Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appeal filed by six companies against a lower court's judgment. The appellants argued for a re-evaluation of evidence and facts but failed to specify which documents were misassessed or which legal rules were violated. The court ruled that these arguments were inadmissible due to their lack of precision and specificity required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticle 561 § 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument regarding the poor evaluation of evidence is inadmissible if it fails to specify the exact documents misassessed, the specific facts overlooked, the violated legal rules, and the nature of the reasoning defects.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1611 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1611/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) χ1, 2) Ανώνυμης Χαλυβουργικής Εταιρείας "Χαλυβουργική Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Λιβεριανής Εταιρείας ".....", που έχει την έδρα της στην Αθήνα, ..... Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Εταιρείας του Λιχτενστάιν "......", που έχει την έδρα της στην ..... του Λιχτενστάιν και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Αλλοδαπής Εταιρείας ".....", που έχει την έδρα της στην .... του Λιχτενστάιν και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Λιβεριανής Εταιρείας "....." που έχει την έδρα της στην ..... της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπαζίνα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ψ1, 2) ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Απόστολο Γεωργιάδη, Σταύρο Γεωργιάδη και Αναστασία Μαγείρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/12/2003, 28/7/2004 και 23/5/2005 αγωγές και τις από 30/4/2004, 8/2/2005 και 27/6/2005 ανταγωγές, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1630/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3800/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/8/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 8/5/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρο 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται :
α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού, και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή είναι ορισμένη, εφόσον, εκτός από τα στοιχεία του ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ιδίου Κώδικα, περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, γενόμενη επισκόπηση του δικογράφου της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγής, η έκτη αναιρεσείουσα έκτη ενάγουσα Λιβεριανή εταιρία με την επωνυμία "......" ισχυρίζεται, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της (σελ. 32, 84), ότι στις 6.3.1995 ο πρόεδρος και ο διαχειριστής και γραμματέας της ανωτέρω εταιρίας "....", ενεργώντας απατηλά, πώλησαν το πλοίο με το όνομα "Δ1", ναυπηγήσεως 1988, ..... 63918 DW τόνων, που ανήκε στην ιδιοκτησία της, στην εταιρία με την επωνυμία ".......", που ανήκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο πρώτο εναγόμενο, αντί τιμήματος 18.000.000 δολαρίων ΗΠΑ και ότι ο πρώτος εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παρανόμως, με την ηθική αυτουργία της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεύτερης εναγόμενης, το τίμημα της πωλήσεως αυτής, καταθέτοντας αυτό όχι στο ταμείο της πωλήτριας εταιρίας, αλλά σε ατομικούς του λογαριασμούς, ζήτησε δε με την αγωγή αυτή να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενεργητικώς νομιμοποιούμενη ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "......" το ποσό των 18.000.000 δολαρίων, νομιμοτόκως κατά το αίτημα αυτής.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή δεν περιείχε τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, αφού δεν εκτίθεται σε αυτή, θεμελιούμενη σε μόνη την επικαλούμενη, γενόμενη δε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο πρώτο εναγόμενο παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος του πωληθέντος πλοίου, κατά ποίο τρόπο έγινε η παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος από τον ανωτέρω με κατάθεση σε ατομικούς του λογαριασμούς, δοθέντος ότι αυτή προϋπέθετε την κατά κάποιο τρόπο περιέλευση του ποσού αυτού στην κατοχή του ιδίου, δεν συνιστά δε παράνομη ιδιοποίηση η τυχόν μη καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος από την αγοράστρια εταιρία με την επωνυμία ".....", που ανήκε στην ιδιοκτησία του.
Επί πλέον ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη δεύτερη εναγόμενη η αγωγή είναι αόριστη και για τον πρόσθετο λόγο, ότι δεν εκτίθεται σε αυτή σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της, αφού δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά γεγονότα, τα οποία να θεμελιώνουν τη φερόμενη ως διαπραχθείσα από αυτή ηθική αυτουργία στην υπεξαίρεση του ανωτέρω ποσού από τον πρώτο αναιρεσίβλητο εναγόμενο σύζυγό της.
Τέλος, πλήρως αόριστη είναι η αγωγή και για την ακροθιγώς αναφερόμενη ως θεμελιωτική αξίωσης αποζημιώσεως απάτη κατά την πώληση του πλοίου, ενόψει του ότι δεν προσδιορίζεται, με αναφορά στα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, η επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά με σκοπό την πώληση του πλοίου και την ιδιοποίηση του τιμήματος, αλλά και ο αιτιώδης μεταξύ αυτών σύνδεσμος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο η έκτη αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "......", ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγή κατά το κεφάλαιό της αυτό ως αόριστη και απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ως εκ τούτου υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 599 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 2.
Επειδή, με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ για κήρυξη παρά το νόμο απαραδέκτου, ελέγχεται αναιρετικά και η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που απέρριψε την αγωγή, λόγω ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας (ΟλΑΠ 1573/81). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 2, 118 αριθ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλ.
η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης με ποινή απαραδέκτου προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις, κατά μείζονα δε λόγο ούτε με την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Η διάταξη του άρθρου 224 εδαφ. β του ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, και μάλιστα εκείνους που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2002 από 15.12.2003 αγωγής (σελ. 82 αυτής), ο αναιρεσείων πρώτος ενάγων ισχυρίστηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος πρώτος εναγόμενος οφείλει σε αυτόν το ποσό των 3.396.000 δολαρίων, "το οποίο ήταν μερίσματα και κέρδη της Διεθνούς Κτηματικής Εταιρείας ΑΕ, που κατακράτησε και υπεξαίρεσε" και ζήτησε να υποχρεωθεί εκείνος να του τα καταβάλει.
Όμως, όπως συνάγεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό, ως αόριστη, γιατί δεν εκτίθονταν στοιχειωδώς σε αυτή η σχέση και οι περιστάσεις, με βάση τις οποίες ο πρώτος ενάγων ήταν δικαιούχος (κατ' είδος και ύψος) των ποσών αυτών και ο πρώτος εναγόμενος οφειλέτης έναντι αυτού για την απόδοση τους, δεχόμενο περαιτέρω ότι η αοριστία αυτή δεν ήταν δεκτική θεραπείας με την προσθήκη των προτάσεων του.
Ήδη, με το δεύτερο λόγο του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, που οδήγησε στην απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αόριστου, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. Όμως, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως στο δικόγραφο της αναιρέσεως γίνεται επίκληση πραγματικών γεγονότων, που δεν περιλαμβάνονταν στο περιεχόμενο της υπ' αριθ.
εκθ. καταθ. 11.542/2002 από 15.12.2003 αγωγής, αλλά αποτελούσαν περιεχόμενο της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 2.233/2001 από 16.10.2001 άλλης αγωγής του, από το δικόγραφο της οποίας ο αναιρεσείων πρώτος ενάγων παραιτήθηκε νομίμως (βλ. σελ.62, 63 και 67 της αγωγής). Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς απέρριψε το αίτημα αυτό της ανωτέρω αγωγής ως αόριστο, γι' αυτό και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και ως τέτοια απαράδεκτη και άκυρη είναι αβάσιμος.
3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες, όμως, αυτοί εφαρμόζονται τότε μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το ότι το δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τους εφάρμοσε (ΑΠ 1.463/2006, 168/2006, 421/2000).
Στην κρινόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, όσον αφορά την ουσιαστική απόρριψη του αιτήματος για την επιδίκαση του ποσού των 20.000.000 δολαρίων, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γιατί το δικαστήριο, αν και διαπίστωσε κενό στην αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται στον αναιρετικό αυτό λόγο σε ποια σύμβαση αναφέρεται, δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 173 και 200 του ΑΚ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα : "Δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος πρώτος εναγόμενος ψ1 υπεξαίρεσε 20.000.000 δολάρια από την περιουσία της αναιρεσειουσών δεύτερης έως πέμπτης εναγουσών εταιριών της υπ' αριθ.
εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγής. Ειδικότερα από το λογαριασμό του Γ1 εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στο ψ1 τρεις επιταγές ποσού 10.000.000, 5.000.000 και 5.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, με ημερομηνίες 24.3.2000, 28.3.2000 και 11.4.2000 αντίστοιχα, δεν αποδείχτηκε, όμως, ότι τούτο έγινε προκειμένου ο ψ1 να τις χρησιμοποιήσει ως "κεφάλαιο κίνησης" της δεύτερης και για την "ενίσχυση της λειτουργίας" των λοιπών εναγουσών εταιριών, καθόσον μάλιστα, αν πράγματι ο Γ1 είχε τέτοιο σκοπό, θα εξέδιδε τις επιταγές σε διαταγή των εν λόγω εταιριών.
