση δεν εισήχθη ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Με την υπ'αρ.167/2014 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 25-2-2015 οι ως άνω δύο εγκαλούντες (Α. Ο.) κηρύχθηκαν αθώοι. Η απόφαση αυτή κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 504, 168 505 παρ.1, 2, 479 παρ.2, 483 παρ.3, 507 παρ.1 του προϊσχύσαντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 589 παρ.3 του ισχύοντος Κ.Π.Δ.

κατέστη αμετάκλητη στις 26-3-2015 ήτοι μετά την πάροδο ενός μηνός από την καταχώριση της στο Ειδικό βιβλίο κατά την διάρκεια της οποίας είχε δικαίωμα μεταξύ άλλων ν'ασκήσει κατ'αυτής αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Έτσι το χρονικό διάστημα της κατ'άρθρο 59 παρ.2 αναβολής που κατ'άρθρο 113 Π.Κ. δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση της παραγραφής και της αναστολής αυτής εν προκειμένω αρχίζει από τις 20/9/2012 (παροχή σύμφωνης γνώμης και παύει στις 26-3-2015 (αμετάκλητη περάτωση της ποινικής δίκης) είναι δε 2 έτη 6 μήνες και 6 ημέρες.

Από το χρόνο δε που τελέσθηκε η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (24/12/2008) μέχρι τις 20/9/2012 που δόθηκε η σύμφωνη γνώμη παρήλθε χρονικό διάστημα τριών ετών οκτώ μηνών και 26 ημερών. Το κλητήριο θέσπισμα με το οποίο αρχίζει η κύρια διαδικασία (αρθρ. 320, 321 ΚΠΔ) επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα A. B. στις 2/6/2016, όπως προκύπτει από το από 2/6/2016 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Σ.

Μ., δηλαδή πριν να συμπληρωθεί το προβλεπόμενο για την εξάλειψη του αξιοποίνου της λόγω παραγραφής χρονικό διάστημα των πέντε ετών, αφού η αξιόποινη πράξη είναι πλημμέλημα (αρ.111 παρ.1, 3 18 εδ.β, 224 παρ.1 Π.Κ.) οπότε πλέον εφαρμόζονται οι περί αναστολής διατάξεις του άρθρου 113 Π.Κ. Συγκεκριμένα από τον χρόνο τέλεσης της πράξης μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος είχε παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών 10 μηνών και 32 ημερών ήτοι 3 έτη συν 8 μήνες συν 26 ημέρες το χρονικό διάστημα παραγραφής που παρήλθε μέχρι τη σύμφωνη γνώμη κατά τα ανωτέρω συν το χρονικό διάστημα του ενός έτους, δύο μηνών και 6 ημερών που παρήλθε από την λήξη κατά τα ως άνω του χρόνου της αναβολής (αμετάκλητη απόφαση) μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος.

Ενόψει της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος πριν την συμπλήρωση πέντε ετών από την τέλεση της πράξης ως εντεύθεν της αναστολής συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής επί τρία έτη (άρθρο 113 παρ.2 ΠΚ), ο χρόνος πλέον παραγραφής για το εν λόγω πλημμέλημα ανέρχεται στα οκτώ έτη στο οποίο δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα της αναβολής κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 59 παρ.2 ΚΠΔ.

Ο χρόνος παραγραφής του πλημμελήματος της ψευδορκίας μάρτυρα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων ότι τέλεσε στις 24/12/2008 συμπληρώθηκε στις 22 Απριλίου 2019 δηλαδή μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης που έλαβε χώρα στις 11 Δεκεμβρίου 2018 και προγενέστερα της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ήτοι συνολικός χρόνος παραγραφής 2880 ημέρες (8 έτη επί 360 ημέρες) αφαιρουμένου του χρονικού διαστήματος των 1346 ημερών που αφορά τον χρόνο παραγραφής που παρήλθε από την τέλεση της πράξης μέχρι την έναρξη της αναβολής κατά τα προεκτεθέντα (3 έτη επί 360 ημέρες ίσον 1080 ημέρες συν 8 μήνες επί 30 ημέρες ίσον 240 ημέρες συν 26 ημέρες) απομένει χρόνος παραγραφής που αρχίζει να υπολογίζεται από τις 26-3-2015 (λήξη της κατά τα ως άνω αναβολής με την λήξη της ποινικής δίωξης με την έκδοση επ'αυτής απόφασης που κατέστη αμετάκλητη αρθρ.368 στοιχ.α Κ.Π.Δ.) 1534 ημερών (2880 ημέρες μείον 1346) ήτοι 4 έτη και 26 ημέρες (1534 ημέρες δια 360) που συμπληρώνεται την ως άνω ημερομηνία (22 Απριλίου 2019).

