Legislator Case Law & Legislation
1612/2007 AI generated

1612/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1612/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6793/2004 μη οριστική και 7380/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Ιουνίου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1612/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης": 1. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδίαν αξίωση κατά του ασφαλιστή. 2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim suspension of insurance cover direct claim against the insurer action for wrongful attachment damages compensation for detention actions establishing liability
AI generated
937/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Του καλούντος- αναιρεσείοντος: Κ. Κ. Α., κατοίκου ...ας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντόλα, ο οποίος δήλωσε ότι ο αναιρεσείων παραιτείται του δικογράφου της αναίρεσης ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο.
1571/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
2223/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Τσούτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
1688/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
938/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7997/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2067/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1612 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1612/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κορίνα Φασουλή - Γραφανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6793/2004 μη οριστική και 7380/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Ιουνίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης": 1. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδίαν αξίωση κατά του ασφαλιστή. 2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Ειδικότερα πρέπει να αναφέρονται τα θεμελιωτικά της ενστάσεως αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων ουσιώδη θέση κατέχει και αυτό του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής, προκειμένου να κριθεί αν απ' αυτής και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, αφ' ής και διακόπτεται αυτή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, συμπληρώθηκε ο χρόνος της, διότι διαφορετικά, χωρίς δηλαδή μνεία του περιστατικού αυτού που θεμελιώνει την ένσταση, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί παραγραφής της επιδιωκόμενης με τη αγωγή χρηματικής αξιώσεως είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και εντεύθεν απορριπτέος ως αόριστος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνεται επί του σχετικού πρώτου λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ότι "κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού" απέρριψε η εκαλλούμενη απόφαση την ένστασή της περί διετούς παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος εκ του λόγου ότι αυτή προβλήθηκε κατά τρόπο αόριστο, δέχτηκε τα εξής:

Η υπό της εναγομένης-εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας προβληθείσα ένσταση παραγραφής την οποία επαναφέρει με την υπό κρίση έφεσή της σύμφωνα με την οποία "η αξίωση του ενάγοντος υπέπεσε σε παραγραφή λόγω της παρέλευσης δύο ετών από τη δημοσίευση της 8931/1958 απόφασης του Εφετείου Αθηνών" η οποία είχε κρίνει τελεσιδίκως επί προγενεστέρας αγωγής του ενάγοντος που αφορούσε αξιώσεις του από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα) "περιλαμβάνει οπωσδήποτε, όπως εκτιμάται το περιεχόμενό της από το Δικαστήριο, και ισχυρισμό περί περιόδου διετίας από το ατύχημα που έλαβε χώρα την 4.5.1995".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των οποίων, κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως της τότε εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την κατά της κύριας βάσεως της αγωγής από το αρθ. 10 παρ.1 του Ν.489/1976 ένσταση αυτή ως αόριστη, εκ του λόγου ότι αυτή (ένσταση) έτσι όπως διατυπωνόταν (χωρίς δηλαδή να διαλαμβάνει ότι η αξίωση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) υπέκυψε εις την ως άνω παραγραφή λόγω παρόδου διετίας από του ατυχήματος αλλά "λόγω παρέλευσης δύο ετών από τη δημοσίευση της 8931/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών") δεν περιείχε τα αναγκαία προς θεμελίωσή της στοιχεία, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτώς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε έτσι την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ όπως εκτιμάται, κατά το βάσιμο σχετικό τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 Ν. 489/1976 η οποία ορίζει ότι "το ζημιωθέν πρόσωπο έχει εκ της ασφαλιστική συμβάσεως και μέχρι του ποσού αυτής ιδίαν αξίωση κατά του ασφαλιστού, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2, εδ. α΄, 5 παρ. 2-3, 6 παρ.1 και 11 παρ.1 του ίδιου νόμου, συνάγεται ότι σε περίπτωση που επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και προξενηθεί ζημία σε τρίτο πρόσωπο από αυτοκίνητο για το οποίο υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη, ο τρίτος παθών, χωρίς καμμιά άλλη προϋπόθεση έχει ιδίαν αξίωση (ευθεία αγωγή) κατά της ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία ο κύριος ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου έχει ασφαλισθεί, προς πληρωμή του ασφαλίσματος, αφού με την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως δημιουργείται από το νόμο σωρευτική αναδοχή χρέους μελλοντικού και ενδεχόμενου, της εταιρείας προς τον παθόντα τρίτο και μέχρι του ύψους του ασφαλιστικού ποσού.

Για την περίπτωση αυτή, δηλαδή της από το νόμο σωρευτικής αναδοχής του χρέους, ισχύει η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν.489/1986 που ορίζει ότι η αξίωση αυτή του ζημιωθέντος προσώπου παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από της ημέρας του ατυχήματος. Με τη διάταξη όμως του άρθρου 43 παρ.6 του ν.2094/1992 (ΚΟΚ) που είναι εν προκειμένω εφαρμοστέος ως εκ του χρόνου του ατυχήματος, ορίστηκε ότι "δεν έχουν εφαρμογή επί αυτοκινήτων οχημάτων κατά την έννοια του παρόντος Κώδικος, οι περί κρατήσεως υπό της Αστυνομικής Αρχής διατάξεις του άρθρου 11 του ν.