Αν πάλι υποτεθεί, ότι χορήγησε τις επιταγές στο ψ1 με την εξουσία να κρίνει ο τελευταίος, αν έπρεπε ή όχι και με ποιους όρους να παραδοθούν αυτές στις πιο πάνω εταιρείες ή στον χ1, τότε δεν θεμελιώνεται η υπεξαίρεση του ποσού των επιταγών, στην οποία βασίζεται το σχετικό κονδύλιο". Από τις παραδοχές αυτές καθίσταται φανερό, ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τους αποτελούντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι στην περίπτωση αυτή δεν επρόκειτο περί ερμηνείας συμβάσεως ή δηλώσεως βουλήσεως συμβληθέντων, αφού τέτοια σύμβαση δεν υπήρξε, ενώ η αναφορά στο σκοπό του Γ1 αποτελούσε απλώς επιχείρημα για την υποστήριξη της κρίσεως του δικαστηρίου και όχι δήλωση βουλήσεως, ώστε αυτή να έχει ανάγκη ερμηνείας.
Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
4. Επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγής, οι αναιρεσείουσες δεύτερη έως πέμπτη ενάγουσες, ισχυρίστηκαν, ότι ζημιώθηκαν το ποσό των 10.000.000 δολαρίων, που αποτελεί τους τρέξαντες τόκους από τον Απρίλιο του 2000 έως την έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής επί του ποσού των 20.000.000 δολαρίων, που υπεξαίρεσε ο αναιρεσίβλητος πρώτος εναγόμενος, τους τόκους δε αυτούς υπολόγισαν με ποσοστό 10% ετησίως, με βάση τον τόκο Libor του Λονδίνου 7% + 3%, και ζήτησαν την επιδίκαση του ποσού αυτού.
Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εν λόγω αγωγής, σε αυτή αφενός μεν δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητούνται οι εν λόγω τόκοι, αφετέρου δε ούτε και ο τρόπος υπολογισμού τους επί του υπεξαιρεθέντος ποσού, ενώ κατά συστοιχία προς τα ανωτέρω γίνεται λόγος στην αγωγή και περί "κατά προσέγγιση προσδιορισμού τούτων από τούδε στο ποσοστό 50% συνολικά".
Επομένως, το Εφετείο, με να απορρίψει το περί καταβολής τόκων ύψους 10.000.000 δολαρίων ΗΠΑ αίτημα αυτό της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγής ως αόριστο και συνακολούθως ως απαράδεκτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, και όχι παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα και απαράδεκτο, γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης του δικογράφου της αγωγής ως προς το αίτημα αυτό, ενώ επί πλέον απαραδέκτως επιχειρείται με το αναιρετήριο η άρση της αοριστίας του σχετικού αιτήματος της εν λόγω αγωγής, είναι αβάσιμος.
5. Επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγής ο αναιρεσείων πρώτος ενάγων εκθέτει σε αυτή, ότι οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι "άρπαξαν τα δύο χαλυβουργεία .... και ..... και τον ζημίωσαν κατά το ποσό των 350.000.000 δολαρίων", χωρίς όμως να προσδιορίζει στην αγωγή αυτή, πώς απέκτησε την κυριότητα του ενός τρίτου (1/3) των μετοχών αυτών, ποια ήταν η ονομαστική ή χρηματιστηριακή αξία τους και πόσες μετοχές διέθετε η καθεμιά εταιρία, ώστε να εξάγεται η επικαλούμενη ζημία του.
Συνεπώς, το σχετικό αίτημα της αγωγής ήταν πλήρως αόριστο και ακολούθως ορθώς απορρίφθηκε κατά το μέρος τούτο η αγωγή αυτή ως άκυρη και απαράδεκτη.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πρώτος ενάγων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε το αίτημα της αγωγής του για επιδίκαση του ποσού των 350.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, που αντιστοιχούσε στην αξία του 1/3 των μετοχών των χαλυβουργείων .... και ....., τις οποίες υπεξαίρεσαν οι αναιρεσίβλητοι, ως αόριστο, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 11/1996).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας απήντησε επί του ισχυρισμού των διαδίκων και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τον έκτο λόγο του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο και το τρίτο μέρος αυτού, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε ότι δεν ασχολήθηκε με την κύρια βάση της αγωγής για λογοδοσία του πρώτου εναγομένου και τώρα αναιρεσίβλητου, από το έτος 1986 και επόμενα και ότι άφησε το σχετικό αίτημα αδίκαστο.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ασχολήθηκε με την κύρια βάση της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 6.612/2004 από 28.7.2004 αγωγής για λογοδοσία λόγω της υπ' αυτού διαχειρίσεως της κοινής τους περιουσίας από το 1986 και έπειτα ως την άσκηση της αγωγής και απήντησε επί του αιτήματος αυτού της αγωγής για λογοδοσία απορρίπτοντάς το (βλ.
φύλλο 19 αυτής). Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης, και κατά τα δύο μέρη του είναι αβάσιμος. 7. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση ή απαράδεκτο, με βάση δε το λόγο αυτό αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και άκυρη λόγω αοριστίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του έκτου λόγου του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα απέρριψε την επικουρική, στηριζόμενη δε στην κληρονομική διαδοχή του θανόντος στις 5.6.2001 και από αυτούς εξαδιαθέτου κληρονομηθέντος πατέρα τους Γ1, βάση της αγωγής για παροχή λογοδοσίας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο για το μετά το 2001 χρονικό διάστημα, ενώ η οποιαδήποτε αοριστία μπορούσε να συμπληρωθεί με τις αποδείξεις.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής δεν μνημονεύονται οι (λοιπές, πλην των χαλυβουργικών) εταιρίες που τελούσαν υπό τη διαχείριση του αναιρεσίβλητου, ούτε μπορεί να συμπληρωθεί η έλλειψη αυτή με τις αποδείξεις, σε σχέση δε με τις χαλυβουργικές εταιρίες δεν εκτίθεται στην αγωγή, ότι ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος των μετοχών αυτών, με συνέπεια να αποτελούν μέρος της κληρονομίας και ο πρώτος αναιρεσείων να θεμελιώνει επ' αυτών δικαίωμα για την παροχή λογοδοσίας και την απόδοση του καταλοίπου.
Επομένως, το Εφετείο ορθώς απέρριψε την περί λογοδοσίας, με βάση την κληρονομία του ανωτέρω θανόντος, επικουρική βάση της αγωγής και τη σχετική με αυτή αίτηση ως αόριστη και ως τέτοια απαράδεκτη και άκυρη, γι' αυτό και ο έκτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
8. Επειδή, ο πρώτος αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ, απορρίφθηκαν αποζημιωτικά αιτήματα της αγωγής, πρώτα ως αόριστα και στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει περαιτέρω σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα. Ο λόγος αυτός, στηριζόμενος και στην εσφαλμένη προϋπόθεση της διπλής απορρίψεως των ίδιων αιτημάτων της αγωγής, είναι προδήλως αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται σε αυτόν α) ποια είναι τα αιτήματα αποζημιώσεως που απορρίφθηκαν, με δεδομένο μάλιστα ότι τέτοια αιτήματα υπήρχαν, τόσο στην υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγή, όσο και στην υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 5.500/2005 από 23.5.2005 αγωγή, και β) το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης κατά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ. Επιπλέον, κατά το μέρος, που πλήττεται η ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την ύπαρξη της ιστορούμενης στις αγωγές εταιρίας, την εξ αυτής σχέση κοινωνίας, τις ανύπαρκτες υπεξαιρέσεις από τον πρώτο εναγόμενο σε βάρος του πρώτου ενάγοντος από τη σχέση της κοινωνίας και τη μη ύπαρξη υποχρεώσεως λογοδοσίας για ανύπαρκτη εταιρία ή σχέση κοινωνίας, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
9. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 15/2006, 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίσή του, δέχτηκε τα ακόλουθα :
"Α. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ1 και ο πρώτος αναιρεσείων Χ1 είναι αδελφοί, τέκνα του Γ1, που απεβίωσε στις 5.6.2001. Το έτος 1948 ο Γ1 και οι δικοί του αδελφοί Γα και Γβ ίδρυσαν την εταιρία με την επωνυμία "Χαλυβουργική ΑΕ" και στη συνέχεια μεγάλο αριθμό άλλων επιχειρήσεων, κυρίως εξωχώριες (off shore) εταιρίες, στις οποίες ανήκαν τα περιουσιακά τους στοιχεία από την κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Οι εν λόγω επιχειρήσεις τελούσαν υπό την ενιαία και κοινή διοίκηση και έλεγχο των τριών αδελφών, Γα, Γβ και Γ1, οι οποίοι ήταν και οι πραγματικοί δικαιούχοι των μετοχών των επιχειρήσεων αυτών, κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας. Ο Γα και Γβ δεν είχαν κατιόντες και έτσι είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους και με τον αδελφό τους Γ1, ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους δύο το ποσοστό του στις κοινές επιχειρήσεις θα περιερχόταν κατ' ισομοιρία στον Γ1 και τον άλλο αδερφό.
