Legislator Case Law & Legislation
1612/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation damages, upholding lower court's 30,000 euro award based on evidence assessment.

Case Number 1612/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment awarding 30,000 euros in damages for defamation. The appellant argued the lower court erred in assessing evidence and misapplied the law regarding the nature of the offense. The court rejected these claims, affirming that the First Instance Court properly evaluated all submitted evidence and applied the correct legal standards to determine the appropriate compensation amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals for errors of law or procedural violations, not for re-evaluating the factual assessment of evidence made by the lower court unless the decision is clearly arbitrary or contradictory.

Keywords

AI generated
defamation damages appeal admissibility evidence assessment civil procedure code judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339 and 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 25 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
Case 22/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1612 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1612/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αγγελάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Στεφάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 276/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 17-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 22/2005, Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 747).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ελήφθησαν υπόψιν "η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, η χωρίς όρκο εξέταση του εναγομένου στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου....όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας και οι καταθέσεις σ' αυτή των διαδίκων και τρίτων, που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια" δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν και συνεξετίμησε και τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει ο εναγόμενος, και ήδη αναιρεσείων, και τα οποία φέρονται ως αγνοηθέντα με τους δεύτερο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους, ήτοι : 1) την αίτηση του αναιρεσείοντος για αναψηλάφηση της 88/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, 2) την υπ' αριθμ. 88/2002 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, 3) τις υπ' αριθμ. 2130/1995 και 45/1998 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας και του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, αντιστοίχως, 4) το υπ' αριθμ. .....

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κερκύρας Μανωλίδου - Κοντού, 5) αντίγραφο εκ του Βιβλίου Νοσηλείας του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κερκύρας, που αφορούσε τον Α, 6) την από 8-10-1996 συμπληρωματική ιατροδικαστική έκθεση για τον Α. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέοι οι λόγοι αυτοί (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) ως αβάσιμοι.

Κατά την γνώμη του Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου, Αντιπροέδρου του Α.Π. Γεωργίου Καλαμίδα, από τις παραδοχές του Εφετείου ότι "η τοποθέτηση των χάρτινων αυτοκόλλητων STERILE STRIPS σε τραύμα αποτελεί είδος συρραφής του τραύματος, το οποίο αντικαθιστά σε ορισμένες περιπτώσεις τα ράμματα, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση με τον παθόντα, όπου τα τραύματα δεν ήταν βαθιά" προκύπτουν αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, αφορώντα τον Α, ήτοι 1) το αντίγραφο εκ του βιβλίου νοσηλείας του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κερκύρας και 2) την από 8-10-1996 συμπληρωματική ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού από αυτά (έγγραφα) κατά τον αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι ο παθών Α (σύζυγος της αναιρεσίβλητης) από την μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος συμπλοκή είχε υποστεί μόνο εκδορές και επομένως (προκύπτει) η αλήθεια των διαλαμβανομένων στην από 11-8-1997 μήνυση του αναιρεσείοντος, αποκλειομένης εντεύθεν της συκοφαντικής δυσφημήσεως (που δέχθηκε και ως προς τη μήνυση αυτή το Εφετείο), το οποίο επιδίκασε για την τελεσθείσα με την άνω μήνυση (και τις λοιπές δύο) αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης το ποσό των 30.000 ευρώ.

Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα άνω επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), είναι βάσιμος και έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Περαιτέρω, το άρθρο 367 του ΠΚ, που ανήκει στο κεφ. ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει στην παράγραφο 1 ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..... " και στην 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 Π. Κ.) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. (ΑΠ 825/2002, ΑΠ 167/2000 και ΑΠ 1231/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος, στις 19-11-2002 υπέβαλε εις βάρος της ενάγουσας και του συζύγου της μήνυση, ισχυριζόμενος ότι αυτοί από κοινού ενεργούντες εισήλθαν λάθρα εντός της αυλής της οικίας του στον ..... και του αφαίρεσαν, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα κινητά πράγματα (αντηλιακή ομπρέλα, τραπέζι, καρέκλες, γλάστρες, κλπ.).

