Legislator Case Law & Legislation
1611/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy distribution plan due to lack of specific objections and insufficient reasoning.

Case Number 1611/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Piraeus Court of Appeal's final decision on bankruptcy asset distribution. The State argued the lower court failed to provide specific reasons for deducting certain debts from the estate. However, the Court found the appeal inadmissible because the State had not raised specific objections to these deductions during the initial proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant raises new objections not previously presented, and a final decision is not reversible if the reasoning is clear and sufficient for appellate review.

Keywords

AI generated
bankruptcy distribution appeal admissibility new objections insufficient reasoning legal costs Code of Civil Procedure final decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of Law 4469/2016
Article 5 of Law 1738/1987
Circular 134423 of the Ministry of Finance and Justice
AI generated
1222/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.
736/2008
Supreme Court allows appeal against administrative decision due to insufficient reasoning on property title validity.
1129/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή του ήδη αρχικού αναιρεσίβλητου, Δ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-6-2008 αίτησή του καθώς και με τους από 18-9-2009 πρόσθετους λόγους του, με αριθμό κατ. 172/23-9-2009 και 177/25-9-2009.
585/2008
Supreme Court dismisses appeal against administrative eviction from public land due to unauthorized use and lack of title.
1642/2023
Supreme Court dismisses appeal against anonymous company but partially allows it against the State for unpaid wages.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1611 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1611/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Χ.-Α., κατοίκου ..., ως συνδίκου της πτωχευσάσης Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23/4/2015 αντιρρήσεις του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2942/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 472/2016 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/1/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 472/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις από 7-10-2015 και 14-12-2015 εφέσεις, αντιστοίχως, της ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσης, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην αμφοτέρων των διαδίκων μερών, υπ' αριθμ. 2942/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δέχθηκε κατά τους τύπους και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-12-2015 έφεση του τελευταίου (ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου), δέχθηκε κατά τους τύπους και κατ' ουσίαν την από 7-10-2015 έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν, κατά το αντίστοιχο μέρος της, την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 21-4-2015 (υπ' αύξ.

αριθμ. εκθ. καταθέσεως 4932/2015) αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος κατά του από 17-3-2015 προσωρινού πίνακα διανομής πτωχευτικής περιουσίας της πτωχευσάσης εταιρείας με την επωνυμία "..." και επεκύρωσε τον προσβαλλόμενο αυτόν πίνακα. Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).- Για την ίδρυση λόγου αναιρέσεως, από τους περιοριστικά διαλαμβανομένους στη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να είναι λυσιτελής, δηλαδή η επικαλουμένη στην αίτηση αναιρέσεως πλημμέλεια πρέπει να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, άλλως ο αλυσιτελής λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 879/2017).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Με το λόγο αυτό ελέγχεται η τήρηση της από το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλεπόμενης και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ κατοχυρούμενης αρχής "της εκατέρωθεν ακροάσεως".

Ωστόσο, αυτός δεν ιδρύεται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει παραβίαση της αρχής αυτής, ούτε αυτός είναι το μοναδικό βοήθημα που παρέχεται όταν θίγεται το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου. Αυτός ιδρύεται, όταν ακύρως ο διάδικος δικάστηκε ερήμην κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν δικάστηκε κατ' αντιμωλίαν και η άκυρη ερημοδικία είχε γίνει σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, οπότε η ακυρότητα της ερημοδικίας μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΑΠ 1909/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο πρώτο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, δέχθηκε τα ακόλουθα. " I.

Οι κρινόμενες από 7-10-2015 (αριθμ. κατάθεσης …7/10-11-15) και 18-12-2015 (αριθμ. κατάθεσης …3/18-12-2015) αντίθετες εφέσεις αφενός της εκκαλούσας -εφεσιβλήτου-καθ' ης οι αντιρρήσεις και αφετέρου του εφεσιβλήτου -εκκαλούντος-αντιρρησίοντος κατά της υπ' αριθ. 2942/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε τις από 23.4.2015 αντιρρήσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά του από 17.3.2015 προσωρινού πίνακα (λογαριασμού) διανομής πτωχευτικής περιουσίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", στρεφόμενες κατά της Μ.

Χ.-Α. με την ιδιότητα της συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της ως άνω πτωχής, μετά τη σύνταξη της υπ' αριθμ. 3980/23.4.2015 έκθεσης του Εισηγητή της εν λόγω πτώχευσης, ερήμην των διαδίκων, εφαρμόζοντας την τακτική διαδικασία, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 19, 495 παρ.1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και άρθρο 10 του Δ/τος της 26-6/10.7.1944 "περί Δικών του Δημοσίου" (το τελευταίο μόνο ως προς την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου), 520 παρ. 1 και 144 παρ.1 ΚΠολΔ)], αφού από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης που έλαβε χώρα στις 26.11.2015 επιμελεία της εκκαλούσας στην πρώτη έφεση (βλ.

την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Δ. Κ. στην εμπρόσθια όψη της σε προσκομιζόμενης μετ' επικλήσεως από το εκκαλούν στη δεύτερη έφεση προσβαλλομένης απόφασης) μέχρι την άσκηση της δεύτερης ως άνω έφεσης δεν παρήλθε η προθεσμία των τριάντα ημερών, ενώ η πρώτη έφεση ασκήθηκε προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, αρμοδίως δε φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/25-7-2011), και για το παραδεκτό της πρώτης έφεσης έχει κατατεθεί το απαιτούμενο παράβολο ποσού 200 ευρώ [βλ.

τα με σειρά Α' υπ' αριθ. 2976776-79 παράβολα δημοσίου και τα υπ' αριθμ. 115601, 115550 παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. (αντίθετα η άσκηση της έφεσης από το Ελληνικό Δημόσιο δεν υπόκειται σε έξοδα και τέλη, βλ. άρθρο 19 του Δ/τος της 26-6/10.7.1944 "περί Δικών του Δημοσίου")] σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 και συμπληρώθηκε με την προσθήκη του εδαφίου β' με το άρθρο 93 παρ. 1 Ν. 4139/2013.

Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις αυτές να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια άνω διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρο 31, 246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε τις από 23.4.2015 αντιρρήσεις του ενώπιον του Εισηγητή της πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά του από 17.3.2015 προσωρινού πίνακα (λογαριασμού) διανομής πτωχευτικής περιουσίας που συνέταξε η καθ' ης οι αντιρρήσεις με την ιδιότητα της συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτωχεύσεως της ως άνω εταιρείας μετά τη σύνταξη της υπ' αριθμ. .0/23.4.2015 έκθεσης του Εισηγητή, στις οποίες (αντιρρήσεις του) εξέθετε κατά τα κύρια σημεία τους:

Ότι με την υπ' αριθ. 2245/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η ως άνω ανώνυμη εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, καθώς επίσης και ότι με τις υπ' αριθ. 4497/1998, 3462/2002 αποφάσεις του ιδίου άνω Δικαστηρίου, η Μ. Χ. - Α. διορίσθηκε σύνδικος της ένωσης των πιστωτών τής ανωτέρω πτώχευσης. Περαιτέρω, εξέθετε ότι η ανωτέρω σύνδικος κατήρτισε τον προσβαλλόμενο από 17.3.2015 προσωρινό πίνακα (λογαριασμού) διανομής χρημάτων της πτωχής ύψους 315.825,29 ευρώ, που κηρύχθηκε εκτελεστός με πράξη του Εισηγητή της πτώχευσης, σύμφωνα με τον οποίο προαφαιρούνται: 1) τα αναγκαία έξοδα του λογαριασμού διανομής και δη της επίδοσης της έγγραφης πρόσκλησης προς όλους του αναγγελλόμενους δανειστές, ποσού 12.020 ευρώ, 2) η προσωρινή αντιμισθία της συνδίκου ύψους 90.635,00 ευρώ, 3) το ποσό των 5.535,00 ευρώ για την αμοιβή και τα εν γένει έξοδα λογιστή για τα έτη 2014 και εντεύθεν, 4) η πληρωμή φόρου επιτηδεύματος για τέσσερα έτη, ποσού 2.200 ευρώ ανά έτος και συνολικά 8.800 ευρώ, 5) η κάλυψη των μισθωμάτων και των κοινόχρηστων δαπανών και εξόδων της πτώχευσης για μία τριετία, συνολικού ποσού 8.442 ευρώ, 6) το ποσό των 10.000,00 ευρώ που αφορά στην κάλυψη αναγκαίων και μελλοντικών δαπανών και εξόδων της πτώχευσης και 7) τα καταβληθέντα έξοδα για την εξόφληση του πλειστηριάσματος στην αρμόδιο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος που βαρύνουν τους καταταγέντες στον πίνακα πιστωτές συνολικού ποσού 7.070,72 ευρώ.

Ισχυρίστηκε, επίσης, εκεί ότι τα υπό στοιχεία 2), 3) και 6) κονδύλια είναι αόριστα και, τέλος, ότι η ανωτέρω σύνδικος εσφαλμένα διένειμε μόνο το ποσό των 180.393,04 ευρώ σε πιστωτές, ενώ έπρεπε να είχε διανείμει ολόκληρο το προϊόν της πτώχευσης σ' αυτούς, μεταξύ των οποίων και το αντιρρησίον, με αποτέλεσμα να καταταγεί αυτό μόνο στο ποσό των 16.026,54 ευρώ, ενώ απέμεινε ποσό ύψους 2.929,32 ευρώ, το οποίο παρέμεινε αδιάθετο.

Ενόψει των ανωτέρω, ζήτησε να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος προσωρινός πίνακας, ώστε να καταταγεί το Ελληνικό Δημόσιο για τις αναφερόμενες στις αντιρρήσεις προνομιακές και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του στο εναπομένον ποσό, καθώς και να καταδικασθεί η σύνδικος στη δικαστική του δαπάνη. Επί των αντιρρήσεων αυτών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2942/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτές τις αντιρρήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο από 17.3.2015 προσωρινό πίνακα διανομής, που συνέταξε η καθ' ής- σύνδικος της ενώσεως των πιστωτών της εν λόγω πτώχευσης.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη τόσο η καθ' ης οι αντιρρήσεις -εκκαλούσα στην πρώτη έφεση Μ. Χ. -Α. με την ιδιότητα της συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της ως άνω πτωχεύσεως όσο και το αντιρρησίον - εκκαλούν στη δεύτερη έφεση, Ελληνικό Δημόσιο και που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας η μεν εκκαλούσα στην πρώτη έφεση την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθούν καθ' ολοκληρίαν οι αντιρρήσεις που προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο την εξαφάνισή της, ώστε να γίνουν δεκτές στο σύνολο τους οι αντιρρήσεις του......Από την επανεκτίμηση της έκθεσης που συνέταξε ο Εισηγητής της άνω Πτώχευσης, της έκθεσης αντιρρήσεων που υποβλήθηκε ενώπιον του και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του φακέλου της δικογραφίας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Με την υπ' αριθμ. 2.245/16.4.1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία δημοσιεύτηκε στις 16 Απριλίου 1998, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης από της δημοσιεύσεώς της η εταιρεία που έδρευε στον Πειραιά, με την επωνυμία "...". Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 4497/98 απόφαση του ιδίου άνω Δικαστηρίου διορίστηκε ως οριστική σύνδικος της πτώχευσης της προαναφερομένης εταιρείας η Μ.-Χ.-Α., δικηγόρος Πειραιώς, ήδη καθ' ης οι αντιρρήσεις.

Δυνάμει τής υπ' αριθμ. 3463/2002 απόφασης του ίδιου άνω Δικαστηρίου η εν λόγω οριστική σύνδικος διορίστηκε και σύνδικος της ενώσεως των πιστωτών της πτώχευσης. Με επίσπευση της ενυπόθηκης δανείστριας εταιρείας με την επωνυμία "..." εκπλειστηριάστηκε στις 5/2/2003 ένα ακίνητο, στο οποίο είχε οικοδομηθεί το βιομηχανικό συγκρότημα τής ως άνω πτωχής εταιρείας.

Μετά από πρόσκληση η σύνδικος αναγγέλθηκε για όλα τα χρέη της πτώχευσης, για τα χρέη του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και για τα χρέη του ΙΚΑ, Τελωνείου κ.λπ. στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, Ε. Γ., Συμβολαιογράφο για τις αναγγελλόμενες και επαληθευθείσες απαιτήσεις όλων των πιστωτών. Το εν λόγω πλειστηρίασμα ανήλθε σε 274.000 ευρώ, μετά δε από την αφαίρεση των εξόδων απέμεινε προς διανομή ποσό 249.762,41 ευρώ.

Η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού δυνάμει του υπ' αριθμ. 18384/24-2-2004 πίνακα κατάταξης κατέταξε προνομιακώς την καθ' ης οι αντιρρήσεις με την ιδιότητά της ως συνδίκου τής ως άνω πτωχής για ποσό 233.383,60 ευρώ, που αφορούσε τις αναγγελθείσες και επαληθευθείσες απαιτήσεις των ως άνω εργαζομένων της πτωχής, ενώ στο υπόλοιπο ποσό των 16.378,77 ευρώ κατέταξε κατά το 1/3 αυτού, δηλαδή για το ποσό των 5.459,59 την καθ' ης οι αντιρρήσεις και τις απαιτήσεις των αγροτών και των αγροτικών συνεταιρισμών από πώληση αγροτικών προϊόντων, ενώ στο υπόλοιπο ποσόν των 2/3 αυτού, ήτοι για το ποσό των 10.919,18 ευρώ κατέταξε την επισπεύδουσα ενυπόθηκο δανείστρια, Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...".

Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 21-4- 2004 ανακοπή του, στρεφόμενη κατά του υπ' αριθμ. …4/24-2-2004 πίνακα κατάταξης της Συμβολαιογράφου Ε. Γ. για τις απαιτήσεις των δανειστών: α) για το Θ. Ο. για ποσό 20.598,50 ευρώ, β) για τον Ι. Μ. για ποσό 13.212,72 ευρώ γ) για τον Α. Π. για ποσό 13.538,02 ευρώ δ) για τον Α. Χ. για ποσό 15.083,69 ευρώ, ε) για τον Ε.

Π. για ποσό 15.908,03 ευρώ και στ) για τον Π. Μ. για ποσό 33.021,27 ευρώ. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 105/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το οποίο δέχτηκε ότι η κατάταξη των ως άνω πληττόμενων απαιτήσεων στην τρίτη τάξη ήταν νόμιμη, απορρίπτοντας έτσι άπαντες τους λόγους ανακοπής. Στη συνέχεια επί ασκηθείσης κατά της αποφάσεως αυτής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου έφεσης εξεδόθη η υπ' αριθμ. 451/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης η οποία επικύρωσε την ως πρωτόδικη απορριπτική απόφαση.

Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 658/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχτηκε την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση προς αναδίκαση ενώπιον του Εφετείου Θράκης. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 267/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία μεταρρύθμισε τον πίνακα εν μέρει κατά τα εξής:

α) κατέταξε το Δημόσιο δια της συνδίκου κατά το ποσόν των 14.120,03 ευρώ, πλέον τόκων 1.906,72 ευρώ, β) κατέταξε τους ως άνω εργαζομένους κατά τα παρακάτω ειδικότερα: i) το Θ. Οικονόμου περιόρισε στο ποσό των 17.517,06 (δηλαδή κατά κεφάλαιο στο ποσό των ευρώ 14.855,46, πλέον τόκων εξ ευρώ 2.661,60), ii) τον I. Μ. περιόρισε στο ποσό των 5.807,78 κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων εξ ευρώ 2.884,18, iii) τον Α.

Π. περιόρισε στο ποσό των ευρώ 5.119,30 κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων εξ ευρώ 2.218,05, iν) τον Α. Χ. περιόρισε στο ποσό των 8.765,96 κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων εξ ευρώ 4.093,85. Περαιτέρω, συνετάγη ο από 17.3.2015 προσωρινός πίνακας (λογαριασμός) διανομής χρημάτων, ο οποίος κηρύχτηκε εκτελεστός με την από 18.3.2015 πράξη του Εισηγητή της πτώχευσης (βλ.

προσκομιζόμενο έγγραφο). Από το τελικά διαμορφωθέν ποσό των 315.825,29 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το μέχρι τότε ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας, προαφαιρέθηκαν απαιτήσεις στο πλαίσιο της διοίκησης και διαχείρισης της περιουσίας, οι αναγκαίες δαπάνες, τα δικαστικά και τα χάριν της διοίκησης της πτώχευσης έξοδα και ειδικότερα:

α) προαφαιρέθηκαν τα αναγκαία έξοδα του παρόντος λογαριασμού διανομής και της επίδοσης της έγγραφης Πρόσκλησης προς όλους τους άνω αναγγελλόμενους δανειστές, για να λάβουν γνώση αυτού και συνολικά το ποσόν των 12.020 ευρώ [για αμοιβές των δικαστικών επιμελητών Καβάλας, Βέροιας, Άρτας, Κορίνθου, Αιγίου (βλ. 98/2015 πράξη του Εισηγητή της πτώχευσης), των δικαστικών επιμελητών Πειραιά, Πρέβεζας και Σπάρτης (βλ. 100/2015 πράξη του Εισηγητή της πτώχευσης), του δικαστικού επιμελητή Ναυπλίου (βλ. 200/2015 πράξη του Εισηγητή της πτώχευσης), των δικαστικών επιμελητών Πειραιά και Ναυπλίου (βλ. 209/2015 πράξη του Εισηγητή της πτώχευσης), του δικαστικού επιμελητή Κορίνθου (βλ. 50/2016 πράξη του Εισηγητή της πτώχευσης), του δικαστικού επιμελητή Άρτας (βλ. 51/2016 πράξη του Εισηγητή της πτώχευσης)].

Σημειωτέον ότι το ποσό αυτό δεν αμφισβητεί το αντιρρησίον Δημόσιο με τις κρινόμενες αντιρρήσεις του. β) Προαφαιρέθηκε ποσό ευρώ 90.635 που αφορά στην προσωρινή αντιμισθία της ως άνω συνδίκου για τις μέχρι τότε δικαστικές και εξώδικες ενέργειές της και που αφορούσαν στην εν γένει πτωχευτική διαδικασία για το διάστημα από το διορισμό της την 21.7.1998 και έως την 23.2.2015 και μετά από τη σύνταξη της από 26.2.2015 έκθεσης του Εισηγητή της πτώχευσης του Πρωτοδικείου Πειραιά.

Με την υπ' αριθμ. 2671/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς έχει καθορισθεί προσωρινή αντιμισθία για τη σύνδικο το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, η οποία (αντιμισθία) τελεί υπό την αίρεση έκδοσης απόφασης επί της κατατεθείσας με αριθμό …32/2015 αίτησης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τμήμα Εκούσιας Δικαιοδοσίας).

Η σύνδικος έχει λάβει, επίσης, ως προσωρινή αμοιβή ποσό 2.664,22 ευρώ; δυνάμει της 21/2015 Πράξης του Εισηγητή της πτώχευσης και ποσό 2.706 για την ίδια αιτία, δυνάμει της υπ' αριθμ. 88/2016 Πράξης του ιδίου ως άνω Εισηγητή της πτώχευσης, ενώ ήδη εκκρεμεί και σειρά δικαστικών ενεργειών, όπως αναφέρονται παρακάτω. Κατά συνέπεια, ο λόγος αντίρρησης που επανέρχεται με το εφετήριο στη δεύτερη έφεση, με τον οποίο το εκκαλούν διατείνεται ότι το ποσόν των 90.625 ευρώ, που προαφαιρέθηκε είναι αόριστο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

γ) Προαφαιρέθηκε ακόμα ποσό ευρώ 5.535 για αντιμετώπιση εξόδων και αμοιβών του λογιστή για τα έτη 2014 και εντεύθεν, προϋπολογιζόμενο στο ποσό των ευρώ 4.500, πλέον ΦΠΑ της τάξης του 23%. Ειδικότερα ως προς το ποσόν αυτό λεκτέα τα κάτωθι: Η πτωχή υπόκειται εκ του νόμου σε φορολογικές υποχρεώσεις όπως όλα τα νομικά πρόσωπα και στην κατάρτιση και υποβολή μηνιαίων περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ ανά έτος και συνολικά 12 ανά έτος (βλ.