Το έτος 1974 απεβίωσε ο Γα και το ποσοστό του (1/3) περιήλθε στους άλλους δύο αδελφούς, ενώ το έτος 1986 δολοφονήθηκε ο Γβ και το ποσοστό του (1/2 πλέον) περιήλθε στον Γ1, ο οποίος με τον τρόπο αυτό έγινε ο αποκλειστικός κύριος όλων των επιχειρήσεων του ομίλου ..... (και των περιουσιακών τους στοιχείων), που είχε έως τότε δημιουργήσει με τους δύο αδελφούς του.
Δεν αποδεικνύεται, ότι οι διάδικοι Χ1 και Ψ1 συμβλήθηκαν μέχρι το έτος 1986 με τους θείους και τον πατέρα τους για να συμμετέχουν από κοινού και ισότιμα στις επιχειρήσεις εκείνων (δηλαδή κατά 1/5 ο καθένας), ιδρύοντας συναφώς αφανή εταιρεία, από την οποία θα απέρρεε σχέση κοινωνίας. Αλλά και μετά το 1986 δεν αποδεικνύεται, ότι έλαβε χώρα συμφωνία του Γ1 και Ψ1 με τα τέκνα του Χ1 για την από κοινού και ισότιμη συμμετοχή τους στις επιχειρήσεις του και στα περιουσιακά του στοιχεία.
Ο Γ1, όσο βρισκόταν στη ζωή, είχε μεταβιβάσει χαριστικώς τα περιουσιακά στοιχεία στα παιδιά του και τους είχε παραχωρήσει διαχειριστικές αρμοδιότητες σε διάφορες επιχειρήσεις του, χωρίς όμως να συστήσει με αυτούς αφανή εταιρία κάνοντάς τους συνεταίρους, και μάλιστα με ισότιμο με το ίδιο ποσοστό, στις επιχειρήσεις και την εν γένει περιουσία του.
Άλλωστε, ο πρώτος αναιρεσείων χ1 επανειλημμένα είχε αναγνωρίσει την αποκλειστική ιδιοκτησία και κυριαρχία του πατέρα του Γ1 στον "όμιλο ......", με δηλώσεις του που έδειχναν είτε ότι αυτός (Χ1) προσδοκούσε να αποκτήσει στο μέλλον, με κληρονομιά από τον πατέρα του, περιουσιακά στοιχεία του ομίλου, είτε ότι είχε ήδη αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία του ομίλου κατόπιν παραχώρησης του πατέρα του, δηλαδή με δηλώσεις του, που φανέρωναν ότι στα περιουσιακά αυτά στοιχεία ο ίδιος Χ1 δεν είχε δικό του αυτοτελές δικαίωμα.
Συγκεκριμένα, σε έγγραφο με ημερομηνία 11.5.1998, που επιγράφεται ως "δήλωση" του Χ1 "ως νομίμου μεριδούχου της οψέποτε κληρονομιάς του Γ1...", ο Χ1 ανέφερε, μεταξύ των άλλων, ότι "...προσθέτω ότι αναγνωρίζω ως ισχυρά κάθε πράξη του πατρός μου περί κατανομής των γνωστών εις εμέ περιουσιακών στοιχείων αποδεχόμενος ανεπιφυλάκτως την κρίση του και υπερασπίζομαι τη διαχείριση και ιδιοκτησία του ως έχει ούτος διακηρύξει, επανειλημμένως ότι κατέχει...".
Σε έγγραφο με ίδια ημερομηνία (11.5.1998) του Χ1 προς τον Γ1, ο πρώτος αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι "... αποδέχομαι πλήρως τη σύστασή σου και δηλώ, ότι εις τα πλαίσια της γενικότερης γραμμής προστασίας που χαράζεις ...". Σε "δήλωση" του Χ1 προς τον Γ1, χωρίς ημερομηνία, οπωσδήποτε όμως συνταχθείσα μετά τις 15.4.1998, ο Χ1 ανέφερε μεταξύ άλλων "...Σέβομαι και υποκλίνομαι εις την εν τω μεταξύ παρέμβασή σας.
Ήδη μετά από αυτή καταργώ κάθε δικαστική εξέλιξη προστασίας των νομίμων δικαίων μου ως μεριδούχου... προσβλέπω δε ανεπιφυλάκτως εις την ηγεμονία σας εφ ολοκλήρου του ομίλου ...". Περαιτέρω, και ο ίδιος ο Γ1, επανειλημμένα μέχρι το θάνατο του, είχε διακηρύξει την αποκλειστική κυριαρχία και ιδιοκτησία του στις επιχειρήσεις του "ομίλου .......".
Ειδικότερα, σε ανακοίνωση του, που εκδόθηκε από το γραφείο του με ημερομηνία 31.12.1998 και δημοσιεύθηκε στον ημερήσιο τύπο στις 3.1.1999, αναφέρονται τα εξής : "Μετά από 70 χρόνια αδιάκοπης, επιμόνου και σκληρής εργασίας, τόσο εις την Ελλάδα, όσον και εις το εξωτερικό, δημιούργησα επιχειρήσεις βιομηχανικού και εφοπλιστικού αντικειμένου, των οποίων είχα προσωπικώς την πλήρη ευθύνη μέχρι το έτος 1998, ασκών τη διεύθυνση και την οικονομική τους διαχείριση.
Ήδη απεφάσισα να αναθέσω τη διεύθυνση των επιχειρήσεων μου εις τους δύο υιούς μου : Εις τον κ. Χ1 τη διεύθυνση των επιχειρήσεων μου, που εδρεύουν εις την Ελλάδα. Εις τον κ. Ψ1 την διεύθυνση των επιχειρήσεών μου που εδρεύουν εις το Εξωτερικό. Σημειώνω, ότι η ως άνω ρύθμιση δεν σχετίζεται ούτε συνδέεται με οιασδήποτε οικονομικάς παροχάς προς αυτούς, στις οποίες προέβην κατά καιρούς ως κύριος και οικονομικός διαχειριστής των επιχειρήσεών μου.
Γνωστοποιώ τα ανωτέρω κατηγορηματικώς προς παν πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που επιθυμεί ή πρέπει να γνωρίζει εις ποίον εξακολουθούν να ανήκουν οι επιχειρήσεις μου και ποίοι, κατά εξουσιοδότησή μου, ασκούν σήμερα τους τομείς της διευθύνσεώς των εν Ελλάδι και στο εξωτερικό. Όσον αφορά τις γνωστές δραστηριότητές μου εθνικού και κοινωνικού αντικειμένου, διευκρινίζω ότι αυτές αποτελούν το σταθερό όραμά μου και θα συνεχίσω προς τις ίδιες κατευθύνσεις".
Ενόψει όλων αυτών, δέχθηκε το Εφετείο, πως δεν αποδείχτηκε, ότι υπήρξε μεταξύ των Χ1 και Ψ1 η εξιστορούμενη στις αγωγές εταιρία και η εξ αυτής απορρέουσα σχέση της κοινωνίας, και συνακόλουθα δεν ήταν βάσιμες ούτε οι εκτιθέμενες στις αγωγές υπεξαιρέσεις του Ψ1 από το μερίδιο του Χ1 σε τέτοια (ανύπαρκτη) κοινωνία, ούτε η υποχρέωση λογοδοσίας του Ψ1 για τη διαχείριση εταιρίας (ή κοινωνίας).
Β. Περαιτέρω, είπε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι στην περιουσία του Γ1, κατά το χρόνο του θανάτου του, υπήρχαν 60 τόνοι χρυσού αξίας 640.000.000 ευρώ (οι οποίοι στην πρώτη αγωγή προσδιορίζονται σε 30 τόνους αξίας 100.000.000 δολαρίων), ενόψει, και των ασαφών καταθέσεων των μαρτύρων ως προς το ζήτημα αυτό. Δεν αποδείχθηκε ακόμα ούτε, ότι ο Ψ1 υπεξαίρεσε 20.000.000 δολάρια από την περιουσία της δεύτερης έως και πέμπτης των εναγουσών εταιριών της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγής. Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι από το λογαριασμό του Γ1 εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στο Γ1 τρεις επιταγές, ποσού 10.000.000, 5.000.000 και 5.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., με ημερομηνίες 24.3.2000, 28.3.2000 και 11.4.2000 αντίστοιχα, δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι τούτο έγινε προκειμένου ο Ψ1 να τις χρησιμοποιήσει ως "κεφάλαιο κίνησης" της δεύτερης και για την "ενίσχυση της λειτουργίας" των λοιπών εναγουσών εταιριών, καθόσον μάλιστα, αν πράγματι ο Γ1 είχε τέτοιο σκοπό, θα εξέδιδε τις επιταγές σε διαταγή των εν λόγω εταιριών. Αν πάλι υποτεθεί, ότι χορήγησε τις επιταγές στο Ψ1 με την εξουσία να κρίνει ο τελευταίος, αν έπρεπε ή όχι και με ποιους όρους να παραδοθούν αυτές στις πιο πάνω εταιρίες ή στον Χ1, τότε δεν θεμελιώνεται η υπεξαίρεση του ποσού τω επιταγών, στην οποία βασίζεται το σχετικό κονδύλιο. Τέλος, κατά μείζονα λόγο, δεν αποδείχθηκε συμμετοχή της δεύτερης εναγομένης στις ενέργειες που αποδίδονταν στον πρώτο εναγόμενο.