Βάσει της μηνύσεως αυτής ασκήθηκε κατά των ανωτέρω ποινική δίωξη για κλοπή και αυτοδικία από κοινού. Η υπόθεση αυτή εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, το οποίο με την 2791/30.10.2003 απόφαση του, η οποία ήδη κατέστη τελεσίδικη, κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους για το λόγο ότι δεν τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδόθηκαν.

Στις 11.8.1997 ο εναγόμενος υπέβαλε μήνυση κατά της ενάγουσας και του συζύγου της για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση ψευδούς βεβαιώσεως, ισχυριζόμενος ότι οι τελευταίοι εν γνώσει τους ψευδώς βεβαίωσαν προφορικά τους ιατρούς του Νοσοκομείου Κέρκυρας ότι ο τραυματισμός του τελευταίου (συζύγου της ενάγουσας), ο οποίος προήλθε από επίθεση του εναγομένου κατ' αυτού στις 29.9.1996 με κλαδευτική ψαλίδα, έγινε με συρραφή των τραυμάτων του και όχι με επικόλληση χάρτινων αυτοκόλλητων STERILE STRIPS, προκειμένου να βεβαιώσουν στην ιατρική βεβαίωση και ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξαν ότι ο τραυματισμός του συζύγου της ενάγουσας, δεν ήταν απλές εκδορές αλλά θλαστικά τραύματα και να έχει έννομες συνέπειες στον μηνυτή κατά την δίκη του, ενώπιον του αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, αφού προέρχονται από δημόσια έγγραφα.

Βάσει της μηνύσεως αυτής ασκήθηκε κατά των ανωτέρω ποινική δίωξη για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση ψευδούς βεβαιώσεως. Η υπόθεση αυτή εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, το οποίο με την 2553/2002 απόφαση του, η οποία ήδη κατέστη τελεσίδικη με την 393/2003 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους για το λόγο ότι δεν τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδόθηκαν.

Τέλος, ο εναγόμενος το έτος 1999 υπέβαλε μήνυση εις βάρος της ενάγουσας για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και του συζύγου της για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Βάσει της μηνύσεως αυτής ασκήθηκε κατά .ποινική δίωξη για τις ανωτέρω πράξεις. Η υπόθεση αυτή εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, το οποίο με την 955/2002 απόφαση του, η οποία ήδη κατέστη τελεσίδικη, με την 14/2003 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου στις ανωτέρω μηνύσεις του ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδείς και ο εναγόμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Ειδικότερα ο εναγόμενος γνώριζε κατά την υποβολή της από 19.11.2002 μηνύσεως του για κλοπή και αυτοδικία από κοινού ότι ο χώρος (αυλή) επί του οποίου είχε τοποθετήσει τα κινητά πράγματα, ιδιοκτησίας του, ανήκε κατά κυριότητα στον σύζυγο της ενάγουσας δυνάμει της υπ' αριθμ. 88/29.3.2002 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας και ότι η ενάγουσα δεν είχε καμία συμμετοχή στις ανωτέρω πράξεις, όπως, προκύπτει και από την κατάθεση του εναγομένου ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας (βλ.

πρακτικά συνεδριάσεως αυτού), κατά την οποία δεν απέδωσε τίποτα μεμπτό εις βάρος της ενάγουσας. Επίσης, ο εναγόμενος γνώριζε κατά την υποβολή της από 11.8.1997 μηνύσεως του εις βάρος της ενάγουσας και του συζύγου της για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση ψευδούς βεβαιώσεως ότι είχαν ήδη προηγηθεί οι από α) 10/10/1996 ένορκη κατάθεση του ιατρού ....., β) από 14/10/1996 ένορκη κατάθεση του ιατρού .....

