Supreme Court allows appeal on serious grounds regarding labor contract termination due to mutual fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final labor court decision terminating an employment contract. The appellant argued the termination was unjustified due to mutual fault, while the respondents contended the employee failed to provide required services and filed excessive complaints. The court found the appellant's fourth ground of appeal, alleging a serious violation of the law regarding the assessment of mutual fault, was substantively valid and therefore accepted the appeal to remand the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559(4) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on serious grounds regarding the assessment of mutual fault in a labor contract termination is admissible if the lower court failed to specify the specific services or complaints that constituted the fault, necessitating remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1612 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1612/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου τραπεζιτικής εταιρίας που φέρει την επωνυμία "......" και τον διακριτικό τίτλο ....., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου.
Των αναιρεσίβλητων: 1...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Γράππα και Αλέξανδρο Στρίμπερη, 2.Συνδικαλιστικής οργανώσεως υπό την επωνυμία "........", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον οποίο παραστάθηκε ο πρόεδρός της ...... και διορίζει στο ακροατήριό του ως πληρεξούσιό του τον δικηγόρο Νικόλαο Φιλιππόπουλο ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, 3.Συνδικαλιστικής οργανώσεως υπό την επωνυμία "....." και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, 4. Συνδικαλιστικής οργανώσεως υπό την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολουτσόπουλο ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2001 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2442/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7054/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/3/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση αποδοχής της απόφασης πριν από την άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής, η αποδοχή που έχει την έννοια της παραίτησης από το δικαίωμα της άσκησης του ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δηλ.
με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, είτε σιωπηρώς με πράξεις όμως από τις οποίες σαφώς συνάγεται η πρόθεση αποδοχής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του, που κατέθεσε νομότυπα στις 7/3/2006, προτείνει την ένσταση απαραδέκτου της κρινόμενης αναίρεσης, διότι η αναιρεσείουσα έχει αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, όπως εκθέτει, στις 28-1-2004, δηλαδή πριν από την άσκηση της αναίρεσης αυτής με έγγραφη συμφωνία αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση και παραιτήθηκε σιωπηρά από την προσβολή της.
Από την προσκομιζόμενη όμως έγγραφη συμφωνία της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου με ημερομηνία 28-1-2004, στην οποία αναφέρεται ότι η πρώτη θα καταβάλει στο δεύτερο τις αποδοχές του, συμμορφούμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι ο δεύτερος παραιτείται από την έφεσή του κατά της 1317/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφορά σε άλλη διαφορά των διαδίκων και ότι θα ανακαλέσει τις μηνύσεις του κατά στελεχών της αναιρεσείουσας, δεν συνάγεται σαφώς πρόθεση της αναιρεσείουσας για αποδοχή της προσβαλλόμενης ήδη απόφασης και παραίτησης από το ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Επομένως η ένσταση αυτή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη ομολογίας από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται, όταν η ομολογία αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικά γεγονότα επιβλαβή για τον ομολογούντα και όχι σε ισχυρισμούς σχετικούς με την αποδεικτική διαδικασία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ότι αυτή είχε προσκομίσει στη δίκη δέκα επτά εβδομαδιαία φύλλα παρουσίας του αναιρεσιβλήτου, από τα οποία αποδεικνύεται η απουσία του από την υπηρεσία του από 20-6-2000 μέχρι 13-10-2000 (δηλαδή η βασιμότητα της ένστασής της από το άρθρο 32 παρ.3 του έχοντος συμβατική ισχύ Οργανισμού της) και όχι μόνο δύο, που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, ενώ δεν στοιχειοθετούνται και οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 12, 13 και 19 του ίδιου άρθρου, που προβάλλονται με τον ίδιο πιο πάνω λόγο.
Η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ. εναπόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν διέταξε επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου η αναιρεσείουσα να προσκομίσει τα δέκα επτά φύλλα παρουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που είχε επικαλεσθεί, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία.. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.
Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας χωρίς να προϋποτίθεται αναγκαίως και υπαιτιότητά του. Αρκεί ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε, στις 29-8-1966, μεταξύ της συγχωνευθείσης, από 11-4-2000, με την αναιρεσείουσα Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο δεύτερος προσελήφθη από την πρώτη και έκτοτε προσέφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες του, ως υπάλληλός της, στο Λογιστικό κλάδο της.