Γ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, είπε το Εφετείο, ότι ο Γ1 απεβίωσε χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του ..... και τους γιους του Ψ1 και Χ1 κατά ποσοστά 2/8, 3/8 και 3/8 αντίστοιχα. Η κληρονομιαία περιουσία συνίστατο σε οκτώ ακίνητα, καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, της Τράπεζας της Ελλάδος και των εταιριών "ΑΤΛΑΣ ΑΕ", "ΒΕΜΕΞΥΛ ΑΕ", μερίσματα απαιτητά από τις εν λόγω μετοχές, μετρητά και απαιτήσεις (βλ.
την υπ' αριθ. .... κοινή δήλωση φόρου κληρονομιάς). Από κανένα αποδεικτικό μέσον, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι ο Ψ1, ως συγκληρονόμος, άσκησε διαχείριση στα κληρονομιαία αυτά περιουσιακά στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα επικουρικά αιτήματα των ένδικων αγωγών περί υποχρέωσής του προς λογοδοσία ως διαχειριστή της κοινής κληρονομιάς".
Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμα, που στηρίζει τη μη ύπαρξη της εταιρικής σχέσης και της σχέσεως της κοινωνίας και την ανυπαρξία υπεξαίρεσης, αφού δεν υπήρχε διαχείριση περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος από τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, αφού περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά την ανυπαρξία της επικληθείσας εταιρικής σχέσεως και της σχέσεως κοινωνίας και της υπεξαίρεσης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το όγδοο λόγο του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμα.
10. Επειδή, ο πρώτος αναιρεσείων με τον ένατο λόγο του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατική αιτιολογία, ως προς τον προσδιορισμό της πατρικής κληρονομιάς και της υποθέσεως, την οποία διαχειρίστηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος. Όμως, ο λόγος αυτός κατά το σχετικό μέρος του είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως συνάγεται από τις αναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε διαχείριση επί της πατρικής κληρονομιάς, με συνέπεια τυχόν αντίφαση στις παραδοχές ως προς την έκταση της πατρικής περιουσίας και συνακολούθως της κληρονομιάς τούτου να μην ασκεί εδώ έννομη επιρροή, πέραν του γεγονότος ότι η επισημαινόμενη "αντίφαση" ανάγεται στην κρίση περί διαφορετικών περιουσιών, αλλά κατά διαφορετικούς χρόνους.
11. Επειδή, περαιτέρω ο πρώτος αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του ένατου λόγου του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ειδικότερα δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου, περιεχόμενη στις από 27.11.1993 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στις συνεκδικασθείσες με τις τρεις αγωγές του από 30.4.2004 και 8.2.2005 πρώτη και δεύτερη ανταγωγές εκείνου, ότι "άσκησε διαχείριση της πατρικής περιουσίας και μάλιστα κατά τρόπο επωφελή και γι' αυτόν".
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των επικαλούμενων διαδικαστικών εγγράφων, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν προήλθε σε δικαστική ομολογία, ότι άσκησε διαχείριση επί της πατρικής περιουσίας. Συγκεκριμένα, ο ίδιος απλά και μόνο επικαλέστηκε το γεγονός, ότι ο πρώτος αναιρεσείων ισχυριζόταν στο παρελθόν, ότι άσκησε διαχείριση επί της πατρικής περιουσίας και ότι με το γενόμενο συμβιβασμό απεδέχθη, ότι ουδέποτε θα επανέλθει επί του ισχυρισμού αυτού.
Με τον τρόπο αυτό, ο πρώτος αναιρεσίβλητος αναλύει τους όρους και τις συνέπειες του γενόμενου συμβιβασμού, χωρίς να ομολογεί οποιαδήποτε πράξη διαχειρίσεως της πατρικής περιουσίας γενόμενη από τον ίδιο. Επομένως, ο ένατος και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος του Α' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και δή στην ύπαρξη δικαστικής ομολογίας του πρώτου αναιρεσίβλητου.
12. Επειδή, με το υπό τον υπότιτλο "Γενικά" πρώτο μέρος του Β' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, αμφισβητείται η ουσιαστικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί του αναπόδεικτου της υπάρξεως κοινωνίας και περί του ότι, όλη η περιουσία ανήκε στον πατέρα των διαδίκων Γ1 και υποστηρίζεται ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της αγωγής και των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Με τις αιτιάσεις, όμως, αυτές δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αλλά πλήττεται απαραδέκτως η από το δικαστήριο της ουσία ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). 13. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση του λόγου αυτού είναι η ουσιαστική εκτίμηση της βάσης της αγωγής, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας του συμβιβασμού α) λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη και αισχροκέρδειας (άρθρο 178, 179 του ΑΚ), και β) αντίθεσης στη διάταξη του άρθρου 872 του ΑΚ, απορρίφθηκε ως αόριστο, και γ) εξαιτίας της επικλήσεως της υπάρξεως αμοιβαίων υποχωρήσεων ως μη νόμιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του ίδιου κεφαλαίου της αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, γιατί απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής για ακυρότητα του συμβιβασμού χωρίς καμία αιτιολογία. Όμως, όπως προειπώθηκε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αίτημα της αγωγής ως αόριστο ή μη νόμιμο και δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, γι' αυτό και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν ερεύνησε το σχετικό λόγο εφέσεως, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο ερεύνησε τον λόγο τούτο και τον απέρριψε.
14. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, στα αποδεικτικά δε αυτά μέσα περιλαμβάνεται και η κατ' άρθρο 352 § 1 του ΚΠολΔ δικαστική ομολογία. Είναι, όμως, πρόδηλο, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο δεν προέβη σε εκτίμηση αποδείξεων και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, οπότε δεν υπήρχε λόγος να εκτιμήσει τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα σε αυτό αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του Β' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, που επικαλέστηκε, ήτοι ότι με το γενόμενο συμβιβασμό ο ίδιος παραιτήθηκε από την αξίωση των 376.000.000 δολαρίων χωρίς να λάβει κανένα απολύτως αντάλλαγμα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί το σχετικό αίτημα για ακύρωση του συμβιβασμού απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και το Εφετείο δεν προέβη στην ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων επ' αυτού. Αλλά, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο αυτό, ο λόγος αυτός στηρίζεται και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσίβλητων εναγομένων (σελ. 106 αυτών), δεν υφίσταται η επικαλούμενη δικαστική ομολογία.
Σχετικά, ο ισχυρισμός των εναγομένων είχε ως περιεχόμενο, ότι "παρατηρήθηκε το παράδοξο να παραιτείται ο ενάγων από αξίωση εναντίον μου ποσού 376.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, χωρίς να λαμβάνει κανένα απολύτως αντάλλαγμα από τον εναγόμενο, δηλαδή εμένα, επειδή ακριβώς είχε ικανοποιηθεί, πέραν των ορίων του συμβιβασμού αυτού, από τρίτο μη διάδικο, δηλαδή τον πατέρα μας, πράγμα που αποτελούσε μοναδική επιδίωξη του αντιδίκου - αδελφού μου ευθύς εξαρχής", τα περιστατικά όμως αυτά δεν συνιστούν την επικαλούμενη δικαστική ομολογία.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρθ. 8 του ίδιου Κώδικα, είναι απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται σε αυτόν, ότι ο ισχυρισμός, ότι "ο ένδικος από 2.3.2000 συμβιβασμός ήταν άκυρος γιατί έγινε χωρίς καμία υποχώρηση του πρώτου αναιρεσίβλητου", που απορρίφθηκε πρωτοδίκως και δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του ανωτέρω άρθρου και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.
ώστε να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
15. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1710 του ΑΚ κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι).
Συνεπώς, η περιουσία του θανόντος συνιστά κατά νόμο σύνολο, που αποτελεί αντικείμενο του κληρονομικού δικαιώματος, ως περιουσία δε νοείται το σύνολο των δεκτικών αποτιμήσεως δικαιωμάτων (ακόμη και τα υπό αίρεση ή προθεσμία) και υποχρεώσεων του ατόμου καθώς και των εννόμων πραγματικών καταστάσεων, είτε αυτά βρίσκονται στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων πρώτος ενάγων με τον τρίτο λόγο του Β' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε α) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ παραβιάζοντας τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1710 του ΑΚ, διότι δέχθηκε ότι στην κληρονομιαία περιουσία του θανόντος στις 5.6.2001 Γ1 περιλαμβανόταν μόνο η περιουσία του στην ημεδαπή, και β) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσεως, διότι διέλαβε σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κληρονομία του θανόντος ανωτέρω, αφού αλλού μεν δέχεται (φύλλο 19ο οπίσθια σελίδα), ότι αυτή απαρτιζόταν από "οκτώ ακίνητα, καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, της Τράπεζας της Ελλάδος και των εταιριών "ΑΤΛΑΣ ΑΕ", "ΒΕΜΕΞΥΛ ΑΕ", μερίσματα απαιτητά από τις εν λόγω μετοχές, μετρητά και απαιτήσεις", ενώ σε άλλες παραδοχές της, αποκλείοντας την κατά οποιονδήποτε τρόπο διάθεση περιουσιακών στοιχείων του θανόντος στους διαδίκους γιους του όσο ήταν εν ζωή, δέχεται την ύπαρξη μεγάλης περιουσίας στο εξωτερικό (χαλυβουργεία, ναυτιλιακές εταιρίες, εξωχώριες επιχειρήσεις κλπ.).
