Supreme Court partially quashes labor dispute appeal ruling due to insufficient factual examination of service nature and public enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially quashed the First Instance Court's decision regarding a labor dispute between the Greek State and six female employees. The court found the lower court failed to properly examine the specific services provided and whether vacant positions existed during the contracts, which are crucial for determining if the state was unjustly enriched. Consequently, the appeal was allowed in part, remanding the case for further fact-finding on these specific issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure: When an appeal challenges a judgment on grounds that the lower court failed to examine essential facts regarding the nature of services and the existence of vacant positions necessary to determine unjust enrichment, the appeal is admissible and the judgment must be quashed in part for remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1610 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1610/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Παρασκευής Μίληση πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) Μ. Π.-Γ. του Α., 2) Α. Ρ. του Δ., κατοίκων …., 3) Γ. Κ. του Ι., 4) Ε. Λ. του Σ., 5) Α. Δ. του Α. και 6) Γ.-Μ. Γ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σουλτάνας Δημκόνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3853/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 340/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 4-1-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 240/ 25/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 340/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20-9-2016 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3853/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η από 3-11-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 192540/6680/2010) αγωγή αυτών θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΟΑΕΔ (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το απορριπτικό σκέλος της που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά την εν λόγω επικουρική βάση της, ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, με την από 3-11-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 192540/6680/2010) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίστηκαν ότι, στο πλαίσιο υλοποίησης προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην αγωγή, εκάστη εξ αυτών συνήψε με τους εναγομένους α) Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και β) Ελληνικό Δημόσιο δύο διαδοχικές συμβάσεις, δεκαοκτάμηνης διάρκειας εκάστη, δυνάμει των οποίων απασχολήθηκαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ζακύνθου, πλην της πέμπτης εξ αυτών, η οποία απασχολήθηκε στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου.
Ότι οι ως άνω συμβάσεις κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα έφεραν τα χαρακτηριστικά της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον αυτές παρείχαν στο δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπηρεσίες αντίστοιχες με εκείνες των μονίμων δικαστικών υπαλλήλων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ως άνω Υπηρεσιών του και τελώντας σε νομική και προσωπική εξάρτηση από αυτό.
Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν, κατόπιν νομότυπης παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΟΑΕΔ και μερικής μετατροπής των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής τους σε αναγνωριστικά, α) να αναγνωριστεί ότι εκάστη τούτων συνδέεται με το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου σιωπηρής καταγγελίας των ένδικων συμβάσεων, γ) να υποχρεωθεί το δεύτερο εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή 300 ευρώ, για κάθε ενάγουσα, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί, οι δε νόμιμοι εκπρόσωποι αυτού καταδικαζόμενοι σε προσωπική κράτηση διάρκειας μέχρι ενός έτους, δ) να τους επιδικαστούν τα αιτηθέντα με την αγωγή ποσά, τα οποία αφορούν διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2007 έως 2010 και ανέρχονται συνολικά σε 54.786,65 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, σε 55.821 ευρώ για τη δεύτερη, σε 53.475,47 ευρώ για την τρίτη, σε 56.776,38 ευρώ για την τέταρτη, σε 54.060,13 ευρώ για την πέμπτη και σε 53.475,47 ευρώ για την έκτη, όπως τα εν λόγω ποσά διαμορφώθηκαν μετά τη μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, αναγνωριζομένης της υποχρέωσης του δευτέρου εναγομένου να τους καταβάλει τα ποσά που αντιστοιχούν στο αναγνωριστικό σκέλος της αγωγής και υποχρεουμένου αυτού να τους καταβάλει τα ποσά που αντιστοιχούν στο καταψηφιστικό σκέλος της, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, επικουρικά δε, να τους επιδικαστούν τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (ΑΚ 914 επ.), άλλως τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904 επ.), και ε) επικουρικά, εφόσον κριθεί ότι μεταξύ αυτών και του δευτέρου εναγομένου δεν υφίσταται έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά απλή σχέση εργασίας, να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο έχει την υποχρέωση να καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 4.066 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 4.352,60 ευρώ, στην τρίτη το ποσό των 3.942,40 ευρώ, στην τέταρτη το ποσό των 4.352,60 ευρώ, στην πέμπτη το ποσό των 4.270,93 ευρώ και στην έκτη το ποσό των 3.942,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3853/2014 οριστική απόφασή του, αφού θεώρησε την αγωγή ως μη ασκηθείσα ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΟΑΕΔ, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και δη τόσο κατά την κύρια, όσο και κατ' αμφότερες τις επικουρικές βάσεις της. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγουσες με την από 20-9-2016 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 340/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το απορριπτικό σκέλος της που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά την εν λόγω επικουρική βάση της, ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και επιδικάστηκαν στις ενάγουσες τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε, ως προς τα επιδικασθέντα στις τρίτη έως και έκτη των εναγουσών χρηματικά ποσά, με την υπ' αριθ. 6202/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 340/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση αίτησή του.
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντιθέτως, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009).
Συνακόλουθα, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται (στις περιπτώσεις που αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού) και οι ρυθμίσεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.
Εξάλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205), ορίστηκε ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1), καθώς και ότι μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ.
του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ. α' και β'). Επίσης, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3813/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.
Οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους τον χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, ενώ στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τα ανωτέρω προγράμματος υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.
β' αυτού (ΑΠ 519/2022). 2. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι εν λόγω διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως από αυτές προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).
Επακολούθησε ο Ν. 2190/1994, με το άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων.
Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Εξάλλου, επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, και των άρθρων 5 και 11 του σε εφαρμογή της Οδηγίας εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής.
Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/1011 και 8/2011).
Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) και που παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/ 2017).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν.
Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου." Με το άρθρο 6 του ως άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι "1.
Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. 2.
Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οποιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς." Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 7 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος, οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 αυτού είναι αυτοδικαίως άκυρη.
Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολούμενου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση." Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης." (ΑΠ 15/2022, ΑΠ 538/2020, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015). Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΟλΑΠ 6/2001).
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 519/2022).
3. Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013).
Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.
Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2010).
Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).
Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18-4-2001 με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).
Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζόμενου, στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη μισθωτού (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προαναφερόμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2/2022).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 1388/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ με αμφοτέρους τους ως άνω λόγους, συνισταμένη στο ότι η εν λόγω απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, στο ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού των ένδικων συμβάσεων, τις οποίες χαρακτήρισε ως κατ' επίφαση συμβάσεις μαθητείας που λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, άκυρες όμως για τους λόγους που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας μεταξύ των εναγουσών και του Δημοσίου και οι τελευταίες να δικαιούνται, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που το εναγόμενο Δημόσιο θα κατέβαλλε σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενους με έγκυρες συμβάσεις εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες με τις ενάγουσες.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες κατήρτισαν με το πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και τις ακολούθως εκτεθείσες Υπηρεσίες Δικαστηρίων και Εισαγγελίας, νομίμως εκπροσωπούμενες από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα από 21.2.2007 συμφωνητικά συνεργασίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στις Υπηρεσίες και Φορείς του δευτέρου εναγομένου και νυν εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στα οποία ο μεν ΟΑΕΔ συμβλήθηκε με την ιδιότητα του υπεύθυνου φορέα του προγράμματος, η δε εκάστη Υπηρεσία Δικαστηρίων και Εισαγγελίας, με την ιδιότητα του φορέα υλοποίησης του προγράμματος.
Ειδικότερα, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Ζακύνθου, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την 1η ενάγουσα, ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη από 5-3-2007 έως 4-9-2008, η οποία μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι τις 23.09.2008, καθώς και με έναρξη από 12-01-2009 έως 11-7-2010 δίχως προσδιορισμό τμήματος και δίχως ακριβή περιγραφή θέσης εργασιακής εμπειρίας, τη 2η ενάγουσα, ως απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΤΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη την 5-3-2007 έως 4-9-2008, η οποία μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι τις 12.09.2008 καθώς και, με έναρξη από 12-01-2009 έως 11-07-2010 δίχως προσδιορισμό τμήματος και θέσης εργασιακής εμπειρίας στην 1η σύμβαση, και στη 2η σύμβαση με προσδιορισμό το τμήμα ποινικού μητρώου, την 3η ενάγουσα, ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη 5-3-2007 έως 4-9-2008, η οποία μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι τις 23.09.2008 καθώς και, με έναρξη από 12-01-2009 έως 11-07-2010 δίχως προσδιορισμό τμήματος και θέσης εργασιακής εμπειρίας την 4η ενάγουσα, ως απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΤΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη από 5-3-2007 έως 4-9-2008, η οποία μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι τις 23.09.2008 καθώς και, με έναρξη από 12-1-2009 έως 11-7-2010 δίχως ακριβή περιγραφή θέσης εργασιακής εμπειρίας, την 6η ενάγουσα ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη από 5-3-2007 έως 4-9-2008, η οποία μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι τις 23.09.2008 καθώς και, με έναρξη από 12-1-2009 έως 11-7-2010 δίχως ακριβή περιγραφή θέσης εργασιακής εμπειρίας.
Το Πρωτοδικείο Ζακύνθου ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την 5η ενάγουσα, απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΤΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη την από 1-3-2007 έως 31-8-2008 καθώς και, με έναρξη από 9-2-2009 και λήξη την 9-8-2010, δίχως ακριβή περιγραφή θέσης εργασιακής εμπειρίας.
Αντιστοίχως, οι ενάγοντες, με τα ίδια ως άνω ως συμφωνητικά, ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια και να επιδείξουν επιμέλεια τόσο στη θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.
Το ημερήσιο ωράριο συμφωνήθηκε να μην υπερβαίνει τις επτά (7) ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ενώ, η ημερήσια αποζημίωση, όχι όμως για παραπάνω από είκοσι δύο (22) ημέρες ανά μήνα, καθορίστηκε στο ποσό των τριάντα (30) ευρώ για τους πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και στο ποσό των είκοσι πέντε (25) ευρώ για τους διπλωματούχους των ΙΕΚ και τους απόφοιτους ΤΕΛ, ΕΠΛ, TEE Β' Κύκλου και Λυκείων Γενικής Εκπαίδευσης, καταβλητέα από το πρώτο εναγόμενο, που είχε αναλάβει και τη χρηματοδότηση του προγράμματος.