σε φ/α προσκομιζόμενες Φ2 περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.ΑΣ. ετών 2014 , 2015). Η εργασία αυτή κατάρτισης και υποβολής μηνιαίων περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ προϋπολογίζεται στο ποσόν των 120 ευρώ ανά έτος και επί 5 έτη και συνολικά στο ποσό των 600 ευρώ (για τα εναπομείναντα έτη 2014 έως και 2018). Για την κατάρτιση- σύνταξη και υποβολή εκκαθαριστικής δήλωσης ΦΠΑ ανά έτος προϋπολογίζεται αμοιβή ευρώ 100 (ήτοι 20 ευρώ ανά έτος και επί 5 έτη).

Για την σύνταξη και υποβολή Δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος ανά έτος (βλ. σε φ/α Φ-01 010 δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ετών 2013, 2014, καθώς και σε φ/α Ε3 μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών ετών 2013, 2014 και φ/α βεβαιώσεων εισοδημάτων από επιχειρηματικές δραστηριότητες ετών 2014-2016), για την τήρηση διπλογραφικών βιβλίων ανά μήνα, καταγραφή στα βιβλία εσόδων - εξόδων εισπράξεων πληρωμών κ.λπ.

κατά τακτά διαστήματα για την άνω περίοδο πέντε ετών, ήτοι για διάστημα 60 μηνών απαιτείται το ποσό ευρώ 3.000 (ήτοι 50 ευρώ τον μήνα). Για την υποβολή ισολογισμών και αποτελέσματα ποσό 300 ευρώ. Ακόμη, πρέπει να προϋπολογιστεί και αμοιβή 615 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ της τάξεως του 23% (ήτοι 500 συν 23%) για την ενασχόληση του λογιστή, προκειμένου για την πληρωμή των περιλαμβανομένων στον πίνακα ποσών στους ως άνω εργαζόμενους και αγρότες, στις οποίες πρέπει να γίνουν οι νόμιμες παρακρατήσεις 20% φόρου και 15% αντίστοιχα επί των τόκων, για τη σύνταξη δηλώσεων και την απόδοση των παρακρατηθέντων ποσών στην Εφορία ως και για την έκδοση των σχετικών βεβαιώσεων (βλ.

σε φ/ο προσωρινές δηλώσεις παρακρατούμενων και προκαταβλητέων φόρων από μισθωτή εργασία κ.λ.π. ετών 2014, 2015, 2016). Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος αντίρρησης που επανέρχεται με το εφετήριο στη δεύτερη έφεση με τον οποίο το εκκαλούν διατείνεται ότι το ποσόν των 5.535 ευρώ που προαφαιρέθηκε είναι αόριστο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

δ) Προαφαιρέθηκε ποσό ευρώ 2.200 ανά έτος για την πληρωμή φόρου επιτηδεύματος και επί 4 έτη, ίσον 8.800 ευρώ (βλ. υπ' αριθμ. 179/2015 Πράξη του Εισηγητή πτωχεύσεως για φόρο επιτηδεύματος 2015 για το φορολογικό έτος 2014), ε) προαφαιρέθηκε ποσό για κάλυψη μισθωμάτων και κοινοχρήστων του μισθωμένου γραφείου της πτώχευσης ευρώ 2.114 και 700 ευρώ ανά έτος αντίστοιχα και επί 3 έτη (βλ. 11/2016 και 13/2015 πράξεις του Εισηγητή πτωχεύσεων, ήτοι για απόδοση ενοικίων μισθωτικού έτους 2015 και για απόδοση κοινοχρήστων των γραφείων της πτώχευσης για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2014 έως και Δεκέμβριο 2015 αντίστοιχα), ίσον ευρώ 8.442.

Ακόμη, προαφαιρέθηκε ποσό ευρώ 10.000 για την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών και μελλοντικών δικαστικών και χάριν της διοίκησης της πτώχευσης εξόδων. Το εν λόγω ποσόν δικαιολογεί επαρκώς η καθ' ης η προσφυγή, σύνδικος, καθόσον μόνο από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 107/2014 και 41/2015 πράξεις ανάληψης χρημάτων προκύπτει για αμοιβή του ορκωτού λογιστή Κ.

Π. συνολικού ύψους (9.102 ευρώ), ήτοι 4.551 ευρώ για το 2014 και 4.551 ευρώ για το 2015 αντίστοιχα. Εξάλλου, εκκρεμούν προς εκδίκαση: α) ενώπιον του 25ου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών προσφυγή της ως άνω συνδίκου κατά του Υπουργού Οικονομικών και το Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., β) ενώπιον του 1ου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή που άσκησε η εταιρεία με την επωνυμία "..." κατά του Υπουργού Οικονομικών και του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

και γ) αίτηση αναίρεσης τής ως άνω εταιρείας κατά της υπ' αριθμ. 3138/2008 απόφασης του 16ου Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Π.Κ.Ε.Π.Ε. και της συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτώχευσης. Τέλος, προαφαιρέθηκαν τα καταβληθέντα έξοδα από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για την εξόφληση του πλειστηριάσματος υπέρ του Ταμείου Νομικών εκ ποσοστού 1,3% και υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου χαρτοσήμου εκ ποσοστού 1,2 %, ήτοι συνολικού ποσού 7.070,72 ευρώ, ποσό το οποίο τελικά βαρύνει τους καταταγέντες πιστωτές.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω διανεμήθηκαν προσωρινά τα παρακάτω ποσά: α) στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των ευρώ 14.120,03 ευρώ, πλέον τόκων 1.906,72 ευρώ και συνολικά το ποσό ευρώ 16.026,75, β) στους 106 εργαζόμενους ποσό συνολικό 160.295,54 ευρώ και σε 141 αγρότες το ποσό 4.070,96 ευρώ. Αξίζει, ακόμη να αναφερθεί ότι στον εν λόγω προσωρινό πίνακα συμπεριελήφθη μνεία σύμφωνα με την οποία όλα τα ανωτέρω τελούν υπό την αίρεση του οριστικού προσδιορισμού των εξόδων διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας και της οριστικής αντιμισθίας του συνδίκου, ενώ οποιοδήποτε υπόλοιπο ενεργητικού υπάρξει μετά τον τελικό προσδιορισμό των εν λόγω εξόδων και όσα άλλα τυχόν έσοδα περιέλθουν στην πτωχευτική περιουσία από την εξέλιξη των δικαστηρίων, θα διανεμηθεί μεταξύ των καταταγέντων πιστωτών με συμπληρωματικό λογαριασμό-λογιστική πράξη διανομής.