και γ) από 29/10/1996 ένορκη κατάθεση του ιατρού ....., από τις οποίες σαφώς προέκυψε ότι η τοποθέτηση των χάρτινων αυτοκόλλητων "STERILE STRIPS" σε τραύμα αποτελεί είδος συρραφής του τραύματος, το οποίο αντικαθιστά σε ορισμένες περιπτώσεις τα ράμματα όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση με τον παθόντα, όπου τα τραύματα του δεν ήταν βαθιά, καθώς και ότι οι συνταχθείσες από τους ανωτέρω ιατρούς ιατρική βεβαίωση και ιατροδικαστική έκθεση, αντίστοιχα, περιέγραψαν κατά τον ίδιο τρόπο τα τραύματα του συζύγου της ενάγουσας.

Τέλος, ο εναγόμενος γνώριζε κατά την υποβολή της από έτους 1999 μηνύσεως του για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση ότι η ενάγουσα όσα κατέθεσε τόσον στις 22.9.1995 ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, όσον και στην από 2.6.1998 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιά τα γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως ως σύζυγος του Α και είχε την πεποίθηση ότι αυτά που καταθέτει ήταν η αλήθεια.

Οι μηνύσεις αυτές υποβλήθηκαν από τον εναγόμενο παράλληλα και μετά την αστική διαφορά την οποία είχε με τον αδελφό του και σύζυγο της ενάγουσας και η οποία λύθηκε υπέρ του τελευταίου. Ειδικότερα, ο εναγόμενος είχε ασκήσει την από 5.6.1993 αγωγή με την οποία ζητούσε α) να ακυρωθεί το υπ' αριθμ. ..... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Αθανάσιου Βαχλιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο Α, ετεροθαλής αδελφός του, απέκτησε την κυριότητα επί ενός ακινήτου στη θέση "....." της .....και β) να αναγνωριστεί η κυριότητα του επί του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου.

Επί της αγωγής αυτής, αφού εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 8/95 και 167/97 προδικαστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33/2001 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ουσίαν αβάσιμη. Στη συνέχεια ο εναγόμενος άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 88/2002 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, και ήδη κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1255/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Την αστική αυτή διαφορά του με τον αδελφό του και σύζυγο της ενάγουσας ο εναγόμενος μετέτρεψε σε σφοδρή ποινική αντιδικία με υποβολή μηνύσεων στο διάστημα των ένδεκα ετών που διάρκεσε αυτή, τόσο εις βάρος του αδελφού του όσο και εις βάρος της ενάγουσας συζύγου του, σύροντάς τους στα Ποινικά Δικαστήρια, οι οποίες, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της τελευταίας κατέληξαν στην απαλλαγή της, με τις ανωτέρω αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.

Τις μηνύσεις δε αυτές υπέβαλε ενεργώντας κατ' αντίθεση προς το γενικό καθήκον να μην βλάπτει κανείς τον άλλο (914 ΑΚ), προκειμένου να ταλαιπωρήσει ψυχικά, να διασύρει ηθικά και να οδηγήσει σε οικονομική αφαίμαξη την ενάγουσα και τον σύζυγο της, διότι αρνήθηκε να αποδεχθεί και να συμμορφωθεί προς τις εκδοθείσες ως άνω αποφάσεις των πρωτοβαθμίων αστικών δικαστηρίων και της τελεσίδικης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εν τέλει δικαίωσε τον τότε ενάγοντα αδελφό του (σύζυγο της ενάγουσας) και ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη.

Με τις μηνύσεις αυτές ο εναγόμενος είχε σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη και γενικά την προσωπικότητα της ενάγουσας, αφού με αυτές ήθελε να παρουσιάσει την ενάγουσα ως κλέφτρα, απατεώνα και ψεύδορκο, το δε περιεχόμενο τους (μηνύσεων) περιήλθε σε γνώση άγνωστου αριθμού προσώπων και οπωσδήποτε των εισαγγελέων, ιατρών, αστυνομικών, ανακριτικών υπαλλήλων, δικαστικών υπαλλήλων και δικαστών.

