1611/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 767/1998 και 809/1998 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Legislator headnote
AI generated1611/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Full text
Απόφαση 1611 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1611/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..... 2. ..... 3. .... και 4. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννουσάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σοφοκλή Στεφανίδη, 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 3. Νομάρχη Αθηνών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 767/1998 και 809/1998 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 3611/1999 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και μετά από άσκηση αναίρεσης η 80/2002 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε μερικώς την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 965/2005 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Απριλίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 14 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 965/2005 απόφαση το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 30-6-1998 αιτήσεως των αναιρεσειόντων και της από 13.7.1998 αντίθετη αίτηση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των συναπαλλοτριωθέντων κτημάτων του ακινήτου των αναιρεσειόντων α) στο ποσό των 102 ευρώ ανά τ.μ.
για το ισόγειο πλακόστρωτο κτίσμα και β) το ποσό των 52 ευρώ ανά τ.μ. για κ.μ., για το βοηθητικό κτίσμα με σκεπή από ελλενίτ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του) και με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την πιο πάνω αίτησή τους, γιατί δεν καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας για αμφότερα τα επικείμενα κτίσματα ανά κ.μ., αλλά καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας για το πλακοσκεπές κτίσμα στην αναφερόμενη τιμή μονάδας ανά τ.μ.
Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το επικαλούμενο αυτό μέρος της αιτήσεως τους, δεν αποτελεί αυτοτελή αίτηση, δηλαδή αυτοτελές ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά επί μέρους πραγματικό γεγονός, που θεμελιώνει μαζί με άλλα το αίτημα της αιτήσεως για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο με την επίκληση της πρώτης περίπτωσης του ίδιου άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ήτοι τον ανά τ.μ. καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το πιο πάνω ισόγειο κτίσμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, με την ίδια πιο πάνω αιτιολογία.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αυτό δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά δε τα άρθρα 321 και 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, αποβάλλει κάθε ισχύ και συνεπώς παύει να αποτελεί δεδικασμένου. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική.
Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Αν η αναίρεση αυτής γίνει ως προς ένα κεφάλαιο, η εξέταση της υπόθεσης γίνεται ως προς (ολόκληρο) το κεφάλαιο αυτό του αφορά ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος και δεν επανεξετάζονται τα λοιπά κεφάλαια, τα οποία είτε δεν έχουν προσβληθεί με λόγο αναίρεσης, είτε ως προς αυτά έχει απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης και συνεπώς καλύπτονται από το δεδικασμένο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' εξαίρεση όμως, όταν μεταξύ των περισσοτέρων κεφαλαίων της απόφασης του αναιρέθηκε υπάρχει τέτοια συνάφεια, είτε διότι επι- δικάσθηκαν με ενιαία διάταξη χωρίς διάκριση τα ποσά καθενός διαφορετικού κονδυλίου και ανακύπτει θέμα διάστασης του ενιαίου τίτλου εκτέλεσης ή όταν από την ερμηνεία της αναιρετικής απόφασης (σε συνδυασμό με το αναιρετήριο) προκύπτει αμφιβολία ως προς την έκταση της αναίρεσης, οι συνέπειες της αναιρέσεως εκτείνονται και σε εκείνα τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν με σαφή και ρητή διάταξη (ΑΠ 975/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι με την προηγούμενη 3611/1999 απόφασή του, δικάζοντας επί της από 30-6-1998 αιτήσεως των αναιρεσειόντων και επί της από 13.7.1998 αντίθετης αίτησης της πρώτης των αναιρεσίβλητων εταιρείας "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.", καθώς και επί της ανταίτησης που άσκησαν ο δεύτερος και ο τρίτος των αναιρεσεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο και Νομάρχης Αθηνών, αντίστοιχα, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αιτήσεις και την ανταίτηση και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των επικειμένων του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, εκτός άλλων, για το ισόγειο πλακοσκεπές εργοστάσιο, στο ποσό των 20.000 δραχμών ανά τ.μ.