Μέχρι τις αρχές του έτους 1990, οι σχέσεις του με την εργοδότρια Τράπεζα διεξάγονταν σε επίπεδο αρμονικής συνεργασίας και η υπηρεσιακή του απόδοση εμφανίζεται απόλυτα ικανοποιητική και για το λόγο αυτό του είχαν ανατεθεί καθήκοντα θέσεως προϊσταμένου στο Κεντρικό της Κατάστημα, η διεύθυνση σε υποκαταστήματα κλπ.
Ακολούθως, από 22-2-1990 και ενώ εκτελούσε καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος Χρεωγράφων του κεντρικού καταστήματος του αφαιρέθηκαν τα καθήκοντα αυτά καθώς και το δικαίωμα Α΄ υπογραφής και τέθηκε στη διάθεση της διεύθυνσης διοικητικού και ακολούθως από 11-3-1991 μετατέθηκε στο κατάστημα της Ιπποκράτους, ως απλός υπάλληλος.
Αιτία της δυσμενούς αυτής μεταχείρισης φέρεται από την πλευρά της εργοδότριας να ήταν το ότι εκτελούσε τα καθήκοντά του με τρόπο πλημμελή και αυθαίρετο κατά παράβαση του Κανονισμού και εγκυκλίων οδηγιών της, υποπίπτων σε πλήθος παραλείψεων και αντικανονικών ενεργειών. Οι αποδιδόμενες αυτές παραλείψεις και αντικανονικές ενέργειες του πρώτου αναιρεσιβλήτου αναφέρονται στο από υπ' αριθ. 1/1991 πρακτικό και απόφαση του Δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου της Τράπεζας, με την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της έγγραφης παρατήρησης.
Η υπόθεση αυτή όμως επανεξετάσθηκε από το ίδιο Συμβούλιο το οποίο με την υπ' αριθ. 4/1996 απόφαση εξαφάνισε ουσιαστικά την προεκδοθείσα και με αιτιολογία ενέχουσα εν πολλοίς και αμφιβολίες για το εάν ο τελευταίος υπέπεσε στις παραβάσεις που του αποδίδονται, απάλλαξε ακολούθως ομοφώνως τον αναιρεσίβλητο από τις αποδιδόμενες κατηγορίες.
Στο μεταξύ όμως η άνω Τράπεζα, καίτοι δεν φαίνεται να ευσταθούσαν στην πραγματικότητα οι εναντίον του αναιρεσιβλήτου αιτιάσεις, αφού το αρμόδιο όργανό της τον απαλλάσσει από κάθε κατηγορία, συνέχισε να μη εκδηλώνει εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του και να μην τον αξιοποιεί υπηρεσιακά, ούτε να τον προαγάγει και από 17-5-1993 ο πρώτος αναιρεσίβλητος μετατέθηκε στη διεύθυνση του γενικού λογιστηρίου, όπου παρέμεινε μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 1996, κατά δε το διάστημα αυτό, προδήλως λόγω της καθηλώσεώς του στο βαθμό του Τμηματάρχη Β΄, της μη αναθέσεως αναλόγων της προϋπηρεσίας και της πείρας του καθηκόντων και εν γένει της δημιουργίας δυσμενούς κλίματος, η υπηρεσιακή του απόδοση δεν κυμάνθηκε σε υψηλά επίπεδα και η σχέση του με τους προϊσταμένους του εξελισσόταν σε κλίμα συνεχών παραπόνων και διαμαρτυριών και εν γένει τριβών, με αποτέλεσμα να μετατεθεί και πάλι και να τεθεί στη διάθεση της διεύθυνσης διοικητικού.
Στην διεύθυνση αυτή παρέμεινε υπηρετών ως απλός υπάλληλος και πάντως χωρίς ιδιαίτερα ποιοτική προσφορά υπηρεσιών, αφού η Τράπεζα, παρά την εν τω μεταξύ απαλλαγή του από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, εξακολούθησε να μην του αναθέτει υπεύθυνα καθήκοντα και να τον διατηρεί ανενεργό και αναξιοποίητο, μέχρι τον μήνα Ιούνιο του 2000, οπότε τοποθετήθηκε και πάλι ως απλός υπάλληλος στη υποδιεύθυνση χρεωγράφων.
