Legislator Case Law & Legislation
1611/2017 AI generated

1611/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1611/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1611/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 495/2012). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 923 § 1 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 2447/1996: "όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει, ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1611 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1611/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Γ., 2) B. K. συζ. Ν. Κ., το γένος J. K., 3) Γ. Κ. του Ν., διά των ασκούντων τη γονική μέριμνα ως άνω 1ου και 2ης γονέων του, 4) Γ. Κ. του Κ. και 5) Δ. συζ. Γ. Κ., το γένος Χ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαγιάννη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 609/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου, της από 29-10-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 609/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, από το άρθρο 559 αρ. 19 και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς εκείνον που απουσιάζει, εφόσον πρόκειται περί απλής ομοδικίας. Εξ άλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Γερμανία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών.

Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού (άρθρα 2 - 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίο απευθύνονται κατά κανόνα, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.

Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα 1, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή Κανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και τις σύμβασης της Χάγης της 5ης Νοεμβρίου 1965.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής..., β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και ότι και στις δύο περιπτώσεις, η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί και γ) κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα Κανονισμό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μηνών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση προς συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως είναι η Γερμανία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την, κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ.

ΑΠ 66/2011 για επίδοση αναιρεσιβλήτου στην Κύπρο). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε, με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η κρινόμενη από 29.10.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 609/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, εκπροσωπούμενοι από τον νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαγιάννη, καθώς και το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, εκπροσωπούμενο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Α. Π. Κ., κάτοικος ..., δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Σε ότι αφορά αυτόν οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν την υπ' αριθμ. .../4.10.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης ..., από την οποία προκύπτει, ότι η ανωτέρω δικαστική επιμελήτρια, μετά από έγγραφη παραγγελία, του δικηγόρου Ιωάννη Παπαγιάννη, μετέβη στη Γουμένισσα Ν.

Κιλκίς για να επιδώσει στον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1.4.2016 και της υπ' αριθμ. ....9.2016 βεβαιώσεως του Γραμματέως του Αρείου Πάγου περί αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 16.12.2016.

Ότι επειδή δεν βρήκε τον ίδιο στη Γουμένισσα Ν. Κιλκίς στην ..., αλλά τη σύνοικό του και γιαγιά του Χ. Κ., όπως η ίδια της δήλωσε, η δικαστική επιμελήτρια την κάλεσε να της επιδώσει τα ως άνω έγγραφα, αλλ' αυτή αρνήθηκε και γι' αυτό τα κόλλησε στη θύρα της ως άνω κατοικίας του παρουσία του μάρτυρα Χ. Α. Μ., κατοίκου ....

Από την ανωτέρω όμως έκθεση επιδόσεως δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση του απολειπομένου πρώτου αναιρεσιβλήτου Α. Κ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στον προαναφερόμενο Κανονισμό 1393/2007, δεδομένου ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, κατά το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι κάτοικος Γερμανίας σε γνωστή διεύθυνση, για το λόγο δε αυτό άλλωστε ορίσθηκε προθεσμία κοινοποιήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως ενενήντα (90) ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 124 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, διότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος δεν ανευρέθηκε εκεί και δεν παρέλαβε ο ίδιος τα προς επίδοση έγγραφα.

Κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον πιο πάνω αναιρεσίβλητο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 168/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 100/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 916 ΑΚ, "όποιος δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του δεν ευθύνεται για ζημία που προξένησε", κατά δε την επόμενη διάταξη του άρθρου 917 ΑΚ", όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο, όχι όμως το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του ευθύνεται για ζημία που προξένησε, εκτός αν ενήργησε χωρίς διάκριση....".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με αυτές καθιερώνεται ο κανόνας, ότι ο ανήλικος των 10 έως 14 ετών ευθύνεται κατ' αρχήν για την αδικοπραξία που τελεί, γιατί ενεργεί με διάκριση. Αντιθέτως δεν ευθύνεται αν ενεργεί χωρίς διάκριση. Από αυτά ακολουθεί ότι, εφόσον ο ανωτέρω ανήλικος δεν ευθύνεται για την αδικοπραξία που τελεί, δεν μπορεί να του αντιταχθεί η εκ του άρθρου 300 του ΑΚ ένσταση συντρέχοντος αυτού πταίσματος στην πρόκληση της ζημίας, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για ανήλικο κάτω των 10 ετών, ο οποίος είναι μη ικανός προς καταλογισμό και δεν ευθύνεται ούτε για την περίπτωση που ο ίδιος συνέβαλε στην επέλευση της δικής του ζημίας (για τη δεύτερη αυτή περίπτωση βλ.