Μάλιστα ο εναγόμενος υπέβαλε την ανωτέρω από 19-11-2002 μήνυση, ενώ γνώριζε ότι είχε ήδη εκδοθεί η ανωτέρω υπ' αριθμ. 88/29-3-2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία είχε δικαιώσει τον ενάγοντα αδελφό του, αλλά παρά ταύτα απαίτησε και πέτυχε να αποσταλεί περιπολικό της αστυνομίας και να παραστεί και Εισαγγελέως, για να συλληφθεί η ενάγουσα ως "κλέφτρα" προκειμένου να διασυρθεί η τελευταία ενώπιον των ανωτέρω και των γειτόνων της.

Τα παραπάνω λοιπόν αναφερόμενα στις ανωτέρω μηνύσεις αποτελούν δυσφημιστικά γεγονότα τα οποία μπορούσαν να βλάψουν (και έβλαψαν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση) την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας όπως γνώριζε επίσης ο εναγόμενος και παρόλα αυτά τα περιέλαβε στις επίμαχες μηνύσεις του και συνεπώς στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 363 ΠΚ.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενέργεια του με την σύνταξη των επίμαχων μηνύσεων δεν στόχευε να πλήξει την ενάγουσα, αλλά έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος του και ήταν θεμιτή κατ' άρθρο 367 παρ. 1 εδ. γ' ΠΚ, δεν έχει εφαρμογή επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και πρέπει να απορριφθεί.

Η ενάγουσα από την εις βάρος της αδικοπραξία που τέλεσε ο εναγόμενος (συκοφαντική δυσφήμηση), με την οποία προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψή της και η προσωπικότητά της γενικά, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τελέσεως, το είδος της προσβολής, η βαρύτητα και δημοσιότητα αυτής (προσβολής), η βαρύτητα του πταίσματος του εναγομένου, η προσωπικότητα, το επάγγελμα και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, η οποία είναι οικοκυρά, και του εναγομένου που είναι εν αποστρατεία συνταγματάρχης του Πεζικού και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων".

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο για την βασιμότητα των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ενδίκου αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που ετέλεσε ο αναιρεσείων εις βάρος της αναιρεσιβλήτου, όσο και για την αβασιμότητα του ισχυρισμού του πρώτου περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρος του αδικήματός του, ο δε έβδομος λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ) με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω: (α) Οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 9, 10, 12 Κ.Πολ.Δ, αντιστοίχως, για την θεμελίωσή τους, στην πραγματικότητα αναφέρονται σε σφάλματα της αποφάσεως που αφορούν την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει γι' αυτό να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και (β) Ο εμπεριεχόμενος στον δεύτερο και στον τρίτο αναιρετικό λόγο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως, εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου, του ενδίκου δικαιώματός της, ο οποίος αναφέρεται ότι είχε προβληθεί νομίμως στο ουσιαστικό δικαστήριο και δεν ελήφθη υπόψιν υπ' αυτού (υποπεσόντος στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια) είναι απορριπτέος προεχόντως λόγω της αοριστίας του, αφού δεν είναι σαφές σε ποια συγκεκριμένα περιστατικά αυτός επιστηρίζεται (πέραν εκείνων που συνιστούν ανεπτυγμένη άρνηση της αγωγής).

Τέλος, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από το προαναφερθέν περιεχόμενό της προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τις συνθήκες τέλεσης με τις άνω τρεις ψευδείς σε βάρος της ενάγουσας μηνύσεις του εναγομένου - εκκαλούντος εν γνώσει της αναλήθειάς τους, που έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, της σε βάρος της ενάγουσας από τον εναγόμενο ως άνω αδικοπραξίας (συκοφαντικής δυσφήμησης) το είδος της προσβολής, τη βαρύτητα και δημοσιότητα αυτής, τη βαρύτητα του πταίσματος του εναγομένου, την προσωπικότητα, το επάγγελμα και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, η οποία είναι νοικοκυρά και του εναγομένου, που είναι εν αποστρατεία συνταγματάρχης του πεζικού και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής επιδίκασε ως εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της εκ αδικοπραξίας ηθικής βλάβης της ενάγουσας το ποσό των 30.000 ευρώ, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 του Συντάγματος και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ όπως εκτιμάται, όγδοος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 276/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2008.