Όμως, ο πρώτος αναιρεσείων αλυσιτελώς προβάλλει το τρίτο αυτό λόγο αναιρέσεως του Β' κεφαλαίου και κατά τα δύο αυτά μέρη του, διότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, πως δεν αποδείχθηκε ότι "ο Ψ1, ως συγκληρονόμος, άσκησε διαχείριση στα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα επικουρικά αιτήματα των ένδικων αγωγών περί υποχρεώσεώς του προς λογοδοσία ως διαχειριστή της κοινής κληρονομιάς", η παραδοχή δε αυτή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό κατά την απορριπτική του αιτήματος λογοδοσίας του ως διαχειριστή συγκληρονόμου διάταξή του. 16.
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 718 του ΑΚ, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 734 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται αναλόγως και επί γνήσιας και μη γνήσιας διοικήσεως αλλοτρίων (άρθρα 730 επ., 739 ΑΚ), ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα σχετικά με την υπόθεση που του ανατέθηκε και μετά το πέρας της εντολής οφείλει λογοδοσία, ανάλογη δε υποχρέωση για λογοδοσία έχει, κατά τα άρθρα 1889 και 303 του αυτού Κώδικα, και ο συγκληρονόμος της κληρονομίας, εφόσον έχει τη διαχείριση της κοινής κληρονομίας και αυτή συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες.
Εξάλλου, οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται, κατά το άρθρο 577 § 3 του ΚΠολΔ, αν στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτούς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του Γ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος αυτού, καθώς και τους λοιπούς κατά τα οικεία μέρη τους, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 718 του ΑΚ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένως απέρριψε το αίτημά του για λογοδοσία ως προς την περιουσία του εσωτερικού ως αόριστο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα αυτό για λογοδοσία δεν απορρίφθηκε ως αόριστο, αλλά ως κατουσίαν αβάσιμο, διότι έγινε δεκτό, ότι δεν αποδείχτηκε σχέση κοινωνίας για να υπάρχει υποχρέωση λογοδοσίας, ούτε ότι ο αναιρεσίβλητος πρώτος εναγόμενος άσκησε διαχείριση σε κληρονομιαία ακίνητα, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για λογοδοσία.
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δηλαδή ότι το αίτημα της αγωγής για λογοδοσία απορρίφθηκε ως αόριστο. Περαιτέρω, ο πρώτος αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, χωρίς όμως να προσδιορίζει τα "πράγματα" αυτά, με συνέπεια ο λόγος αυτός κατά το μέρος τούτο να είναι αόριστος. Το Εφετείο εν πάση περιπτώσει δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη τους περί υποχρεώσεως λογοδοσίας για την περιουσία εσωτερικού και εξωτερικού ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους και απέρριψε. Κατά τα λοιπά με τον ίδιο λόγο πλήττεται απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, η από το δικαστήριο της ουσίας ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.
17. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 2, 118 αριθ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλ.
η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης με ποινή απαραδέκτου προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις, κατά μείζονα δε λόγο ούτε με την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε βάσει των ισχυρισμών του εναγομένου.
Ο τελευταίος μάλιστα δεν ενεργεί κακοπίστως όταν προτείνει την αοριστία της αγωγής ή δεν συμπράττει στη άρση της. Η διάταξη του άρθρου 224 εδαφ. β του ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, και μάλιστα εκείνους που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος.
Η διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, η διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει τη δίκαιη δίκη, όπως και η διάταξη του άρθρου 5 του ΚΠολΔ, που παρέχει τη δυνατότητα στα δικαστήρια να ζητήσουν τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων από Ελληνικές ή αλλοδαπές αρχές στο εξωτερικό προϋποθέτουν ορισμένο και παραδεκτό αίτημα στην αγωγή για παροχή έννομης προστασίας, με δίκαιη δίκη και δεν αποτελούν νομική βάση για άρση της οποιασδήποτε αοριστίας του δικογράφου της αγωγής.
Ούτε συνάγεται από τις διατάζεις αυτές, ότι τα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση, που απορρέει από αυτές, να προβαίνουν σε αυτεπάγγελτη έρευνα των ουσιαστικών προϋποθέσεων των ενώπιόν τους εκκρεμών υποθέσεων, με σκοπό να συμπληρώσουν την αοριστία της αγωγής και να αποδώσουν με την ενέργειά τους αυτή ουσιαστική δικαιοσύνη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τους πρώτο κατά το οικείο μέρος του, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους του Γ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων, με την αιτιολογία ότι το Δικαστήριο τούτο έπρεπε με επίκληση και ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών να δεχτεί τα αιτήματα της υπ' αριθ.
εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 πρώτης αγωγής υπό στοιχεία στην προσβαλλόμενη απόφαση δ), ε) και στ), που αφορούσαν το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, την αποζημίωση για αξία μετοχών και το επικουρικό αίτημα για λογοδοσία, ως προς την περιουσία του εξωτερικού, ως ορισμένα και παραδεκτά, να συμπληρώσει τις ελλείψεις των αιτημάτων αυτών με αυτεπάγγελτη έρευνα και να μην τα απορρίψει ως αόριστα, δίχως ασφαλώς να υποστηρίζεται στους λόγους αυτούς, ότι τα εν λόγω αιτήματα ήταν ορισμένα, διότι περιείχαν όλα τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση τους κατά νόμο.
Είναι δε προφανές, σύμφωνα με όσα έχουν παραπάνω αναφερθεί, ότι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι με την επίκληση και εφαρμογή των εν λόγω, συνταγματικής και λοιπών διατάξεων, δεν ήταν δυνατό να συμπληρωθεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που έπασχε κατά τον προσδιορισμό συγκεκριμένων αγωγών τραπεζών, καταθέσεων και μετοχών, αλλ' ήταν και μη νόμιμη κατά το πρώτο μέρος, ένεκα της αδυναμίας άρσεως του τραπεζικού απορρήτου δι' αποφάσεως του Πολιτικού Δικαστηρίου. 18.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις της διάταξης που εφαρμόστηκε, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο του Γ' κεφαλαίου των λόγων αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ στερώντας την απόφαση του νόμιμης βάσεως.
Τούτο δε διότι, ενώ δέχεται ότι δεν υπήρχε σχέση αφανούς εταιρείας και κοινωνίας και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε υποχρέωση λογοδοσίας, παραλλήλως δέχεται ότι αποδείχθηκε το έλασσον, ήτοι ότι υπήρχε σχέση εντολής για αποκλειστική διαχείριση, από τον πρώτο εναγόμενο και τώρα πρώτο αναιρεσίβλητο, της πατρικής περιουσίας στο εξωτερικό.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν αναφερθεί σε προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο δέχεται (φύλλο 18 της απόφασης), ότι ο πατήρ των διαδίκων είχε αναφέρει στο τέλος του 1998 : "απεφάσισα να αναθέσω τη διεύθυνση των επιχειρήσεών μου στους δύο υιούς μου, στον Χ1 τη διεύθυνση των επιχειρήσεων μου που εδρεύουν στην Ελλάδα και στον Ψ1 τη διεύθυνση των επιχειρήσεων μου που εδρεύουν στο εξωτερικό".
Από την παραδοχή αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αναφέρει ανάθεση ( μέλλουσας) διεύθυνσης και όχι διαχείρισης, σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές, δεν συνάγεται ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε τη διαχείριση των επιχειρήσεων του εξωτερικού, και μάλιστα από το 1986, και ότι για το λόγο αυτό υπήρχε υποχρέωση λογοδοσίας του αναιρεσίβλητου πρώτου εναγόμενου και ως εκ τούτου αντιφατική αιτιολογία.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως του Γ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
19. Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που κάποιος διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως είναι και η δικαστική ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία, κατά το άρθρο 352 § 1 του ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 552/2005).