Όλο το διάστημα από το έτος 1990 μέχρι το έτος 2000 ο αναιρεσίβλητος δεν προσέφερε τις ανάλογες με την προϋπηρεσία, την πείρα και τις γνώσεις του υπηρεσίες στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα και στη συνέχεια στην αναιρεσείουσα και γι' αυτό φέρει μερίδιο ευθύνης και ο ίδιος, ο οποίος έπρεπε να επιλέξει την οδό της εντατικοποίησης των προσπαθειών του, αποφεύγοντας τη συνεχή υποβολή παραπόνων και προβολή υπερβολικών σε πολλές περιπτώσεις αξιώσεων.
Το υπόλοιπο δε μέρος της ευθύνης ανήκει στην ίδια τη Διοίκηση της Τράπεζας, η οποία παρά την απαλλαγή του από τις κατηγορίες που τον βάρυναν, αναφορικά με τον τρόπο άσκησης των υπηρεσιακών του καθηκόντων από την υπεύθυνη θέση του Προϊσταμένου του άνω τμήματος χρεωγράφων του Κεντρικού Καταστήματος, αρνήθηκε να του παράσχει οποιαδήποτε άλλη ευκαιρία, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού οι αιτιάσεις της ότι την περίοδο εκείνη ο αναιρεσίβλητος εξακολουθούσε να υποπίπτει σε σειρά σοβαρών υπηρεσιακών παραπτωμάτων, όπως αδικαιολόγητες απουσίες, ανυπακοή στις εντολές της διοικήσεως, πλημμελής εκτέλεση καθηκόντων ή και άρνηση παροχής υπηρεσιών, δεν μπορούν να κριθούν βάσιμες, δεδομένου ότι για καμία από τις υποτιθέμενες παραβάσεις αυτές του αναιρεσιβλήτου δεν του έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη και δεν του έχει επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή.
Όσον αφορά εξάλλου τα φύλλα ποιότητας της άνω περιόδου από τα οποία θα μπορούσε σε σημαντικό βαθμό να συναχθεί η βασιμότητα των άνω αιτιάσεων της αναιρεσείουσας, η τελευταία παρά την υποβολή συγκεκριμένου αιτήματος από πλευράς αναιρεσιβλήτου στον πρώτο βαθμό, προσκόμισε μόνο τα φύλλα ποιότητας των ετών 1994-1995 τα οποία παρουσιάζουν αρνητική εικόνα για την υπηρεσιακή του απόδοση και τα οποία πάντως αφορούν περίοδο που ο τελευταίος αντιμετώπιζε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα (ασθένεια της συζύγου του η οποία τον Μάρτιο 1999 απεβίωσε) και απέφυγε να προσκομίσει για τα υπόλοιπα και κυρίως τα προηγούμενα έτη, για τα οποία ο αναιρεσίβλητος υποστηρίζει ότι ενέχουν εντελώς διαφορετική γι' αυτόν υπηρεσιακή εικόνα.
Στις 13-10-2000, η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στον πρώτο αναιρεσίβλητο το από 26-9-2000 έγγραφό της, με το οποίο, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 του Οργανισμού της καθώς και την πανομοιότυπη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3β του κανονισμού της Ιονικής, με την οποία δηλώνει ότι καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, λόγω αδικαιολόγητης απουσίας του από τα καθήκοντά του πέραν του μηνός, άλλως λόγω σπουδαίου λόγου, συνιστάμενο στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή στην άρνησή του να καταβάλει προσπάθειες για τη βελτίωσή του κλπ., στην αρνητική και αδιάφορη στάση του σε θέματα της εργασίας του, στην απροθυμία του να συμμορφώνεται με το ισχύον ωράριο εργασίας και στη συνεχή αυθαίρετη απουσία του από την εργασία του.