ΓπΝ/1911 αν ο οδηγός συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της παρ.2 του παρόντος άρθρου και κατέθεσε αποδεικτικό ασφαλίσεως (βεβαίωση αναγνωρισμένη στην Ελλάδα Ασφαλιστικής εταιρείας) του οχήματος ή αποδείξει ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης, τα οποία αποτελούν δήλωση αναδοχής χρέους για τα ισχύοντα στην Ελλάδα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης..".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι κατά ρητή νομοθετική επιταγή ειδικώς η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία ή η από τον οδηγό απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης, και τα δύο αυτά στοιχεία, αποτελούν, κατά πλάσμα του νόμου, πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας που εξέδωκε τη βεβαίωση ή το δελτίο αυτό, σύμφωνα προς την οποία, απευθυνομένην αορίστως προς τους δικαιούχους αποζημιώσεως τρίτους σε περίπτωση πραγματώσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και δεν είναι κατώτερη από τα ισχύοντα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπονται κάθε φορά από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων και έτσι, με την αποδοχή αυτή της προτάσεως, η οποία μπορεί να γίνει και με την έγερση της σχετικής από τον ενδιαφερόμενο αγωγής κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι του προσώπου που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του παραπάνω ποσού.

Στην περίπτωση αυτή της συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται κατά τις λοιπές γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ και επομένως αυτός, δηλαδή εδώ ο ασφαλιστής, υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης-ζημιώσας με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και άρα εφ' όσον η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή κατά τους όρους του άρθρου 937 ΑΚ, ο συμβατικός αναδοχέας-ασφαλιστής, αυτήν την παραγραφή απαιτήσεως μπορεί να προτείνει (ΑΠ 934/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω, όσον αφορά τη βάση της υπό κρίση αγωγής τη στρεφόμενη κατά της εναγομένης-εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας και στηριζομένη στη σωρευτική αναδοχή χρήση του συνεναγομένου της ασφαλισμένου, κυρίου του ζημιογόνου οχήματος, ως προστήσαντος τον υπαίτιο οδηγό, η οποία είναι νόμιμη (άρθρ. 477 ΑΚ), από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο υπαίτιος οδηγός ενεργούσε όχι ως προστηθής του ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας ......

αλλά ότι ο ως άνω ιδιοκτήτης είχε εκμισθώσει τη ζημιογόνο μοτοσυκλέτα στον ........, ο οποίος οδηγούσε αυτήν κατά το χρόνο του ατυχήματος και ο οποίος ουδόλως την οδηγούσε υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο του ιδιοκτήτη αυτής, ώστε να συντρέχει σχέση προστήσεως μεταξύ ιδιοκτήτη και οδηγού.

Συνεπώς η υπό κρίση αγωγή κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και στηριζομένη στη σωρευτική αναδοχή χρέους πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω ελλείψεως σχέσεως προστήσεως του ασφαλισμένου της και του υπαιτίου οδηγού". Έτσι κρίνοντας όμως το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 361 ΑΚ 43 παρ.6 ν.4024/1992 σε συνδ.

με 477 ΑΚ) σύμφωνα με τη οποίες η κατά τα άνω κατάθεση από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου βεβαιώσεως ασφαλίσεως αυτού από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας που εξέδωκε τη βεβαίωση η οποία απευθύνεται αορίστως προς τους δικαιούχους αποζημιώσεως τρίτους σε περίπτωση πραγματώσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και σύμφωνα με την οποία ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφ' όσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό κλπ και έτσι με τη αποδοχή της προτάσεως, η οποία μπορεί να γίνει και με την έγερση της αγωγής από τον ενδιαφερόμενο κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχομένου απέναντι του προσώπου που ζημιώθηκε, χωρίς να είναι προϋπόθεση της ευθύνης αυτής του ασφαλιστού έναντι του τρίτου η ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ του ασφαλισμένου και του υπαιτίου οδηγού, αφού η πρόταση που διατυπώνεται με την κατάθεση της βεβαιώσεως ασφαλίσεως απευθύνεται αορίστως προς τους δικαιούχους της αποζημιώσεως τρίτους σε περίπτωση πραγματώσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι με το να απορρίψει την επικουρική, επί της σωρευτικής αναδοχής, ερειδόμενη βάση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας για το λόγο ότι δεν υπήρχε σχέση προστήσεως μεταξύ του υπαίτιου οδηγού και του ασφαλισμένου της, ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας ενώ αυτή (αναιρεσίβλητη) είχε καταθέσει μετά το ατύχημα αποδεικτικό ασφαλίσεως του ζημιογόνου οχήματος, υπέπεσε στην πλημμέλεια του υπό του άρθρου 599 αριθ.1 του ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7380/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