Ωστόσο, για να είναι παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για τη μη λήψη υπόψη παρά το νόμο ομολογίας, πρέπει να έχει γίνει επίκληση της από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να γίνεται μνεία αυτής της επικλήσεως στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 339 και 352 του ΚΠολΔ, απόδειξη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε αυτή να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 115/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τον έκτο λόγο του Γ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε, κατ' ορθή εκτίμηση, την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ (και όχι του αριθ. 8) του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη ομολογία του αναιρεσίβλητου πρώτου εναγομένου, "ότι αυτός πράγματι διαχειρίστηκε ως εντολοδόχος αποκλειστικής διαχείρισης τη γνωστή ως περιουσία του ομίλου του πατέρα του στο εξωτερικό".
Όμως, στο λόγο αυτό αναιρέσεως δεν εκτίθεται, πού και πότε προέβη ο αναιρεσίβλητος πρώτος εναγόμενος στην ομολογία αυτή, ούτε αν ο πρώτος αναιρεσείων ενάγων επικαλέστηκε την ομολογία αυτή του αντιδίκου του ενώπιον του Εφετείου.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος. Πέραν δε τούτου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεν προκύπτει τέτοια ομολογία του πρώτου εναγομένου. Ειδικότερα, στην από 2.3.2003 σύμβαση συμβιβασμού, οι σχετικές αναφορές περί διαχείρισης του πρώτου εναγομένου έγιναν σε σχέση με σχετικούς ισχυρισμούς του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος είχε υποστηρίξει τέτοιες απόψεις, που ανακαλούνται από αυτόν με τη σύμβαση συμβιβασμού. Ούτε από το κείμενο των προτάσεων του πρώτου εναγομένου προκύπτει τέτοια ομολογία διαχείρισης εκ μέρους του της πατρικής περιουσίας.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. 20. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 § 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την αποδιδόμενη με αυτόν στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια.
Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για μη λήψη υπόψη πραγμάτων, πρέπει για το ορισμένο αυτού να εκτίθενται τα "πράγματα" ήτοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, λόγοι εφέσεως κλπ. (ΑΠ 1.441/2007, 731/2007, 195/2006), οι οποίοι παρότι προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Στην αντίθετη περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 738/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8, 9 και 19 του ΚΠολΔ, διότι δεν απήντησε επί των εξήντα πέντε (65) λόγων εφέσεως, που συνιστούν "πράγματα".
Για τη νομική θεμελίωση του λόγου αυτού οι αναιρεσείοντες παραθέτουν στο αναιρετήριο τους 65 λόγους εφέσεως εκθέτοντας α) επιγραμματικά το περιεχόμενό τους, και β) ολόκληρο το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και εκφράζουν το παράπονο, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν έκρινε κατουσίαν όλους τους λόγους εφέσεως, ζητούν δε, με αντιπαραβολή των λόγων εφέσεως και του κειμένου των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να κριθεί ότι δεν απήντησε το Εφετείο επί των λόγων της έφεσης και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, ο πρώτος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζονται σε αυτόν, ούτε το ακριβές περιεχόμενο κάθε λόγου εφέσεως, ούτε η σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να ερευνηθεί αν η τελευταία απήντησε ή όχι σε όλους ή ορισμένους και ποίους εκ των λόγων αυτών, καθώς και αν έχει νόμιμη βάση ή άφησε αίτημα αδίκαστο. 21.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως αυτός προϋποθέτει την από το δικαστήριο συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος και συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν προβαίνει σε ουσιαστική εκτίμηση αποδείξεων.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό, λόγο εφέσεως κλπ.
και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδαφ. γ του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002 κατά το άρθρο 15 του ν. 2.943/2001, εφαρμόζεται δε σύμφωνα με το άρθρο 524 § 1 του άνω Κώδικα, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικώς οι προϋποθέσεις της δόσεως αυτών πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Αν λείπει έστω και μία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, που ερευνά αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αυτές, για να λάβει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, πρέπει να αναφέρει, ότι λήφθηκαν μετά από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (ΑΠ 218/2005, 1.259/2001, 85/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8, 11, 14, 19, 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεν ερεύνησε τους αναφερόμενους λόγους έφεσης και δεν απήντησε σε αυτούς ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα ή υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν : 1) Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αυτού, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, την αιτίαση της παραμόρφωσης της από 2.3.2000 έγγραφης συμβάσεως συμβιβασμού. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το σχετικό αίτημα για ακύρωση του συμβιβασμού, απορρίφθηκε ως αόριστο και εν μέρει ως μη νόμιμο και δεν εισήλθε το Εφετείο στην ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ για τη θεμελίωση του λόγου της παραμορφώσεως του εγγράφου προϋποτίθεται η ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, 2) με το δεύτερο μέρος του λόγου αυτού, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 11 του ΚΠολΔ, την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ομολογίας, του πρώτου αναιρεσίβλητου, ως αποδεικτικού μέσου και τη μη έρευνα των σχετικών λόγων έφεσης.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι το σχετικό αίτημα ακύρωσης του συμβιβασμού απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστο και εν μέρει ως μη νόμιμο και δεν εισήλθε αυτό στην ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να λάβει υπόψη και να εξετάσει την επικαλούμενη δικαστική ομολογία. Ανεξάρτητα, όμως, από το απαράδεκτο αυτό, ο λόγος αυτός στηρίζεται και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσίβλητων εναγομένων (σελ. 106 αυτών), δεν υφίσταται η επικαλούμενη δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου, όπως έχει αναφερθεί και σε προηγούμενη σκέψη, 3) με το τρίτο και τέταρτο μέρος του δεύτερου λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν απάντησε επί του 12ου, 13ου και 15ου από τους λόγους εφέσεως, που αφορούσαν την ακύρωση του συμβιβασμού.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο απήντησε (φύλλο 11ο απόφασης) και απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής ως αόριστο, όπως έχει ειπωθεί και σε προηγούμενη σκέψη, 4) με το πέμπτο και έκτο μέρος του δευτέρου λόγου την αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν απήντησε επί του 22ου, 26ου και 27ου λόγου εφέσεως, που αφορούσαν την εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματος για ακύρωση των παραιτήσεων από προηγούμενες αγωγές.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο απήντησε (φύλλο 7ο απόφασης) και απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής, 5) με το έβδομο μέρος του ίδιου λόγου την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν δέχτηκε τους λόγους εφέσεως, για την ύπαρξη κοινωνίας δικαιώματος και συγκυριότητας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο απήντησε επί των σχετικών λόγων εφέσεως (φύλλο 18ο, 19ο απόφασης). Κατά τα λοιπά, με την, κατ' επίφαση, επίκληση ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και άρα στερείται νόμιμης βάσεως, πλήττεται στην πραγματικότητα η απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του άνω Κώδικα, ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και κατά το μέρος αυτό ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, 6) με το όγδοο μέρος του ίδιου λόγου την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβαλλόμενο με τον 33ο λόγο εφέσεως αγωγικό ισχυρισμό τους, που αφορούσε εξήντα (60) τόνους χρυσού.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο απήντησε σε αυτόν και τον απέρριψε ως αβάσιμο (φύλλο 19ο της απόφασης), 7) με το ένατο μέρος του δεύτερου λόγου την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη του 39ου, 40ου και 41ου λόγου έφεσης, που αφορούσαν τη μη τήρηση διαδικασίας εξώδικης επίλυσης διαφορών για τις ανταγωγές.
Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ίδιου κώδικα, είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο απήντησε επί των λόγων αυτών εφέσεως και τους απέρριψε (12ο φύλλο απόφασης), 8) με το δέκατο μέρος του ίδιου λόγου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη του 43ου λόγου εφέσεως, που αφορούσε την επιδίκαση της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), 9) με το ενδέκατο μέρος του δεύτερου λόγου την αιτίαση της μη λήψεως υπόψη του 50ου λόγου, που αφορούσε εταιρίες και τραπεζικούς λογαριασμούς.
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο απήντησε και τον απέρριψε (φύλλο 15/16 υπό στοιχείο στ' απόφασης), 10) με το δωδέκατο και το δέκατο τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου για τη μη λήψη υπόψη του 53ου και 54ου λόγων εφέσεως, που αφορούσαν την ύπαρξη διαχείρισης και υποχρέωσης για λογοδοσία, πλήττεται απαραδέκτως, με κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 του ΚΠολΔ, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, (φύλλο 19ο της απόφασης, άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), 11) με το δέκατο τέταρτο μέρος του ίδιου λόγου την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη του 55ου λόγου εφέσεως, που αφορούσε ανυπόγραφο σχέδιο συμφωνητικού.
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνα που αναφέρει (φύλλο 16ο απόφασης).
