Supreme Court dismisses civil suit against Greece for lack of jurisdiction, ruling administrative contract disputes belong to administrative courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's civil lawsuit against the Greek State, ruling that the dispute over a guarantee letter fell under administrative jurisdiction. The bank argued for civil court authority, but the court determined the underlying obligation stemmed from an administrative contract. Consequently, the court annulled the lower court's decision and rejected the plaintiff's claim as inadmissible due to lack of jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(4) KPolD; Art. 94(1) Constitution: Administrative court jurisdiction covers disputes arising from administrative contracts, meaning civil courts must dismiss such claims as inadmissible for lack of jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1612 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1612/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Διονύσιο Κολοβό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 6779/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεσή της ζητεί το αναιρεσείον με την από 10 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2009 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης όπως ο τρίτος διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση και ν' απορριφθούν οι λοιποί.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εισάγεται προς συζήτηση μετά την κατά το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του Ν. 2721/1999, εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 334/2008 θετικής γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ.2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ).
Εξάλλου κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας, η εκδίκαση των οποίων ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, είναι και οι διαφορές που αναφύονται από διοικητικές συμβάσεις. Σε εκτέλεση της παραπάνω, συνταγματικής διάταξης, με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (φ. 182 Α) έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και οι ·διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις διοικητικές συμβάσεις (περίπτ.
ι). Τέτοιες είναι οι διαφορές που αιτία έχουν διοικητική σύμβαση και ανάγονται ειδικότερα στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής, καθώς και σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση. Η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ., ΑΚ, ·εφ;
όσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, ο οποίος (τρίτος) παραμένει νομικά ξένος. Λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων δεν αποκλείεται, να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση, ή με άλλη ειδοποίηση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλλει την ένσταση διζήσεως.
Περαιτέρω η χορήγηση από Τράπεζα εγγυητικής επιστολής σε πρόσωπο στο οποίο με διοικητική σύμβαση ανατίθεται η προμήθεια κρατικού υλικού για την εξασφάλιση της χορηγούμενης σ' αυτόν προκαταβολής ποσοστού μέχρι 50% αποσκοπεί στην εξασφάλιση του Δημοσίου ότι ο προμηθευτής θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την έννομη σχέση που προκύπτει από τη διοικητική σύμβαση .
Πρόκειται επομένως για παρεπόμενη σχέση η οποία, ως εκ της υποκείμενης σχέσης που εξυπηρετεί, είναι και αυτή έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Ενόψει δε του χαρακτήρα της σχέσεως αυτής ως παρεπόμενης σχέσης δημοσίου δικαίου, δεν ασκεί επιρροή από απόψεως δικαιοδοσίας, το γεγονός ότι η εγγυητική επιστολή συνιστά σύμβαση που προσομοιάζει προς τη σύμβαση εγγυήσεως που ρυθμίζουν οι διατάξεις των άρθρων. 874 επ.
του ΑΚ. Οποιαδήποτε λοιπόν διαφορά γεννάται από τη σχέση αυτή και ιδίως από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όπου υπάγονται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 περ. ι' του ν.1406/1983 και οι διαφορές που προκύπτων από την διοικητική-σύμβαση που εξυπηρετείται με την εγγυητική επιστολή, (πρβλ.
ΑΕΔ 14/2003). Από τα διαδικαστικά δικόγραφα της υπόθεσης τα οποία παραδεκτώς εξετάζονται από τον Άρειο Πάγο (αρθ.561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) για τη διερεύνηση του λόγου της αναιρέσεως περί ελλείψεως δικαιοδοσίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα με την αγωγή της ισχυρίστηκε ότι ύστερα από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό κατακυρώθηκε στο όνομα της εταιρίας με την επωνυμία "Αιγαίον Κλωστοϋφαντουργία Α.Ε." με βάση την Π2/5105/27-6-1989 απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου η προμήθεια των εις αυτή ειδών ένδυσης για τις ανάγκες του Γ.Ε.Σ.
Ότι στις 3-8-1989 κατόπιν αιτήσεως της εταιρίας με την επωνυμία "Θεμ. Σημαιοφορίδης και Αφοί ΑΒΕΕ" εξέδωσε δια του καταστήματός της στην Σκύδρα την με αριθ. ...εγγυητική επιστολή ποσού 130.216.795 δρχ. υπέρ της ως άνω εταιρίας "Αιγαίον Κλωστοϋφαντουργία Α.Ε." για την εκτέλεση της με αριθ.... συμβάσεως προμηθείας που συνήφθη μεταξύ της τελευταίας και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου αλλά, και της από ...
συμβάσεως εκχωρήσεως απαιτήσεως που συνήφθη μεταξύ των ανωτέρω εταιριών και ειδικότερα για την εξασφάλιση της είσπραξης προκαταβολής 50% της αξίας των προμηθευθησομένων ως άνω ειδών ένδυσης. Ότι επήλθε η κατάπτωση, της εγγυητικής επιστολής και κατέβαλε το ανωτέρω ποσό της εγγυητικής επιστολής στο εναγόμενο Δημόσιο.
Ζήτησε δε με την αγωγή της αυτή ν' αναγνωρισθεί: α) ότι δεν έχει υποχρέωση να καταβάλλει προς το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο τους αξιούμενους από αυτό τόκους επί του ανωτέρω ποσού των 130.216.795 δρχ. της καταπεσούσης εγγυητικής επιστολής, β) ότι επήλθε πλήρης εξόφληση της υποχρέωσης που πηγάζει από την ως άνω εγγυητική επιστολή με την καταβολή από αυτή στη Δ.Ο.Υ Έδεσσας στις ...
του προαναφερθέντος ποσού και γ) ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να της επιστρέψει το σώμα της εγγυητικής επιστολής. Σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη εφόσον η ένδικη διαφορά πηγάζει από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής που δόθηκε για την εξυπηρέτηση της δημοσίου δικαίου έννομης σχέσεως που προκύπτει από την ως άνω διοικητική σύμβαση είναι και αυτή ως παρεπόμενη, διοικητική διαφορά ουσίας και υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Συνεπώς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή δεν είχε δικαιοδοσία γι' αυτό και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να ασχοληθούν πια με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας". Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο 'Αρειος Πάγος μετά ταύτα αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που έχει το ίδιο σφάλμα, και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλά απορρίπτει αυτός την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας. Ενόψει των εκτιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να γίνε δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η ανωτέρω αναφερόμενη αγωγή. Περαιτέρω η αναιρεσίβλητη ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης ενώπιον του πρωτοβάθμιου καθώς και του παρόντος Δικαστηρίου του αναιρεσείοντος εναγομένου μειωμένα κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6779/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 4-9-1998 αγωγή της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Και
Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