και για ένα βοηθητικό κτίσμα με σκεπή από ελλενίτ στο ποσό των 10.000 δραχμών ανά κ.μ. Ότι κατόπιν αναιρέσεως των αναιρεσειόντων εκδόθηκε η 80/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε ότι "όσον αφορά τα δύο πρώτα από τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κτίσματα (ισόγειο πλακοσκεπές εργοστάσιο και ένα βοηθητικό κτίσμα με σκεπή από ελλενίτ) το παρόν δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) την, ως προς αυτά, τιμή μονάδας αποζημίωσης προσδιόρισε σε χρηματικό ποσό μικρότερο από αυτό που οι αναιρεσείοντες ζήτησαν με την αίτησή τους, διαλαμβάνοντας, όμως ανεπαρκή αιτιολογία, γιατί περιορίστηκε στον καθορισμό, μόνο, της ύλης, από την οποία έχει κατασκευασθεί η σκεπή, καθενός από αυτά, και δεν καθόρισε και την ύλη, από την οποία έχουν ανεγερθεί οι τοίχοι καθενός από αυτά,.....δεδομένου ότι η ύλη, εκ της οποίας ανηγέρθηκαν οι τοίχοι αυτοί, πρόδηλα επιδρά επί του προσδιορισμού της αξίας του".
Στη συνέχεια ο Άρειος Πάγος αναίρεσε κατά ένα μέρος την παραπάνω απόφαση 3611/1999 κατά το προαναφερθέν μέρος της, για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και παρέπεμψε "ως προς το ανωτέρω μέρος της, στο Εφετείο προκειμένου να εκδικασθεί" ως προς το ίδιο μέρος. Ακολούθως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε την από την προλαβούσα 3611/1999 απόφαση του δέσμευσή του, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το ισόγειο πλακοσκεπές κτίσμα στο ποσό των 102 ευρώ ανά τ.μ.
και για το βοηθητικό κτίσμα με σκεπή από ελλενίτ στο ποσό των 52 ευρώ ανά κ.μ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, ότι υπάρχει δεδικασμένο, αφού δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ του κεφαλαίου του αναιρέθηκε και του κεφαλαίου, του ανά κ.μ. ή τ.μ., υπολογισμού της αξίας των απαλλοτριουμένων κτισμάτων, ούτε αυτά αναγκαίως συνέχονται, και επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ που του αποδίδεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, εξετάζοντας την ανταίτηση της πρώτης των αναιρεσίβλητων για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας στα πιο πάνω επικείμενα, παρά το ότι η αναιρεσίβλητη αυτή με την αίτησή της στο Εφετείο είχε αποδεχθεί την προσωρινώς καθορισθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο τιμή μονάδας για τα επικείμενα αυτά. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνει στην αίτηση αναιρέσεως ότι το παραδεκτό αυτό είχε προβληθεί στο Εφετείο. Αλλά και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, καθώς και τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις παρότι δεν είχε γίνει νομότυπη επίκλησή τους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνιστάμενης στη μη αναφορά του ισχυρισμού για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ. β΄ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα, αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984).
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 περ.β΄ ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων πρόβαλε στο Εφετείο τον ισχυρισμό ότι ο γενόμενος από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών καθορισμός της προσωρινής τιμής μονάδας για το απαλλοτριούμενο επικείμενο (ισόγειο πλακοσκεπή εργοστάσιο με υπόγειο) είναι σωστός, πρέπει, προεχόντως, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο προβαλλόμενος ισχυρισμός αποτελεί πραγματικό επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττώνται στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσίβλητων, από τους οποίους μόνο η πρώτη τούτων κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.4.2006 αίτηση των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας αναιρεσειόντων για αναίρεση της 965/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει, για την πρώτη αναιρεσίβλητη ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε., στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1170) Ευρώ, και για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