Συνεπώς, αξιολόγησε και το έγγραφο αυτό, 12) με το δέκατο πέμπτο μέρος του λόγου αυτού την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη του 56ου λόγου έφεσης, που αφορούσε κληρονομιαία ακίνητα. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο απήντησε επ' αυτού και τον απέρριψε ως αβάσιμο (φύλλο 19ο απόφασης), 13) με το δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο μέρος του δεύτερου λόγου την αιτίαση της μη λήψεως υπόψη του 58ου και 59ου λόγου εφέσεως. Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι οι λόγοι αυτοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν, στη συνέχεια δε απορρίφθηκαν και τα σχετικά αιτήματα αποζημιώσεως για ποσό 18.000.000 δολαρίων και 3.396.000 δολαρίων ως αόριστα, και 14) με το δέκατο όγδοο μέρος του δεύτερου λόγου την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη της υπ' αριθ. 2.986/18.5.2005 ένορκης βεβαίωσης του Ζ1, όπως προέβαλαν με τον 61° λόγο εφέσεως. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι ορθώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση αυτή, αφού, κατά τις παραδοχές του, η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν λήφθηκε νομοτύπως, διότι δεν είχαν κλητευθεί εμπρόθεσμα οι εναγόμενοι (φύλλο 16° απόφασης).
22. Επειδή, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο : 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε ν' αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ 1.194/2007, 1.068/2007, 608/2007).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό, λόγο εφέσεως κλπ.
και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, διότι δεν απήντησε επί του 29ου, 30ου, 31ου και 32ου λόγου εφέσεως, οι οποίοι αφορούσαν τη διαχείριση της περιουσίας του πατέρα του πρώτου στο εξωτερικό μετά το θάνατο του και ότι άφησε αδίκαστη τη σχετική αγωγή του ως προς το αίτημα αυτό.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απήντησε επί των ανωτέρω λόγων εφέσεως και δίκασε το επί της άνω διαχειρίσεως αίτημα της αγωγής, το οποίο απέρριψε εν μέρει μεν ως αόριστο και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμο (φύλλο 15ο, 16ο και 19ο της απόφασης). Με το δεύτερο μέρος του ίδιου τρίτου λόγου ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710, 1884, 303, 304 ΑΚ, 473 - 477 του ΚΠολΔ και την έλλειψη νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύεται σε αυτόν σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων ή η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών. Κατά τα λοιπά με τον τρίτο λόγο αυτό πλήττεται απαραδέκτως η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
23. Επειδή, από τη διάταξη 268 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 § 4 του Ν. 3.043/2002, ορίζεται ότι ο εναγόμενος, μετά την εκκρεμοδικία, μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, η οποία ασκείται είτε με χωριστό δικόγραφο, που επιδίδεται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, είτε με τις προτάσεις της § 1 του άρθρου 237, που στην περίπτωση αυτή κατατίθενται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 214 Α §§ 1 και 10 ΚΠολΔ, αγωγές που έχουν ως αντικείμενο διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά την τακτική διαδικασία, δεν μπορεί να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα εξώδικης επίλυσης, ενώ η τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας δεν είναι υποχρεωτική ως προς τις παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις και άλλες παρεμπίπτουσες αγωγές.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η προθεσμία επίδοσης της ανταγωγής είναι τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αγωγής και δεν είναι υποχρεωτική η τήρηση της διαδικασίας απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς ως προς την ανταγωγή. Οι δικονομικές αυτές διατάξεις που ρυθμίζουν τον τρόπο ασκήσεως των ανταγωγών, ως προς όλους τους διαδίκους και δεν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ αυτών, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 20 § 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, μήτε στο άρθρο 14 § 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ανταγωγή αρκεί να ασκείται τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση, χωρίς αυτό να παραβιάζει την αρχή της ισότητας των διαδίκων και ότι δεν είναι υποχρεωτική η τήρηση της διαδικασίας απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς και για την ανταγωγή και ορθώς απέρριψε τον αντίθετο ισχυρισμό - ένσταση του πρώτου αναιρεσείοντος αντεναγόμενου περί απαραδέκτου των ανταγωγών των αναιρεσίβλητων αντεναγόντων.
Με τον τέταρτο λόγο του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, διότι δεν κήρυξε το απαράδεκτο της άσκησης και της συζήτησης των ανταγωγών με επίκληση της παραβιάσεως της συνταγματικής αρχής της ισότητας των διαδίκων και των παραπάνω ειδικών διατάξεων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τη δικαιολογία ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί ερμηνείας δικονομικών διατάξεων, όπως είναι τα άρθρα 237 και 214 ΚΠολΔ.
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου της αίτησης αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθ. 8 (και όχι από τον αριθ. 9), ότι το Εφετείο δεν απάντησε επί του 38ου και 42ου λόγων εφέσεως, που αφορούσαν το απαράδεκτο των ανταγωγών. Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση (φύλλα 12ο, 13ο απόφασης) το Εφετείο απήντησε επί των ανωτέρω λόγων της εφέσεως και τους απέρριψε.
24. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 2, 118 αριθ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλ.
η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης με ποινή απαραδέκτου προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις, κατά μείζονα δε λόγο ούτε με την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Η διάταξη του άρθρου 224 εδαφ. β του ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, και μάλιστα εκείνους που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 πρώτης αγωγής, ο ήδη πρώτος αναιρεσείων πρώτος ενάγων ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως συμβιβασμού που έγινε στις 2.3.2000, λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη και αισχροκέρδειας, αντίθεσης στις διατάξεις του άρθρου 872 ΑΚ και έλλειψης αμοιβαίων υποχωρήσεων.
Για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτού των αγωγών παραθέτει το κείμενο της σύμβασης του συμβιβασμού και τις σχετικές διατάξεις. Περαιτέρω, όμως, ο πρώτος ενάγων δεν εκθέτει στις αγωγές του σε τί συνίσταται η αντίθεση του συμβιβασμού προς τα χρηστά ήθη ή ποια ήταν η προφανής δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, ποια γεγονότα, που αναφέρθηκαν και αποτέλεσαν τη βάση του συμβιβασμού ήταν αναληθή ή αν πλανήθηκαν οι δύο συμβαλλόμενοι ή ο ένας, ούτε αν η πλάνη τους ήταν τέτοιας σημασίας ώστε αν αυτοί γνώριζαν την αλήθεια δεν θα κατάρτιζαν τη σύμβαση του συμβιβασμού.
Επίσης, ως προς το τρίτο αίτημα εκτίθενται υποχωρήσεις και από την πλευρά του πρώτου εναγομένου, όπως η παράδοση στον πρώτο ενάγοντα όλων των μετοχών της Χαλυβουργικής Α.Ε. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, ορθώς κρίθηκε η αγωγή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απορριπτέα ως προς τα δύο πρώτα αιτήματα ως αόριστη και ως προς το τρίτο αίτημα ως μη νόμιμη.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ, διότι α) παρά το νόμο κήρυξε εν μέρει απαράδεκτη και άκυρη την αγωγή, απορρίπτοντας τα δύο πρώτα αιτήματα ως αόριστα, και β) παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 178, 179 και 871 ΑΚ με την απόρριψη του τρίτου αιτήματος ως μη νόμιμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11, 12 και 19 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε αποδεικτικό μέσο, που αυτός επικαλέστηκε, και δη τη δικαστική ομολογία του πρώτου εναγομένου.
Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι λόγοι αυτοί από τους αριθμούς 11, 12 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν θεμελιώνονται, όταν το Εφετείο απορρίπτει τα αιτήματα ως αόριστα και μη νόμιμα και δεν εξετάζει την ουσία, όπως συνέβη και στην παρούσα περίπτωση (ΑΠ 1.258/2007).
25. Επειδή, περαιτέρω οι πρώτος και έκτη αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 αγωγής για την καταβολή αποζημίωσης λόγω της υπεξαιρέσεως του ποσού 18.000.000 δολαρίων, που αποτελούσε το εισπραχθέν τίμημα της πωλήσεως του πλοίου με το όνομα "Δ1".
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με την αιτιολογία που εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη, του πρώτου λόγου του Α' κεφαλαίου των ίδιων λόγων αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, με τον οποίο επίσης οι αυτοί αναιρεσείοντες παραπονούνται, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το 58ο λόγο εφέσεως, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο απήντησε επί του λόγου αυτού και τον απέρριψε (φύλλο 14° περ.
α απόφασης). Περαιτέρω, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι αφού το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ως αόριστο και το δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία, δεν θεμελιώνεται ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1.258/2007) 26. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 α του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδαφ. γ του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002 κατά το άρθρο 15 του ν. 2.943/2001, εφαρμόζεται δε σύμφωνα με το άρθρο 524 § 1 του άνω Κώδικα, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Με την ίδια προϋπόθεση λαμβάνονται υπόψη και οι στην αλλοδαπή συντασσόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Έλληνος Προξένου, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 27 εδαφ. ιε του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" εκπληρώνει καθήκοντα ληξιάρχου και συμβολαιογράφου στην αλλοδαπή (ΑΠ 54/2003). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον έβδομο λόγο του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλουν, κατ' εκτίμηση, την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 α του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των Ε1 και Ε2, παρότι αυτές ήταν άκυρο αποδεικτικό μέσο, αφού συντάχθηκαν σε αναρμόδιο πρόσωπο και όχι ενώπιον αρμόδιας αρχής.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 16° αυτής), οι ένορκες βεβαιώσεις αυτές λήφθηκαν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι έγιναν ενώπιον της αναπληρώτριας του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη Ζυρίχη Β1 μετά από, τη βεβαιούμενη σε αυτή, νομότυπη κλήτευση των αναιρεσειόντων εναγόντων.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Ζυρίχη είναι αρμόδια αρχή για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων στο εξωτερικό, ενώ επιπλέον δεν προκύπτει, ότι η Β1 δεν μπορούσε να είναι αναπληρώτρια του Γενικού Προξένου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το σχετικό ουσιώδη ισχυρισμό, που συνιστούσε "πράγμα", είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο απήντησε επί της δικονομικής ενστάσεως αυτής και την απέρριψε.