Από το μαθηματικό υπολογισμό των ανωτέρω ποσών (12.020 + 90.635 + 5.535 + 8.800 + 8.442 + 10.000 + 7.070,72 + 160.295,54 + 16.026,75 + 4.071 (στρογγυλοποιούμενο) - 7.070,72 ευρώ) προκύπτει το τελικό ποσό των 315.825,25 ευρώ. Επομένως, από την προαφαίρεση των ως άνω ποσών δεν προκύπτει αδιάθετο υπόλοιπο από το ποσόν του ενεργητικού ύψους 315.825,29 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο αντιρρήσεων και που επαναφέρει ως λόγο έφεσης με το εφετήριό του και επομένως πρέπει αυτός να απορριφθεί ως κατ 'ουσίαν αβάσιμος.

Περαιτέρω, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο διατείνεται με σχετικό ισχυρισμό των αντιρρήσεών του, που επαναφέρει με το εφετήριο, ότι εσφαλμένως η σύνδικος προέβη στη διανομή του ποσού των 180.393,04 ευρώ, ενώ έπρεπε να διανείμει ολόκληρο το προϊόν της πτώχευσης κατά το χρόνο σύνταξης του λογαριασμού, παραβιάζοντας έτσι τη σύμμετρη ικανοποίηση όλων των πιστωτών.

Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι κατά την αληθή έννοια του προαναφερθέντος στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης άρθρου 660 ΕμπΝ, πρώτα αφαιρούνται τα δικαστικά και των χάριν της διοικήσεως έξοδα και στη συνέχεια διανέμονται τα εκ των κινητών του πτωχεύσαντος χρήματα μεταξύ απάντων των πιστωτών, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξε η εν λόγω σύνδικος.

Συνακόλουθα, εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την προσφυγή του αντιρρησίοντος Δημοσίου, μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο από 17.3.2015 προσωρινό πίνακα (λογαριασμό) διανομής κατά το ποσό των 5.535 ευρώ, έσφαλε κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος έφεσης της εκκαλούσας στην πρώτη έφεση ως κατ 'ουσίαν βάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει: α) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 14.12.2015 δεύτερη έφεση και να καταδικαστεί το ως άνω εκκαλούν στη δικαστική δαπάνη της εφεσιβλήτου λόγω της ήττας του κατόπιν σχετικού αιτήματος της για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας [άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ1 αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, σύμφωνα με την οποία στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, και β) να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 7.10.2015 πρώτη έφεση, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2942/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Ακολούθως, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο κατά το ως άνω μέρος της (535 ΚΠολΔ) και ερευνηθούν οι αντιρρήσεις, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και να επικυρωθεί ο από 17.3.2015 προσωρινός πίνακας (λογαριασμός) διανομής πτωχευτικής περιουσίας που συνέταξε η εφεσίβλητη με την ιδιότητα της συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".

Γίνεται μνεία ότι ο λόγος έφεσης με την οποίο το εκκαλούν παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου παραβίασε της διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραλείποντας να διατάξει τη ματαίωση συζήτησης της υπόθεσης ενόψει της ερημοδικίας πρωτοδίκως αμφοτέρων των διαδίκων, προβάλλεται αλυσιτελώς και ειδικότερα διότι κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 7 του Ν.2915/2001, μετά την εξαφάνιση της υπόθεσης, όπως εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν.".

Στη συνέχεια το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-12-2015 έφεση του αναιρεσείοντος (Ελληνικού Δημοσίου) δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 7-10-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2942/2015 πρωτόδικη απόφαση και κράτησε και δίκασε επί των επιδίκων αντιρρήσεων του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν και επεκύρωσε τον προσβαλλόμενο από 17-3-2015 προσωρινό πίνακα (λογαριασμό) διανομής της πτωχευτικής περιουσίας της πτωχευσάσης εταιρείας με την επωνυμία "...".

Επομένως, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, σαφώς προκύπτει, ότι το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις κρινόμενες εφέσεις των διαδίκων, στη συνέχεια εξαφάνισε, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 528 ΚΠολΔ, την ερήμην αμφοτέρων των διαδίκων εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, έστω και αν ρητώς δεν διέλαβε περί τούτου διάταξη στο διατακτικό της, και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν τις αντιρρήσεις αυτές του αναιρεσείοντος, όπως τούτο προκύπτει από την ρητή αναφορά του στα σχετικά παράπονα, που με αυτές(αντιρρήσεις) προέβαλε τούτο, απέρριψε αυτές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της κρινομένης αιτήσεώς του, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παρεπονείτο, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2942/2015 απόφασή του, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην αυτού και της αντιδίκου του, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 12 και 260 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε ματαιωμένη την ενώπιόν του συζήτηση των από 23-4-2015 αντιρρήσεών του κατά της αντιδίκου του και του από 17-3-2015 προσωρινού λογαριασμού διανομής πτωχευτικής περιουσίας του Εισηγητή της πτωχεύσεως της εταιρείας με την επωνυμία "...".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο, κατά τα ανωτέρω, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της και δίκασε εξ αρχής της υπόθεση. Με το έτερο σκέλος του αυτού πρώτου λόγου της αιτήσεως το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση της, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 5 του Δ/τος 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", και επομένου ακύρου, κλητεύσεώς του στο ακροατήριο του άνω πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, συνισταμένη στο ότι η κλήση του προς εμφάνιση ενώπιόν του για την συζήτηση της υποθέσεως, δεν επεδόθη στον Υπουργό Οικονομικών αλλά στην υπογράφουσα το δικόγραφο των επιδίκων αντιρρήσεων Δικαστική Αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ..

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σχετικές διατάξεις, δεν ιδρύεται, αφού η ερημοδικία του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όχι στο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Κατά το άρθρο 580 ΕμπΝ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 81 του Ν. 3588/2007 "πτωχευτικός Κώδικας" και εν προκειμένω εφαρμόζεται, αφού η διαδικασία της επιδίκου πτωχευτικής υποθέσεως άρχισε πριν την κατάργηση της ισχύος του την 16-9-2007 (άρθρο 180,182 παρ. 1 του νόμου τούτου), τα από τους συνδίκους ή από άλλους για λογαριασμό της πτωχεύσεως έχοντα κατατεθεί χρήματα αναλαμβάνονται μόνο με άδεια του Εισηγητή.