Συνακόλουθα όλων των προεκτεθέντων σχετικά με την παραγραφή, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 511 του Κ.Π.Δ. που προαναφέρθηκε ήτοι αφού η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και ο αναιρεσείων B. T. A. εμφανίσθηκε στην παρούσα δίκη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τον ως άνω αναιρεσείοντα και την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία κρίθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη και να παύσει οριστικά η εις βάρος του ποινική δίωξη για το εν λόγω πλημμέλημα (ψευδορκία μάρτυρα) τελεσθέν στις 24/12/2008 λόγω εξάλειψης του αξιόποινου αυτού κατόπιν της συμπλήρωσης του προβλεπόμενου για την παραγραφή του χρονικού διαστήματος των οκτώ ετών στις 22/4/2019 ήτοι πριν τη συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της μήνυσης - έγκλησης, κατόπιν της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του ως άνω αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή (η οποία ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση), προκύπτει ότι αυτή εγχειρίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στις 13/9/2010 την δε αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης ομοίως κατά τα ως άνω (κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή) για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι τέλεσε στις 24-12-2008, 5-3-2010 και 26-4-2010. Σύμφωνα δε με όσα έγιναν δεκτά στην προηγηθείσα σχετικά με την προθεσμία της άσκησης της έγκλησης, όταν αυτή απαιτείται, σκέψη, με αυτά που δέχθηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με την ανωτέρω πράξη (συκοφαντική δυσφήμιση) δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της απαιτούμενης έγκλησης με συνέπεια να μην προκύπτει η ορθή εκ μέρους του εφαρμογή του νόμου ως εντεύθεν να πρόκειται περί εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Ειδικότερα, αφού η εμπρόθεσμη άσκηση της έγκλησης δεν προκύπτει από τη δικογραφία αντίθετα προκύπτει ότι η απαιτούμενη έγκληση υποβλήθηκε εκπρόθεσμα επιβάλλεται να προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από καθένα από τους παθόντες για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη αυτής (έγκλησης). Όμως ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της (προσβαλλόμενης) υφίσταται οποιοδήποτε αναφορά - αιτιολογία σχετικά με τα ως άνω γεγονότα που απαιτούνται για την θεμελίωση της κρίσης περί της υποβολής της απαιτούμενης έγκλησης εμπρόθεσμα ή όχι. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση ερευνώνται αυτεπάγγελτα, που αφορούν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης που συνίστανται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Επισημαίνεται πως κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου η κήρυξη της ποινικής δίωξης απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της απαιτούμενης κατά νόμο έγκλησης (αρθρ.368 στοιχ.γ σε συνδυασμό με άρθρο 114 παρ.1 Π.Κ.) αποτελεί ευμενέστερη για την προσωπικότητα του κατηγορούμενου έκβαση - περάτωση της ποινικής δίκης απ'αυτήν (περάτωση) λόγω της εξάλειψης του αξιοποίνου της άδικης πράξης για την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη ένεκα συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής της, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού θέσπισης της τελευταίας (μεταξύ άλλων ειρήνευση της κοινωνίας απομάκρυνση από την ερευνώμενη πράξη) που κυρίως αφορά την κοινωνία και όχι τον ίδιο τον κατηγορούμενο καθόσον μάλιστα, στα πλαίσια των ανεκτών για την κοινωνία ορίων και της εξυπηρέτησης της γενικής και ειδικής πρόληψης, η προς αυτόν (κατηγορούμενο) εύνοια διέπει, μεταξύ άλλων κρατών, και στο πεδίο του ελληνικού ποινικού δικαίου (βλ.