Δεν στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος για έγκυρη καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, η οποία είναι ορισμένου χρόνου, αφού η διάρκειά της καθορίζεται μέχρι τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 1 του άνω Οργανισμού Προσωπικού. Τα πιο πάνω περιστατικά, τα οποία απεικονίζουν την υπηρεσιακή διαδρομή του πρώτου αναιρεσιβλήτου την τελευταία πριν την καταγγελία δεκαετία και τον επιμερισμό της εκατέρωθεν ευθύνης για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του, για την ανάπτυξη των πρωτοβουλιών και εν γένει παροχή βελτιωμένων ποιοτικά υπηρεσιών, σε κάθε περίπτωση, ήτοι και αν ακόμη ενέχουν από πλευράς αναιρεσιβλήτου αθέτηση σε κάποιες περιπτώσεις των υποχρεώσεων, δεν μπορούν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, μετά παρέλευση τόσου χρόνου, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν κινήθηκε σε καμία άλλη, πλην της ανωτέρω, περίπτωση η προβλεπόμενη από τον Οργανισμό πειθαρχική διαδικασία, να αποτελέσουν λόγο για επιβολή του πλέον επαχθούς μέτρου της αποπομπής από την υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου και μάλιστα σε χρονικό σημείο τέτοιο, όπου ο υπολειπόμενος χρόνος για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ανερχόταν σε 54 ημέρες.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου για ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και είχαν απορριφθεί οι ενστάσεις της αναιρεσείουσας από το άρθρο 672 ΑΚ και το άρθρο 32 παρ.3 του Οργανισμού της για αδικαιολόγητη απουσία του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία πέραν του μηνός.
Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας από το άρθρο 672 ΑΚ, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη αυτή, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, για το ζήτημα της υπάρξεως ή μη σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους της αναιρεσειούσης καταγγελία της μετά το αναιρεσιβλήτου εργασιακής συμβάσεως που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Τούτο διότι ενώ δέχεται ότι οι μεταξύ των διαδίκων από την εργασιακή σύμβαση σχέσεις διαταράχθηκαν από υπαιτιότητα αμφοτέρων, συνισταμένη για τον μεν τον πρώτο αναιρεσίβλητο στο ότι αυτός, κατά το από 1990 έως 2000 χρονικό διάστημα, δεν προσέφερε τις ανάλογες με την προϋπηρεσία, την πείρα και τις γνώσεις του υπηρεσίες στην αναιρεσείουσα και την δικαιοπάροχο αυτής Ιονική - Λαϊκή Τράπεζα και δεν επέλεξε την οδό της εντατικοποιήσεως των προσπαθειών του, αλλ' υπέβαλε συνεχώς παράπονα και υπερβολικές σε πολλές περιπτώσεις αξιώσεις, δια δε την αναιρεσείουσα στο ότι αυτή αρνήθηκε να του παράσχει οποιαδήποτε άλλη ευκαιρία, δεν εξειδικεύει στην προσβαλλομένη απόφαση του:
α) Ποιες υπηρεσίες ανάλογες με την προϋπηρεσία, την πείρα και τις γνώσεις του ηδύνατο να προσφέρει ο αναιρεσίβλητος, κατά τα πράγματα ανατεθέντα σε αυτόν καθήκοντα και δεν προσέφερεν και ποια ειδικότερα τα παράπονα και οι αξιώσεις τις οποίες προέβαλε αυτός, με αποτέλεσμα κατά τις παραδοχές του (Εφετείου) την δημιουργία κλίματος τριβών με τους προϊσταμένους του, β) Ποια άλλη ευκαιρία έπρεπε να παράσχει σε αυτόν η αναιρεσείουσα και δη ποια ανάλογα προς τα άνω προσόντα του καθήκοντα έπρεπε να του αναθέσει αυτή, ενόψει και της αναφερομένης υπηρεσιακής συμπεριφοράς του, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν η μη προσήκουσα κατά τις παραδοχές υπηρεσιακή συμπεριφορά του ανιαρεσιβλήτου ήταν τοιαύτης βαρύτητας, που να συνιστά σπουδαίου λόγου και να δικαιολογεί την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως ή αν αυτή ήταν ήσσονος σημασίας προς την προς αυτόν συμπεριφορά της εργοδότιδος του, ώστε να μην θεμελιώνει σπουδαίου λόγου και να μην δικαιολογεί την καταγγελία.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 672 ΑΚ, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ( η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στην παραμόρφωση της πιο πάνω 4/1996 απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου παρέλκει, αφού με το λόγο αυτό επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός, δηλαδή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για σπουδαίο λόγο ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που απορρίφθηκε με αυτή η ένσταση της αναιρεσείουσας για καταγγελία της συμβάσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου ,ένεκα σπουδαίου λόγου (και όχι και για παράβαση του άρθρου 32 παρ. 3 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας ), να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7054/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