ΑΠ 495/2012). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 923 § 1 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 2447/1996: "όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει, ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί.

Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση". Εποπτεία, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως με τις περιστάσεις, ασκείται δε κατ' αρχήν, προκειμένου περί ανηλίκου, από τους έχοντες τη γονική μέριμνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ, οι οποίοι όμως δύναται, με άτυπη σύμβαση, να την αναθέσουν σε ορισμένο τόπο και χρόνο σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι υπόχρεο προς εποπτεία του ανηλίκου δυνάμει της συμβάσεως αυτής και υπέχει την ανωτέρω ευθύνη για τη ζημία, που ο ανήλικος προξενεί παρανόμως σε άλλον.

Με τις πιο πάνω διατάξεις καθιερώνεται τεκμήριο μαχητό σε βάρος του γονέα (εποπτεύοντος) για την ύπαρξη πταίσματός του περί την άσκηση της εποπτείας, το μέτρο της οποίας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως την ηλικία, την ωριμότητα, τη μόρφωση, αλλά και την κατάσταση της υγείας (σωματικής και πνευματικής) εποπτεύοντος και εποπτευομένου.

Το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί, εφόσον ο εποπτεύων γονέας επικαλεσθεί, ότι άσκησε στη συγκεκριμένη περίπτωση, την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία, παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, δεν μπορούσε να αποτραπεί. Το ίδιο ισχύει (ανατροπή του τεκμηρίου) και όταν ο πατέρας ισχυρισθεί και αποδείξει, ότι εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η άσκηση της εποπτείας ή όταν η ζημία προκλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που την εποπτεία στον ανήλικο ασκούσε άλλος κατόπιν συμβάσεως με τον πατέρα του.

Στην τελευταία περίπτωση ο πατέρας δεν ελευθερώνεται οπωσδήποτε από τη δική του ευθύνη, παρά μόνο εάν είχε βεβαιωθεί ότι ο τρίτος είχε τις αναγκαίες ικανότητες για να αναλάβει την εποπτεία και είχε ελέγξει ότι αυτός εκπληρώνει προσηκόντως την υποχρέωση που ανέλαβε ή εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η παράλληλη άσκηση της εποπτείας από τον πατέρα και του ελέγχου του τρίτου (ΑΠ 731/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 609/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 29-6-2005 και ώρα 13.20 ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε στην επαρχιακή ... και ..., με κατεύθυνση προς την τελευταία το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ...

αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, δυνάμει της από 25-7-2006 ΑΥΑ και στη θέση της υπεισήλθε το δεύτερο των εναγομένων, που δεν αρνείται το γεγονός αυτό. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έχει πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων και πεζοδρόμιο πλάτους 2 μέτρων.

Κατά τον ίδιο χρόνο στο ύψος του 3,7 χιλιομέτρου της οδού και στη δεξιά πλευρά της, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, αλλά εκτός του οδοστρώματος και στην αυλή παρακείμενης κατοικίας βρισκόταν ο τέταρτος των εναγόντων με τα ανήλικα τέκνα του γιου του, πρώτου των εναγόντων, ο οποίος μαζί με την δεύτερη τούτων, μητέρα τους, τα είχε εμπιστευθεί σ' εκείνον (τέταρτο) και είχαν επιστρέψει εκεί, παππούς και εγγονοί, μετά από κολύμβηση, για να ξεπλυθούν σε υφιστάμενη βρύση.

Κατά τη χρονική στιγμή που έφθασε το αυτοκίνητο στο σημείο εκείνο, κινούμενο στη δεξιά πλευρά της οδού με ταχύτητα 50 χ/ω και ανώτατο όριο 40 χ/ω, ο ηλικίας 4 ετών από τους ανηλίκους ..., ο οποίος διέφυγε της προσοχής του παππού του, τρέχοντας ανάμεσα από αγριόχορτα, που υπήρχαν εκεί και στο όμορο οικόπεδο, επιχείρησε να διασχίσει την οδό κάθετα για να μεταβεί στην απέναντι άκρη της, όπου είχε αντιληφθεί ότι βρισκόταν ένας άλλος ανήλικος, φίλος του.