Ο Εισηγητής μπορεί να διατάξει ώστε τα χρήματα να αποδοθούν στους πιστωτές της πτωχεύσεως με βάση το λογαριασμό διανομής, που έχει συνταχθεί από τους συνδίκους και έχει κηρυχτεί εκτελεστός. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λογαριασμός διανομής δεν συνιστά πίνακα κατατάξεως απαιτήσεων κατά την έννοια του άρθρου 974 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί απλώς λογιστική πράξη διανομής της πτωχευτικής περιουσίας μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι πιστώσεις έγιναν δεκτές κατά την καθοριζόμενη τάξη (άρθρα 975 επ.

και 1007 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 579, 581, 648 επ. και 660 επ. ΕμπΝ), αφού προηγουμένως είχαν εξελεγχθεί κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως ή, επί απαιτήσεων του Δημοσίου, κατά τη διαδικασία του άρθρου 62 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974). Εφ' όσον δε ο λογαριασμός διανομής αποτελεί απλώς λογιστική πράξη, αρκεί να αναφέρεται το διανεμητέο ενεργητικό της πτωχεύσεως και το σύνολο των εξελεγχθεισών απαιτήσεων κάθε πιστωτή, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύσει τις απαιτήσεις αυτές ως προς το είδος και το χρόνο γενέσεώς τους, στους αμφισβητούντες δε απόκειται να ισχυριστούν με τις αντιρρήσεις τους και να αποδείξουν ότι ο λογαριασμός περιέχει νομικά ή λογιστικά σφάλματα (ΑΠ 290/2000).

Το ίδιο, πρέπει, να ισχύσει και ως προς τα προαφαιρούμενα "δικαστικά και τα χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως έξοδα και καταβολές", για τα οποία αρκεί η αναφορά στο λογαριασμό διανομής των ποσών και της αιτίας αυτών και, εφόσον αμφισβητηθούν τα εν λόγω προαφαιρούμενα κονδύλια, ο σύνδικος εξειδικεύει πλήρως αυτά, προσκομίζοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει επί των αντιρρήσεων του αμφισβητούντος δανειστή.

Λόγω της υφής της πτωχεύσεως, ως σπονδυλωτής διαδικασίας, που σκοπό έχει την ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας και τη διανομή του ενεργητικού της, κατά σύννομο συνολικά τρόπο, ανακύπτει η ανάγκη κατά τις διανομές να λαμβάνονται υπόψη και οι γεγενημένες, κατά τις εκάστοτε επί μέρους διανομές, υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας από "τα δικαστικά και τα χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως έξοδα", έστω και αν οι εντεύθεν δαπάνες δεν έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη σύνταξη του πίνακα.

Άλλως, θα γίνονταν διανομές προς πιστωτές, χωρίς να ληφθούν υπόψη γεγενημένες υποχρεώσεις της πτωχεύσεως εκ των ανωτέρω αιτίων, οι οποίες θα μπορούσαν να μην εξοφληθούν ποτέ, μετά τη διανομή όλου του προϊόντος των εκποιήσεων προς τους πιστωτές (ΑΠ 167/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 551 ΕμπΝ, ο σύνδικος δικαιούται να λάβει αντιμισθία, το ποσό της οποίας ορίζεται από το δικαστήριο ύστερα από σχετική έκθεση του Εισηγητή.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αντιμισθία, αν και, όπως ειπώθηκε, ανάγεται στα έξοδα διαχειρίσεως κλπ της πτωχευτικής περιουσίας, δεν μπορεί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 579 και 660 ΕμπΝ, να προσδιοριστεί από τον Εισηγητή και να κρατηθεί από τον σύνδικο από τα ως άνω χρήματα της πτωχεύσεως, αλλά ζητείται από αυτόν (σύνδικο) μετά την κατά τα άρθρα 556, 612, 632, 637 ΕμπΝ λογοδοσία του.

Από όλα αυτά συνέπεται ότι πριν από τη λογοδοσία δεν μπορεί ο σύνδικος να ζητήσει τον καθορισμό της αντιμισθίας, το ύφος της οποίας άλλωστε εξαρτάται και από την καλή ή όχι διαχείριση των πτωχευτικών πραγμάτων. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 551 ΕμπΝ δεν αποκλείεται, στην περίπτωση κατά την οποία προβλέπεται ότι η διαδικασία της πτωχεύσεως θα διαρκέσει επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ο καθορισμός από το δικαστήριο, όσο διαρκεί η πτωχευτική διαδικασία, προσωρινής αντιμισθίας, με την έννοια της προκαταβολής έναντι της οριστικής, η οποία θα προσδιοριστεί μετά την κατά τα ανωτέρω λογοδοσία του συνδίκου.

Η έκθεση του εισηγητή, που προαναφέρθηκε, αποτελεί μεν προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως καθορισμού της προσωρινής αντιμισθίας του συνδίκου, δεν είναι όμως δεσμευτική για το δικαστήριο. Για το ορισμένο της αιτήσεως δεν χρειάζεται ξεχωριστή αποτίμηση κάθε ενέργειας του συνδίκου, ούτε απαιτείται κάτι τέτοιο για την απόφαση του δικαστηρίου, το οποίο και λαμβάνει υπόψη, όσον αφορά τον καθορισμό της αντιμισθίας του συνδίκου, τη διάρκεια και το είδος των ενεργειών του, την αναγκαιότητα και αποτελεσματικότητα τους για την πρόοδο της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και την έκταση της πτωχευτικής περιουσίας, αυτά δε ισχύουν και όταν ο σύνδικος, κατά το χειρισμό των πτωχευτικών υποθέσεων, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, για τις οποίες δεν δικαιούται να αξιώσει τα ελάχιστα όρια αμοιβής που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 859/1998, ΑΠ 53/1995).

Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 542, 555, 591 και 647 ΕμπΝ προκύπτει, ότι αν αναφανούν διενέξεις ως προς την τάξη της διανομής, τότε οι σχετικές αντιρρήσεις πρέπει να υποβληθούν ενώπιον του Εισηγητή της πτωχεύσεως, ο οποίος μάλιστα, δυνάμενος να αποφασίσει επί της ουσίας προσωρινά, παραπέμπει οπωσδήποτε την υπόθεση, για οριστική επί της ουσίας λύση, στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε τρεις ημέρες, συντάσσοντας αντίστοιχη έκθεση, η οποία αποτελεί την αναγκαία προδικασία διεξαγωγής της σχετικής δίκης.

