1611/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρ. 62εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313§1εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated1611/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει έτσι οι απόντες αναιρεσείοντες, καθώς και οι απόντες κληρονόμοι των αναιρεσειόντων, που κατά τα ανωτέρω απεβίωσαν μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και στη δικονομική θέση των οποίων υπεισήλθαν, να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576§2 σε συνδυασμό με άρθρ. 76§1εδ.β, 108, 110§2, 498§1 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1611 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1611/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Δ. Ν., κατοίκου ..., 2. Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 3. Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 4. Φ. συζ. Γ. Β., κατοίκου ..., 5. Κ. συζ. Γ. Τ., κατοίκου ..., 6.Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 7.Χ. χήρας Ν. Κ. το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., 8.Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 9.Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 10. Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 11.Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 12. Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 13. Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 14. Ε. συζ. Μ. Κ., κατοίκου ..., 15. Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 16. Κ. χήρας Δ. Κ., το γένος Σ. Δ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Δ. Κ., 17. Ε. Κ. του Δ., συζ. Δ. Μ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Δ. Κ., 18.Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Δ. Κ., 19.Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 20. Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 21. Ν. Δ. του Α., κατοίκου ..., 22. Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 23. Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., άπαντες οι ανωτέρω απόντες και 24. της εδρευούσης στην Κατερίνη Πιερίας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "ΑΞΩΝ", νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ταούλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομικών, και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17265/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2540/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιουλίου 2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 890/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης. Ήδη την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση με την από 16 Ιουνίου 2010 κλήση της η 24η των αναιρεσειόντων που απηύθυνε κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, και κατά των 1ης έως και 6ης, 8ου έως και 12ου, 14ης, 17ης, 18ου, 20ου, και 21ου των αναιρεσειόντων, καθώς και κατά των Ν. και Α. Κ. ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Μ. Κ. (13ου αναιρεσείοντος), Ε. Κ., ως κληρονόμου του Β. Κ. (15ου αναιρεσείοντος), Κ., Φ., Ε. και Π. Τ., ως κληρονόμων του Α. Τ. (19ου αναιρεσείοντος),Φ. χας Δ. Κ., Ν., Ζ. και Α. Κ., ως κληρονόμων του Δ. Κ. (22ου αναιρεσείοντος) και Δ., Μ. και Α. Μ. ως κληρονόμων του Ι. Μ. (23ος αναιρεσείων) Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Σαραντινού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας - καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του ανεραισιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρ. 62εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313§1εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 ΚΠολΔ.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1641/2006). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η έβδομη των αναιρεσειόντων Χ. χα Ν. Κ. και ο δέκατος τρίτος αυτών Μ. Κ. απεβίωσαν αντίστοιχα στις 23.7.1985 και 20.12.1981 (βλ. τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εικοστή τέταρτη των αναιρεσειόντων και επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "ΑΞΩΝ Α.Ε." αντίγραφα των υπ' αριθ. ... και ... ληξιαρχικών πράξεων θανάτου που συντάχθηκαν από το Ληξίαρχο Νάουσας Ημαθίας), δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και μάλιστα προγενέστερο και αυτής της άσκησης της από 8.10.1998 ένδικης αγωγής, που απευθύνθηκε και κατ' αυτών, ενώ εναντίον και αυτών ασκήθηκε στη συνέχεια και η από 30.5.2000 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 17265/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ακολούθως εξαφανίσθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2540/5.10.2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς ως προς αυτούς η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. 2. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την ως άνω επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αντίγραφα των υπ' αριθ. ..., ..., ..., ... και ... ληξιαρχικών πράξεων θανάτου, που συντάχθηκαν από τη Ληξίαρχο Νάουσας Ημαθίας, προκύπτει ότι μετά την άσκηση, στις 26.7.2002, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης απεβίωσαν αντίστοιχα στις 16.9.2002, 31.7.2008, 9.5.2004, 10.2.2005 και 29.1.2009 ο δέκατος πέμπτος, η δέκατη έκτη, ο δέκατος ένατος, ο εικοστός δεύτερος και ο εικοστός τρίτος των αναιρεσειόντων, δηλαδή ο Β.