Έτσι, όμως, βρέθηκε την ίδια στιγμή και στο ίδιο σημείο του οδοστρώματος με το αυτοκίνητο, που τον κτύπησε με την εμπρόσθια πλάγια δεξιά πλευρά του στο κεφάλι, τον αυχένα και στον θώρακα και εξαιτίας αυτού το σώμα του εκτινάχθηκε στο καπώ τούτου, επάνω στο οποίο μεταφέρθηκε αργά και χωρίς τροχοπέδηση εκ μέρους του εναγομένου, προκειμένου να αποφευχθεί η πτώση του μπροστά στο αυτοκίνητο, σε απόσταση 26 περίπου μέτρων, όπου ακινητοποιήθηκε τούτο και ο ανήλικος, τελικώς, έπεσε στο οδόστρωμα, έχοντας τραυματισθεί θανάσιμα, εξαιτίας προκλήσεως εσωτερικής αιμορραγίας στην κεφαλή του.

Το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι οι ενάγοντες, γονείς του παθόντος, παρέλειψαν την άσκηση εποπτείας του τέκνου τους και παρά την υποχρέωση που είχαν οι ίδιοι, ανέθεσαν αυτήν στον πατέρα του πρώτου, ο οποίος, σημειωτέον, κατά τα ειπωθέντα από εκείνον, δεν ήταν σε θέση να επιμελείται απόλυτα των εγγονών του, διότι έπασχε από δισκοπάθεια.

Αντίθετα, ο πρώτος εναγόμενος δεν επέδειξε αμέλεια, ειδικότερα δε δεν επέδειξε έλλειψη σύνεσης και δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση, όπως του αποδίδεται από τους ενάγοντες, και το ότι η ταχύτητά του υπερέβαινε κατά 10 χιλιόμετρα το επιτρεπόμενο όριο, ήταν χωρίς επιρροή, δεδομένου ότι ο ανήλικος ξαφνικά εκτινάχθηκε από τα χόρτα, που λόγω της μικρής σωματικής του διάπλασης εμπόδιζαν σε μεγάλο βαθμό να είναι αντιληπτός και ο χρόνος που μεσολαβούσε, για να διέλθει το δύο μέτρων πλάτους πεζοδρόμιο, οπότε ήταν πλέον ορατή η παρουσία του, καθώς και το ένα μέτρο εισόδου του στο οδόστρωμα εμπρός και πλάγια στο αυτοκίνητο, ήταν ελάχιστος, με συνέπεια ο εναγόμενος οδηγός να μην προλαβαίνει να κάνει οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια.

Όλα τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από τη με ημερομηνία 29.6.2005 έκθεση αυτοψίας και το σχετικό διάγραμμα του Α.Τ. Κατερίνης, τις παραπάνω καταθέσεις των μαρτύρων και κυρίως την περιλαμβανόμενη στη σχετική με την υπόθεση υπ' αριθμ. 1798/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με την οποία βεβαίως ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας του ανηλίκου από αμέλεια, αλλά τούτο δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, κατάθεση της μόνης από τους αυτόπτες μάρτυρες ..., η οποία είναι τρίτη σε σχέση με τους διαδίκους και της οποίας η κατάθεση κρίνεται ως αντικειμενική και αμερόληπτη, αντίθετα με τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων που είναι συγγενείς των διαδίκων και εκτιμώνται με τη δέουσα περίσκεψη, διελάμβανε δε, ότι κινούμενη στο αντίθετο ρεύμα κατά τον ίδιο χρόνο, αντιλήφθηκε τα συμβαίνοντα, δηλαδή ότι ο εναγόμενος αυτός δεν έτρεχε, ότι ο ανήλικος "πετάχτηκε" από την πλευρά του συνοδηγού, ότι υπήρχαν καλαμιές και ανάχωμα, ότι από την απέναντι πλευρά ("της θάλασσας") εμφανίστηκε ένα άλλο παιδί και ότι από την δική του πλευρά (του εναγομένου) δεν φαινότανε ο ανήλικος παθών.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία εκείνο έκρινε, ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού και κατόπιν τούτου επιδίκασε στους ενάγοντες ανάλογα της συνυπαιτιότητάς τους ποσά για χρηματική ικανοποίησή τους, λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και για έξοδα του πρώτου από αυτούς, δεν είναι ορθή και οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των εναγομένων είναι κατ' ουσίαν βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει οι λόγοι τους και οι αντεφέσεις ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία, ενώ οι εφέσεις πρέπει να γίνουν κατ' ουσίαν δεκτές και περαιτέρω, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η ένδικη αγωγή και ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της ελλείψεως της προσήκουσας εποπτείας του ανηλίκου και της ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητος του οδηγού στο επελθόν ατύχημα.

Από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το αποδεικτικό της πόρισμα.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους: πρώτο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 923, 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων κατόπιν σχετικού αιτήματος από το παριστάμενο, διά δηλώσεως της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Επικουρικό Κεφάλαιο, που κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Κ. και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτόν.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 609/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