Στη συνέχεια εισάγονται στο αρμόδιο δικαστήριο για κρίση και απόφαση με κλήση, αφού με την τελευταία κληθούν και οι δανειστές, των οποίων προσβάλλεται με τις αντιρρήσεις η κατάταξη τους στον λογαριασμό διανομής. Για το παραδεκτό των αντιρρήσεων δεν απαιτείται να στρέφονται, κατά τρόπο πανηγυρικό, εναντίον του συνδίκου και των δανειστών, των οποίων προσβάλλουν την προνομιακή κατάταξη, πράγμα, άλλωστε, που δεν διαλαμβάνεται στα προαπαιτούμενα για κάθε έκθεση στοιχεία (άρθρο 117 ΚΠολΔ).

Αρκεί στη σχετική έκθεση να εκτίθενται, με σαφήνεια και επάρκεια, τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν την επιδιωκόμενη μεταβολή στη σειρά κατατάξεως και να προκύπτουν από αυτά οι προηγούμενοι στην κατάταξη δανειστές, την θέση των οποίων θέλει να καταλάβει εκείνος που ασκεί τις αντιρρήσεις, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν όλοι οι εν λόγω δανειστές, κλήθηκαν στο αρμόδιο δικαστήριο.

Στη συνέχεια, οι αντιρρήσεις αυτές φέρονται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου προς κρίση και απόφανση με κλήση, που επιβάλλεται με ποινή απαραδέκτου, στρεφόμενη όχι μόνο κατά του συνδίκου, που έχει συντάξει τον εν λόγω λογαριασμό, αλλά και κατά του δανειστή ή των δανειστών εκείνων, των οποίων την κατάταξη στο λογαριασμό διανομής επιδιώκει ο ασκών τις αντιρρήσεις να αλλάξει προς όφελός του και προς βλάβη εκείνων, τούτο δε προς διασφάλιση της γενικής αρχής του δικαίου, που διατυπώνεται και στο άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος, για δικαστική ακρόαση και προστασία των εν λόγω δανειστών, των οποίων τα συμφέροντα τίθενται σε αντίστοιχο κίνδυνο (ΟλΑΠ 538/1981, ΑΠ 60/1997, ΑΠ 1124/1994).

Αποκλείεται δ' έτσι η απ` ευθείας εισαγωγή των αντιρρήσεων στο δικαστήριο, σε περίπτωση δε τέτοιας απ` ευθείας εισαγωγής οι αντιρρήσεις απορρίπτονται ως απαράδεκτες, λόγω ελλείψεως της κατά το άρθρο 111 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναγκαίας προδικασίας (ΟλΑΠ 538/1981). Εξ άλλου, το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της υποθέσεως, καταρτίζει το ίδιο ορθά τον λογαριασμό διανομής κατά τρόπο που να μην υποστούν βλάβη από αυτήν την κατάρτιση οι πιστωτές, οι οποίοι δεν κλήθηκαν στη δίκη με την προαναφερόμενη κλήση προς συζήτηση των αντιρρήσεων ή και με άλλη νόμιμη κλήση που έχει προέλθει από πρωτοβουλία κάποιου από τους διαδίκους ή και από αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου (πρβλ.

άρθρο 90 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση, κατά την οποία ο λογαριασμός του συνδίκου δεν συμπίπτει προς εκείνον του δικαστηρίου και βλάπτει τον ασκούντα τις αντιρρήσεις, το δικαστήριο δέχεται τις αντιρρήσεις και μεταρρυθμίζει τον προσβαλλόμενο λογαριασμό του συνδίκου, έτσι ώστε ο λογαριασμός αυτός να συμπίπτει πλέον προς εκείνον που το δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, έχει καταρτίσει (ΑΠ 60/1997, ΑΠ 1124/1994).- Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 786/2014). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από το φάκελο της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι επί των από 23.4.2015 αντιρρήσεων που προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο κατά του από 17-3-2015 προσωρινού πίνακα (λογαριασμού) διανομής πτωχευτικής περιουσίας της συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτωχής εταιρείας με την επωνυμία "..." ο Εισηγητής της πτώχευσης, αφού τήρησε την προβλεπόμενη προδικασία, όπως προαναφέρθηκε στο οικείο μέρος τής υπό στοιχεία II μείζονος σκέψης, και δίχως να απαιτείται εν προκειμένω κλήση των δανειστών, εφόσον με τις κρινόμενες αντιρρήσεις δεν προσβάλλεται η κατάταξή τους στο λογαριασμό, προέβη στη σύνταξη της από 24.4.2015 έκθεσης, παραπέμποντας οίκοθεν τις εν λόγω αντιρρήσεις προς επίλυσή τους στο πτωχευτικό Δικαστήριο καθώς και στη σύνταξη πρόσκλησης αφενός προς τη σύνδικο της ένωσης των πιστωτών της εν λόγω πτώχευσης (με ημερομηνία επίδοσης 27-4-2015), και αφετέρου προς το Ελληνικό Δημόσιο (με ημερομηνία επίδοσης 30-4-2015) όπως παραστούν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά τη δικάσιμο της 6.5.2015.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην των διαδίκων και εξεδόθη η ως άνω πληττόμενη απόφαση. Ήδη στις 4.5.2015 και πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης το Ελληνικό Δημόσιο δια της δικαστικής πληρεξούσιας του Ν.Σ.Κ. κατάθεσε στις 4.5.2015 ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκ νέου τις από 4.5.2015 όμοιες ως άνω αντιρρήσεις της, τις οποίες προσδιόρισε για συζήτηση με την από 23-4-2015 κλήση της.

Δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης εκείνης ορίστηκε αρχικά η 11.11.2015 και μετά από αναβολή η 28.9.2016 (βλ. προσκομιζόμενο σε αντίγραφο απόσπασμα εγγραφής πολιτικών υποθέσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά - τακτική διαδικασία- της 11.11.2015).". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, στη συνέχεια έκρινε ότι η ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση των επιδίκων αντιρρήσεων, που προσδιορίστηκε με οίκοθεν διαδικαστική ενέργεια του Εισηγητή της εν λόγω πτωχεύσεως και έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 6-5-2015, μετά την οποίαν εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση, νομίμως εχώρησε, διότι προηγήθηκε χρονικά της προσδιορισθείσης για την δικάσιμο της 11-11-2015 συζητήσεως των αντιρρήσεων, την οποίαν επέσπευσε το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον με την από 23-4-2015 κλήση του και με βάση την κρίση του αυτή, ακολούθως, απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίον το τελευταίο παρεπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως εχώρησε στην εκδίκαση των αντιρρήσεων κατά την δικάσιμο της 6-5-2015, διότι ήδη εκκρεμούσε η συζήτησή τους ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, την οποία αυτό επέσπευσε, κατά τα προαναφερόμενα.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του, παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 542, 555, 591 και 647 ΕμπΝ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι με τις διατάξεις αυτές καθορίζεται, κατά τις νομικές σκέψεις που προαναφέρονται, η διαδικασία εκδικάσεως των προβαλλομένων αντιρρήσεων ως προς την τάξη της διανομής της πτωχευτικής περιουσίας και επομένως η παραβίασή τους ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ως παραβίαση δικονομικών κανόνων και όχι, όπως προβάλλει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρου αυτού.