Κ., η Κ. χα Δ. Κ., ο Α. Τ., ο Χ. Κ. και ο Ι. Μ. και άφησαν πλησιέστερους συγγενείς κατά το χρόνο του θανάτου τους ο Β. Κ. το τέκνο του Ε. Κ., η Κ. χα Δ. Κ. τα τέκνα της Ε. και Γ. Κ. (δέκατη έβδομη και δέκατο όγδοο των αναιρεσειόντων), ο Α. Τ. τα τέκνα του Κ., Ε., Π. και Φ. Τ., ο Χ. Κ. τη σύζυγό του Φ. Κ. και τα τέκνα του Ν., Α. και Ζ. Κ.
και ο Ι. Μ. τα τέκνα του Α., Δ. και Μ. Μ. (βλ. τα προσκομιζόμενα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ... και ... πιστοποιητικά του ΟΤΑ Νάουσας). Η εικοστή τέταρτη των αναιρεσειόντων (επισπεύδουσα), θεωρώντας ότι με το θάνατο των ως άνω ομοδίκων της διακόπτεται ήδη η δίκη και μάλιστα ως προς όλους τους αναιρεσείοντες, αφού κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαίας ομοδικίας, επέσπευσε τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την από 16.6.2010 κλήση της, την οποία με σκοπό να επαναληφθεί η διακοπείσα δίκη απηύθυνε και κατά των παραπάνω πλησιέστερων συγγενών των αποβιωσάντων ομοδίκων της, στους οποίους και την επέδωσε, προσκαλώντας τους στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (άρθρ. 286περ.α, 288, 291, 573§1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ. 11569/13.10.2010, 11571/13.10.2010, 11572/ 13.10.2010, 11575/13.10.2010, 11577/13.10.2010, 11581/ 13.10.2010, 11583/13.10.2010, 11584/13.10.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Β.
Κ. και υπ' αριθ. 4397γ/14.10.2010, 4398γ/ 14.10.2010, 4414γ/15.10.2010, 4416γ/ 15.10.2010, 4420γ/ 15.10.2010 και 4421γ/ 15.10.2010 του δικαστικού επιμελητή στο αυτό Πρωτοδικείο Α. Κ.). Η ιδιότητα των παραπάνω συγγενών ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αναιρεσειόντων, που απεβίωσαν, δεν αμφισβητείται και συνεπώς παραδεκτά επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, στην οποία όμως αυτοί δεν παρέστησαν κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο που προαναφέρθηκε, όπως αυτό προκύπτει από τα από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου.
Εξ άλλου από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι και οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιό του, μολονότι και αυτοί κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτησή της εικοστή τέταρτη των αναιρεσειόντων, η οποία επέδωσε και σ' αυτούς αντίγραφο της από 16.6.2010 κλήσης της (άρθρ. 122§1, 123, 126§1α, 127§1, 128, 130§1, 135§1, 136§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ. 11559/ 13.10.2010, 11560/13.10.2010, 11566/13.10.2010, 11563/ 13.10.2010, 11569/13.10.2010, 11577/13.10.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Β.
Κ., υπ' αριθ. 4308γ/15.10.2010, 4410γ/15.10.2010, 4439γ/22.10.2010 του δικαστικού επιμελητή στο αυτό Πρωτοδικείο Α. Κ. και υπ' αριθ. 3022/27.10.2010, 3028/ 1.11.2010, 3030/1.11.2010, 3039/2.11.2010, 3166/1.12.2010, 3380/27.12.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ. Π. σε συνδυασμό η τελευταία με τα από 30.12.2010 φύλλα των εφημερίδων "Ελεύθερος" και "Ριζοσπάστης").
Πρέπει έτσι οι απόντες αναιρεσείοντες, καθώς και οι απόντες κληρονόμοι των αναιρεσειόντων, που κατά τα ανωτέρω απεβίωσαν μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και στη δικονομική θέση των οποίων υπεισήλθαν, να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576§2 σε συνδυασμό με άρθρ. 76§1εδ.β, 108, 110§2, 498§1 ΚΠολΔ).
Αντίθετα απαράδεκτα η αυτή κλήση της επισπεύδουσας τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απευθύνθηκε και κατά των Ν. και Α. Κ., ως κληρονόμων του δέκατου τρίτου αναιρεσείοντος Μ. Κ., αφού ως προς αυτόν, που απεβίωσε ήδη πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, η αίτηση αναίρεσης κρίθηκε κατά τα προεκτεθέντα απορριπτέα ως απαράδεκτη. 3.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).
Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001 ΑΠ 162/1997 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513§1εδ.βπερ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους, Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, οι οποίες συντρέχουν, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998 ΑΠ 1051/1993 65/2006 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αίτησης αναίρεσης, κατά παράλειψη δηλαδή της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ.299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98περ.β ΚΠολΔ (ΑΠ 78/1999? 1983/2006).
Εξ άλλου ενδέχεται να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρ.501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές και γενικότερα οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνο από το αρμόδιο γι' αυτή δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο προκειμένου- σε περίπτωση έλλειψής τους- να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της ερήμην οριστικής απόφασης που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 15/2001).
Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη - και ούτε θα όφειλε να είναι - καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρ. 518§2 και 564§3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι όμως η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 992/1997).
Περαιτέρω από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 553§1περ.β ΚΠολΔ με τις διατάξεις των άρθρ. 74, 75 και 76§§1&4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η εκδοθείσα οριστική απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για κάθε έναν από τους ομοδίκους και συνεπώς για όσους ομόδικους η απόφαση είναι ήδη τελεσίδικη, είναι αντίστοιχα ως προς τους ίδιους προσβλητή έκτοτε και με αίτηση αναίρεσης, δηλαδή παρόλο που δεν είναι τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους.
Αντίθετα σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, που συντρέχει και όταν εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνον από τότε που θα καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001 ΑΠ 2022/2006), αφού διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η υπόθεση που κρίθηκε ήδη από τον Άρειο Πάγο για έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους να πρέπει να επανακριθεί για τον ίδιο στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης αναίρεσης άλλου ομοδίκου, αν ληφθεί υπόψη ότι η άσκηση ένδικων μέσων από οποιονδήποτε των αναγκαίων ομοδίκων έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς (άρθρ. 76§4 ΚΠολΔ).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), ότι μ' αυτή, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της πρώτης, του δεύτερου, του τρίτου, της τέταρτης, της πέμπτης, της έκτης, της έβδομης (προαποβιώσασας), του δέκατου τρίτου (προαποβιώσαντος) και της δέκατης τέταρτης των αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και αφού εξαφανίσθηκε η αντίθετη πρωτόδικη απόφαση, έγινε στη συνέχεια δεκτή η ένδικη αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων ή αναλόγως κατά των δικαιοπαρόχων τους και αναγνωρίσθηκε ότι η περιεχόμενη στα υπ' αριθ. ..., ...
και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Μουρατίδου-Ζαχαριάδου σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης στην εικοστή τέταρτη των αναιρεσειόντων ιδανικού μεριδίου επί του δασοκτήματος ..., στην οποία προέβησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες ή οι δικαιοπάροχοί τους, είναι άκυρη ως αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρ. 35 ν. 998/1979.
Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους ως άνω ερημοδικασθέντες μ' αυτή διαδίκους ή αναλόγως στους κληρονόμους όσων απ' αυτούς απεβίωσαν είτε πριν είτε μετά την έκδοσή της, ώστε να αρχίσει γι' αυτούς κατά το άρθρ. 503§1 σε συνδυασμό και με το άρθρ. 144§2 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Έτσι όμως αυτοί έχουν εξακολουθητικά δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συγχωρείται κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης και μάλιστα από οποιονδήποτε των ήδη αναιρεσειόντων, αφού μεταξύ τους, όπως ορθά έκρινε και η εφετειακή απόφαση, υφίσταται δεσμός αναγκαίας ομοδικίας κατά την έννοια του άρθρ. 76§1περ.δ' ΚΠολΔ.
Πρέπει συνεπώς για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση, αφού και ο δικηγόρος, που υπέγραψε το δικόγραφό της, δεν προκύπτει ότι έχει την αναγκαία ειδική πληρεξουσιότητα, ώστε η άσκηση απευθείας της αίτησης αυτής, δηλαδή κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης, να μπορεί να εκληφθεί ως σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τους ερημοδικασθέντες στο Εφετείο διαδίκους ή αναλόγως από τους κληρονόμους τους.
Οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει, με εξαίρεση τους Χ. χα Ν. Κ. και Μ. Κ. του Ν., που απεβίωσαν πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), στο οποίο όμως η αμοιβή του νομικού παραστάτη του θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 ν.1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.2.2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2520/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους λοιπούς, πλην των Χ. χα Ν. Κ. και Μ. Κ. του Ν., αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