Εισηγητικές Εκθέσεις αμφοτέρων των νέων Κωδικών - Π.Υ. Κ.Π.Δ.) Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον αναιρεσείοντα που ερευνάται πρέπει να γίνει δεκτή και καθόσον αφορά την έτερη αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την πράξη αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση κατ'άρθρο 519 του Κ.Π.Δ., στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27/3/2019 με αρ.γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 3832/19 αίτηση του N. S. M. A. J. του S., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αρ.1762/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Αναιρεί την υπ'αρ.1762/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα B. T. A. του J. και της M. κατοίκου ....

Παύει οριστικά την κατά τον ως άνω κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και ειδικότερα του ότι: B1) Συγκεκριμένα, στον … την 24-12-2008 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, την 24.12.2008, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Υποπλοιάρχου Λ.Σ.

Π. Μ. στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης επί της με Α.Β.Μ. 1291/07, BYE 87/09 δικογραφίας, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιον του ως άνω προανακριτικού υπαλλήλου τα εξής γεγονότα: "Εφόσον ανέβηκα στο πλοίο αυτός που με τράβηξε με δύναμη, με έβαλε να κάτσω κάτω και όταν τον κοίταξα, μου χτύπησε το κεφάλι σε ένα σίδερο του πλοίου.

Μετά με πήραν σε ένα μέρος του πλοίου ξεχωριστά από τους υπόλοιπους (...) Με έβαλαν να γονατίσω έχοντας μπροστά μου δύο από το πλήρωμα και πίσω μου έναν. Αυτός που ήταν πίσω μου κρατούσε μια ξύλινη ράβδο σαν αυτή που κρατάνε κάποιοι αστυνομικοί και με χτυπούσε σιγά σιγά στο κεφάλι. Κάθε φορά που γύρναγα να το κοιτάξω με χτυπούσε πιο δυνατά.

Ένας τέταρτος μου είπε ότι αυτοί οι δύο είναι επικίνδυνοι και μπορούν να σε σκοτώσουν. Τα δύο άτομα που ήταν μπροστά με πήραν και με πήγαν σε άλλο μέρος του πλοίου. Έμεινε ένας μαζί μου και ο άλλος πήγε να φέρει έναν κουβά με νερό. Σε πρώτη φάση μου έβαλαν το κεφάλι στο νερό για αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να μην μπορώ να αναπνεύσω και όταν μου έβγαλαν το κεφάλι με ρώτησαν αν θυμάμαι ή όχι.

Το ίδιο επαναλήφθηκε για άλλες δύο φορές, Μετά την τρίτη φορά έβγαλε ένας από τους δύο μια διαφανή πλαστική σακούλα και την έβαλαν στο κεφάλι μου μέχρι πνιγμού. Και αυτό το έκαναν τρεις φορές, Μετά από αυτό με απείλησε ξανά με το πιστόλι του το οποίο και έβγαλε, το όπλισε και το ακούμπησε στον κρόταφο μου.

Μου έλεγαν μίλησε αλλιώς θα σε σκοτώσουμε, Μετά έβαλε το πιστόλι ανάποδα στο πάνω μέρος του κεφαλιού μου και πυροβόλησε. Τα ίδια έκαναν και σε άλλα δύο άτομα. Ύστερα μας οδήγησαν μαζί με τους υπόλοιπους και αφού μου βούτηξαν ακόμη μια φορά το κεφάλι στο νερό, είπαν στους υπόλοιπους να ξεχάσουν ό,τι είδαν και άκουσαν, διαφορετικά θα τους βρουν και θα τους κάνουν κακό και για ό,τι και να γίνει θα την πληρώσω εγώ".

Τα ως άνω κατατεθέντα ενόρκως γεγονότα ήταν ψευδή, καθόσον αληθές τυγχάνει εν προκειμένω ότι οι νυν εγκαλούντες ουδέποτε προέβησαν στην τέλεση των ανωτέρω άδικων πράξεων, παραδοχή η οποία επιβεβαιώνεται νοηματικά εκ του περιεχομένου της με αριθμό 167/6-11- 2014 αμετάκλητης απαλλακτικής απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ο δε κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών των γεγονότων.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά, (για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή), καθόσον αφορά τον ως άνω κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα ως προς τον οποίο η προσβαλλόμενη αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