Περαιτέρω, με βάση τις προκύπτουσες, από το σύνολο των προαναφερομένων παραδοχών του, μερικότερες παραδοχές του και ειδικότερα, ότι: 1) το προαφαιρεθέν ποσό 90.635 ευρώ, αφορά την προσωρινή αντιμισθία της αναιρεσίβλητης συνδίκου για τις μέχρι τότε δικαστικές και εξώδικες ενέργειές της, όπως αυτή (προσωρινή αντιμισθία) καθορίσθηκε, αφ' ενός μεν με την υπ' αριθμ. 2671/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, για το χρονικό διάστημα από το διορισμό της την 21-7-1998 και έως την 23-2-2015, στο ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, αφ' ετέρου δε (καθορίσθηκε) με τις υπ' αριθμ. 21/2015 και 88/2016 πράξεις του Εισηγητή της πτωχεύσεως, στα ποσά των 2.664,22 και 2.706 ευρώ αντιστοίχως, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό (των 5.264,78 ευρώ) αφορά στις ενέργειές της (αναιρεσίβλητης συνδίκου) στην εκκρεμούσα ενώπιον του 25ου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών προσφυγή της (συνδίκου) κατά του Υπουργού Οικονομικών και του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., στην ενώπιον του 1ου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επίσης εκκρεμούσα αγωγή που άσκησε η εταιρεία με την επωνυμία "..." κατά του Υπουργού Οικονομικών και του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

και τέλος στην εκκρεμούσα αίτηση αναιρέσεως της ως άνω εταιρείας κατά της υπ' αριθμ. 3138/2008 αποφάσεως του 16ου Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Π.Κ.Ε.Π.Ε. και της συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτωχεύσεως και 2) ότι, το επίσης προαφαιρεθέν ποσό των 5.535 ευρώ, αφορά την αντιμετώπιση του συνόλου των προϋπολογιζομένων εξόδων και αμοιβών του λογιστή για τα έτη 2014 έως και 2018, που ανέρχονται στο ποσό των 4.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, και ειδικότερα αφορά:

α) την κατάρτιση και υποβολή των μηνιαίων περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ των ετών 2014 έως και 2018 για την οποία η αμοιβή ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 600 ευρώ, β) την κατάρτιση - σύνταξη και υποβολή εκκαθαριστικής δηλώσεως ΦΠΑ ανά έτος για την οποία η προϋπολογιζόμενη αμοιβή ανέρχεται συνολικώς σε 100 ευρώ, γ) την σύνταξη και υποβολή Δηλώσεως Φορολογίας Εισοδήματος ανά έτος, την τήρηση διπλογραφικών βιβλίων ανά μήνα και την καταγραφή στα βιβλία εσόδων - εξόδων εισπράξεων πληρωμών κ.λπ.

κατά τακτά διαστήματα, για την οποία απαιτείται συνολικά ποσό 3.000 ευρώ, δ) την υποβολή ισολογισμών και αποτελεσμάτων, για την οποία απαιτείται δαπάνη ποσού 300 ευρώ και ε) την ενασχόληση λογιστή για την πληρωμή των περιλαμβανομένων στον πίνακα ποσών στους αναφερόμενους σ' αυτόν εργαζόμενους και αγρότες, στις οποίες πρέπει να γίνουν οι νόμιμες παρακρατήσεις 20% φόρου και 15% αντίστοιχα επί των τόκων, για τη σύνταξη δηλώσεων και την απόδοση των παρακρατηθέντων ποσών στην Εφορία ως και για την έκδοση των σχετικών βεβαιώσεων για τα έτη 2014, 2015, 2016, η αμοιβή του οποίου προϋπολογίζεται στο ποσό των 500 ευρώ, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους των ενδίκων αντιρρήσεων του αναιρεσείοντος, ότι τα ανωτέρω ποσά των 90.625 και 5.535 ευρώ, που προαφαιρέθηκαν ως αντιμισθία της συνδίκου και ως προϋπολογιζομένη αμοιβή λογιστή αντιστοίχως, είναι αόριστα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα των διανομών, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως "δικαστικά και χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως έξοδα", τόσον τις γεγενημένες κατά την σύνταξη του προσβαλλομένου πίνακα υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας, όσον και τις προϋπολογιζόμενες δαπάνες, που δεν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη σύνταξη του πίνακα, όπως οι επίδικες αυτές δαπάνες ανωτέρω προσδιορίζονται κατ' είδος και ποσό, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 551, 579, 581, 648 επ.

και 660 επ. ΕμπΝ, τις οποίες, συνεπώς, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, τα αντίθετα, που, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει το αναιρεσείον με το πρώτο και δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αιτήσεως είναι αβάσιμα. Με το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος του τρίτου λόγου της αιτήσεως το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι, το Εφετείο, με το να μη εξειδικεύσει 1) σε ποια έτη ανάγεται η πληρωμή του ποσού των 8.800 ευρώ ως φόρου επιτηδεύματος, 2) σε ποια έτη ανάγεται το προαφαιρεθέν ποσό των 8.442 ευρώ για την πληρωμή μισθωμάτων και κοινοχρήστων δαπανών του μισθωμένου γραφείου της πτωχεύσεως, ούτε ποιο είναι το μίσθιο αυτό, ούτε που κείται ούτε έναντι ποίου μισθώματος έχει εκμισθωθεί και 3) να μη παραθέσει καμιά αιτιολογία ως προς το προαφαιρεθέν ποσό των 10.000 ευρώ, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στις δύο πρώτες περιπτώσεις και στην τελευταία περίπτωση στέρησε της απαιτούμενης αιτιολογίας την προσβαλλομένη απόφασή του, και αναιρετέα κατέστησε, εξ αυτών των λόγων, αυτήν.

Ο λόγος αυτός, κατά τα ανωτέρω μέρη του, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, όπως από την επισκόπηση των ενδίκων από 23-4-2015 αντιρρήσεών του προκύπτει, το αναιρεσείον, ως προς τα ανωτέρω ποσά του προσβαλλομένου με αυτές πίνακα, ουδεμία και μάλιστα υπό συγκεκριμένο περιεχόμενο, προέβαλε αντίρρηση. Επομένως, η προβολή, για τα ποσά αυτά, αντιρρήσεων το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως των ενδίκων αντιρρήσεων και επιδίκαση μη αιτηθέντος.- Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-1-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 472/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. -Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