Ενώ, ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται επί παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων.
27. Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδαφ. γ του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002 κατά το άρθρο 15 του ν. 2.943/2001, εφαρμόζεται δε σύμφωνα με το άρθρο 524 § 1 του άνω Κώδικα, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικώς οι προϋποθέσεις της δόσης αυτών πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Αν λείπει έστω και μία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, που ερευνά αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αυτές, νομίμως δεν λαμβάνει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, εφόσον βεβαιώνει στην απόφαση του, ότι αυτές δεν λήφθηκαν μετά από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, στις οποίες ημέρες δεν περιλαμβάνεται το Σάββατο (ΑΠ 421/2005, 218/2005, 1.259/2001, 85/2001).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 144 § 1 του ΚΠολΔ, οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επομένης μη εξαιρετέας ημέρας. Εξετέρου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό, λόγο εφέσεως κλπ. και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο λόγο του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλουν, κατ' εκτίμηση, την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την αριθ. 2.986/18.5.2005 ένορκη βεβαίωση του Ζ1, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, με την αιτιολογία ότι δεν κλητεύθηκαν εμπρόθεσμα οι εναγόμενοι, ενώ στην πραγματικότητα είχε χωρήσει εμπρόθεσμη κλήτευση, με υπολογισμό των 48 ωρών, από την επίδοση της κλήσης μέχρι τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης αυτής.
Όμως, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 16° αυτής), η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν λήφθηκε υπόψη, διότι οι εναγόμενοι δεν κλητεύθηκαν πριν από δύο εργάσιμες ημέρες για να παρασταθούν (κλητεύθηκαν στις 14.5.2005, ημέρα Παρασκευή, η βεβαίωση δόθηκε στις 18.5.2005 ημέρα Τρίτη, αλλά μεσολαβούσαν δύο μη εργάσιμες ημέρες Σάββατο και Κυριακή).
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η προθεσμία υπολογίζεται σε ημέρες και όχι σε ώρες, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες και αρχίζει την επομένη της ημέρας που έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγμα", ήτοι τον 62° λόγο έφεσης, που αφορούσε τη μη λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου της αριθ. 2.986/18.5.2005 ένορκης βεβαίωσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απήντησε στο λόγο εφέσεως αυτόν και τον απέρριψε. Κατά τα λοιπά, αυτός ο λόγος αναίρεσης με επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί δεν θεμελιώνεται επί επικλήσεως παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων ή ελλείψεως νόμιμης βάσεως επί διαδικαστικών κρίσεων, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
28. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του ένατου λόγου του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα. Όμως, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση (φύλλο 16° απόφασης), το Εφετείο βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη όλες τις ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες κατονομάζει, τις δε λοιπές, που δόθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (με εξαίρεση την 2.986/18.5.2005 του Ζ1), καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες.
Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο μέρος του ένατου λόγου αναίρεσης παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", δηλαδή τους 50° και 51° λόγους εφέσεως, που αναφέρονταν στη διαχείριση του πρώτου εναγομένου και τώρα αναιρεσίβλητου επί των αναφερόμενων εταιριών και των μετοχών. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απήντησε επί των λόγων αυτών εφέσεως, τους οποίους απέρριψε, δεχόμενο το μεν ότι δεν υπήρξε διαχείριση κοινών περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του πρώτου εναγομένου στο εσωτερικό (φύλλα 17°, 18°, 19° απόφασης), το δε ότι το αίτημα εκ της διαχειρίσεως των υποθέσεων εταιριών και καταθέσεων του εξωτερικού, όπως εκτίθεται στην αγωγή, ήταν απορριπτέο ως αόριστο (φύλλα 15°, 16° και 17° απόφασης).
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο, με την κατ' επίφαση επίκληση του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), δηλαδή η κρίση του Εφετείου ότι δεν αποδείχτηκε η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.
29. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό, λόγο εφέσεως κλπ. και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δέκατο λόγο του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη "πράγμα", δηλαδή το 52° λόγο εφέσεως, που αναφερόταν στην ύπαρξη κοινωνίας στην περιουσία των διαδίκων αδελφών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 17ο, 18ο) το Εφετείο απήντησε, δεν δέχτηκε την ύπαρξη κοινωνίας και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη κοινωνίας στην περιουσία.
30. Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που κάποιος διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως είναι και η δικαστική ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία, κατά το άρθρο 352 § 1 του ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 552/2005).
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 339 και 352 του ΚΠολΔ, απόδειξη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε αυτή να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 115/2007).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό, λόγο εφέσεως κλπ.
και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ενδέκατο λόγο του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη εξώδικη και δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου πρώτου εναγομένου, κατά την οποία αυτός ομολόγησε, ότι άσκησε διαχείριση επί της πατρικής περιουσίας.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεν προκύπτει τέτοια ομολογία του πρώτου εναγομένου. Ειδικότερα, στην από 2.3.2003 σύμβαση συμβιβασμού, οι σχετικές αναφορές περί διαχείρισης του πρώτου εναγομένου έγιναν σε σχέση με σχετικούς ισχυρισμούς του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος είχε υποστηρίξει τέτοιες απόψεις, που ανακαλούνται από αυτόν με τη σύμβαση συμβιβασμού.
Ούτε από το κείμενο των προτάσεων του πρώτου εναγομένου προκύπτει τέτοια ομολογία διαχείρισης εκ μέρους του της πατρικής περιουσίας.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τα άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγμα", δηλαδή τον 55° λόγο εφέσεως, με τον οποίο προβάλλουν οι αναιρεσείοντες εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός, με τέτοιο περιεχόμενο, δεν είναι πράγμα, άλλως και σε κάθε περίπτωση από τις καθόλου αιτιολογίες της αποφάσεως ως προς τη διαχείριση της πατρικής περιουσίας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο είναι φανερό, ότι το λόγο τούτο τον απέρριψε. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, με την επίκληση των αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), με την αιτιολογία, ότι το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν άσκησε διαχείριση επί της περιουσίας.
31. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 559 και 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της εκδοθείσας αποφάσεως. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως της απόφασης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής (ΑΠ 1.487/2005, 302/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ενάγοντες με το δωδέκατο λόγο του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως, αναφερόμενοι στους 64ο και 65ο λόγους εφέσεως, παραπονούνται για κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ). Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 11 γ και 19 του ΚΠολΔ, παραπονούμενοι για κακή εκτίμηση των δικογράφων της πρώτης και τρίτης αγωγής τους, για τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων και την ύπαρξη ανεπαρκών αιτιολογιών, όσον αφορά το απορριφθέν αγωγικό αίτημα για την επιδίκαση του ποσού των 20.000.000 δολαρίων.
Ο λόγος αυτός Α) κατά το μέρος που αναφέρεται στην κακή εκτίμηση των δικογράφων των υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 11.542/2003 από 15.12.2003 και 5.500/2005 από 23.5.2005 αγωγών, στη μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγμάτων, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου και σε ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται σε αυτόν 1) σε τι συνίσταται η επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου των δύο αγωγών, 2) ποια είναι τα ουσιώδη θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, που δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως από το δικαστήριο της ουσίας και εν τέλει δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτό, 3) ποιοι ουσιαστικοί κανόνες παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτών, και 4) και σε τι συνίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αποφάσεως.
Και Β) κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος, διότι, όπως διεξοδικά ειπώθηκε παραπάνω, όλα τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του. Κατά τα λοιπά και κατά το μέρος του δωδέκατου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο πλήττεται ομοίως η ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Επομένως, και ο δωδέκατος και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος του Δ' κεφαλαίου των λόγων αναιρέσεως είναι απορριπτέος. 32. Επειδή, μετά ταύτα η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 31 Αυγούστου 2007 αίτηση των 1) Χ1 , 2)Ανώνυμης Χαλυβουργικής Εταιρείας "Χαλυβουργική ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Λιβεριανής Εταιρείας "......", που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Εταιρείας Λιχτενστάιν ".....", που έχει την έδρα της στο .... του Λιχτενστάιν και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Αλλοδαπής Εταιρείας ".....", που έχει την έδρα της στο .... του Λιχτενστάιν και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Λιβεριανής Εταιρείας ".....". Που έχει την έδρα της στην ...... της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