Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late service of additional grounds and failure to consider new facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the lower court's dismissal of their will dispute. The court ruled that additional grounds for appeal were inadmissible because the required document was not served on the respondent thirty days before the hearing as mandated by law. Furthermore, the court determined that the appellants' arguments regarding unconsidered facts and evidence were merely legal arguments rather than new factual matters, and since the lower court had already addressed and rejected their core claim, no ground for appeal existed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569 §2 of the Code of Civil Procedure; Articles 1724, 1730, 1732, 1733 of the Civil Code; Article 559 §8 no. 2 of the Code of Civil Procedure: Additional grounds for appeal are inadmissible if not served thirty days prior to the hearing, and an appeal based on failure to consider facts is inadmissible if the claim was already rejected as legally unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1611 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1611/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Π. Μ. του Γ. και 2. Χ. Μ. του Γ., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανώλη.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. χας Δ. Μ., το γένος Θ. Δ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυκοτραφίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/1997 μη οριστική, 113/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9-12-2008 αίτησή τους και με τους από 16-6-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Aπό το άρθρο 569 §2 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, το από 14-6-210 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16-6-2010, ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 22-9-2010, πλην όμως δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου αυτού στην αναιρεσίβλητη, αφού οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης του προσθέτου δικογράφου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
2.- Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 1724, 1730, 1732 και 1733 παρ. 2γ ΑΚ η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, κατά τα όσα διαλαμβάνονται ειδικότερα στις διατάξεις των αρθρ. 1725 έως 1737 ΑΚ.
Ο διαθέτης δηλώνει προφορικώς την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων, τα οποία συμπράττουν και τα οποία πρέπει να είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης, η οποία συντάσσεται κατά τους ορισμούς του αρθρ. 1732 ΑΚ και υπογράφεται από τον διαθέτη και από τα πρόσωπα, τα οποία συμπράττουν.
Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπογράψει, η υπογραφή του αναπληρώνεται από τη βεβαίωση της δήλωσης αυτής στην ανωτέρω πράξη του συμβολαιογράφου. Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως του αρθρ. 1733 παρ. 2γ ΑΚ συνάγεται, ότι δεν υπάρχει έδαφος μεταγενέστερης ανταποδείξεως, ότι δηλαδή ο διαθέτης μπορούσε να υπογράψει, έτσι δε δεν υπάρχει έδαφος έρευνας αν η δήλωση του διαθέτη, ότι αδυνατεί να υπογράψει, ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια, ο δε λόγος αδυναμίας της υπογραφής είναι αδιάφορος.
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν αναφέρονται τα εξής: "Οι ενάγουσες (και ήδη αναιρεσείουσες) με την υπό κρίση από 5-12-1996 αγωγή τους ιστορούν ότι η υπ' αριθμ…./1981 δημόσια διαθήκη της εκ πατρός μάμμης τους Π. χήρας Σ.
Μ., που απεβίωσε στις 15-6- 1982, την οποία συνέταξε η συμβολαιογράφος Λεύκτρου Λιλίκα Πολυμενέα-Κοζομπόλη, είναι άκυρη και για το ότι "Η διαθήκη αυτή δεν υπεγράφη από την διαθέτιδα μάμμη μας ως εις το ίδιον το συμβόλαιον της διαθήκης βεβαιούται, λόγω "αδυναμίας" να υπογράψη. Η μάμμη μας εγνώριζε γράμματα, έγραφε και υπέγραφε.
Δια να δηλώση λοιπόν ότι αδυνατεί να υπογράψη, δύο πράγματα πρέπει να συνέβαιναν: ή ότι πράγματι αδυνατούσε να υπογράψη ή ότι δεν ήθελε να υπογράψη και εδήλωσε αδυναμία δια να μην υπογράψη .... Η διαθέτης μάμμη μας δεν ώρισεν την αιτίαν, δι' ην εκωλήθη να υπογράψη". Με βάση τα ανωτέρω ζητούν, επικαλούμενες έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθεί, για την άνω αιτία, η ακυρότητα της διαθήκης.
Με το άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθότι η δημόσια διαθήκη δεν είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι δεν φέρει την υπογραφή της διαθέτιδας, αφού αυτή, όπως στην αγωγή σαφώς αναγράφεται κατά τα ως άνω, δήλωσε αδυναμία υπογραφής, γεγονός το οποίο, ότι δηλαδή αδυνατεί να υπογράψει, βεβαιώνεται στη συμβολαιογραφική πράξη, είναι δε αδιάφορος ο λόγος αδυναμίας της υπογραφής".
Με το να απορρίψει το Εφετείο την αγωγή, κατά την ως άνω βάση της, ως μη νόμιμη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.
3.- Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ της έλλειψης νόμιμης βάσης, ελέγχονται οι ελλείψεις της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν δημιουργείται, όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμησή του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία, απέρριψε τους ισχυρισμούς τους περί "έμμεσης αρνήσεως υπογραφής της διαθήκης εκ μέρους της διαθέτιδας και περί ουσιαστικής αποκληρώσεώς τους με αυτήν".
Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, απαράδεκτος. 4.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Οι από τις εν λόγω διατάξεις λόγοι αναίρεσης προϋποθέτουν την έρευνα της αλήθειας ή μη των πραγματικών περιστατικών της αγωγής και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Οι αναιρεσείουσες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αντιδίκου τους.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτές αγωγικό ισχυρισμό "περί του ότι η διαθέτιδα δε θέλησε να υπογράψει τη διαθήκη". Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δέχθηκε "πράγματα" ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Τέλος με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (οι αναιρεσείουσες) προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης της δημόσιας διαθήκης της Π. χήρας Σ. Μ., ως προς την αναγραφείσα δήλωση της αδυναμίας υπογραφής της. Όλοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι και συγκεκριμένα, οι από τους αριθ. 11 περ.γ' και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύονται (οι λόγοι αυτοί), όταν η αγωγή απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη, όπως εν προκειμένω, ο από τον αριθ. 8 περ.
β' του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ως απαράδεκτος, διότι, ο ως άνω ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειουσών και, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο εν λόγω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος με την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, και, τέλος, ο από τον αριθ.20 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή (κατά την προδιαληφθείσα βάση της) ως μη νόμιμη, λαμβάνοντας υπόψη όσα διαλαμβάνονταν σ' αυτή και δεν προέβη σε παραμόρφωση του επικαλούμενου εγγράφου, δηλαδή της δημόσιας διαθήκης της Π.
χήρας Σ. Μ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-12-2008 αίτηση αναίρεσης της Π. Μ. κ.ά. και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης που ασκήθηκαν με το από 14-6-2010 δικόγραφο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