Οι ενάγοντες, στα πλαίσια των προαναφερθέντων συμφωνητικών συνεργασίας, τοποθετήθηκαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ζακύνθου η πρώτη, δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη και η έκτη, και στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου η πέμπτη. Όλοι δε οι ενάγοντες παρέμειναν στις προαναφερθείσες Υπηρεσίες των Δικαστηρίων και της Εισαγγελίας όπως αναφέρθηκαν, μέχρι τη λήξη του δεύτερου συμφωνητικού συνεργασίας, στις 11-7-2010 και 9-8-2010, αντίστοιχα.
Ωστόσο, παρά τον αναγραφόμενο στα συμφωνητικά συνεργασίας σκοπό κατάρτισης αυτών ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, συνίστατο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και στην εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον των υπηρεσιών και φορέων του Ελληνικού Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν, όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελώντας υπό τις ίδιες δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας τους, υπαγόμενοι επιπλέον και στο έλεγχο που διενεργούσαν προς διαπίστωση συμμόρφωσης στις οδηγίες και εντολές αυτές.
Ειδικότερα, όλοι οι ενάγοντες, κατά το ανωτέρω διάστημα των τριάντα έξι (36) μηνών απασχόλησης, εργάστηκαν από Δευτέρα έως και Παρασκευή και από ώρα 08:00 έως ώρα 15:00 στις εργασιακές θέσεις που αναλυτικά προαναφέρθηκαν. Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκησε η "άσκηση" των εναγόντων, καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε αυτούς με το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο είχε τα χαρακτηριστικά, όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως μαθητείας, λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρες, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας και οι ενάγοντες να δικαιούνται, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα της απασχόλησής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο θα κατέβαλε σε άλλους εργαζομένους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενους με έγκυρες συμβάσεις εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν οι ενάγοντες γνώριζαν την ακυρότητα της, σύμβασης εργασίας.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 3-11-2010 και επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο στις 4-11-2010 (βλ. την υπ' αριθ. 9862/4-11-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Γεωργίου Δήμου), οι γεννηθείσες μέχρι και την 3-10-2008 αξιώσεις έχουν υποπέσει, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη, στην αυτεπαγγέλτως λαμβανομένη υπόψη από το Δικαστήριο παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, κατά το οποίο η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της.
Συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε το δεύτερο εναγόμενο από την εργασία που παρείχαν η πρώτη ενάγουσα από 5-3-2007 έως 3-10-2008, η δεύτερη ενάγουσα από 5-3-2007 έως 3-10-2008, η τρίτη ενάγουσα από 5-3-2007 έως 3-10-2008, η τέταρτη από 5-3-2007 έως 3-10-2008, η πέμπτη ενάγουσα από 1-3-2007 έως 3-10-2008, η έκτη ενάγουσα από 5-3-2007 έως 3-10-2008, συμπεριλαμβανομένων και των αξιώσεων καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας 2007 και επιδόματος εορτών Πάσχα και αδείας 2008, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη....".
Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το απορριπτικό σκέλος της που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την εν λόγω επικουρική βάση της, ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και επιδίκασε στις ενάγουσες τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε, ως προς τα επιδικασθέντα στις τρίτη έως και έκτη των εναγουσών χρηματικά ποσά, με την υπ' αριθ. 6202/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού των επίδικων συμβάσεων, τις οποίες χαρακτήρισε ως κατ' επίφαση συμβάσεις μαθητείας που λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, άκυρες όμως για τους λόγους που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας μεταξύ των εναγουσών και του Δημοσίου και οι τελευταίες να δικαιούνται, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που το εναγόμενο Δημόσιο θα κατέβαλλε σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενους με έγκυρες συμβάσεις εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες με τις ενάγουσες.
Πλην όμως, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, ουδόλως διέλαβε στην απόφασή του α) επακριβώς τις υπηρεσίες που παρείχαν οι ενάγουσες στον οικείο φορέα υλοποίησης του προγράμματος STAGE (Εισαγγελία Πρωτοδικών Ζακύνθου και Πρωτοδικείο Ζακύνθου) και β) αν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι κατά τη διάρκεια των επίδικων συμβάσεων, που απασχολήθηκαν οι ενάγουσες στους ανωτέρω φορείς, οι τελευταίοι είχαν κενές οργανικές θέσεις, ώστε να κριθεί αν η παροχή των υπηρεσιών των εναγουσών απέβλεπε κατά κύριο λόγο στην εκμάθηση της εργασίας ή, αντιθέτως, απέβλεπε στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, με συνέπεια να προκύπτει πλουτισμός του Δημοσίου και υποχρέωση απόδοσης αυτού στις ενάγουσες, και δευτερευόντως στην εκμάθηση.
Επομένως, οι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των ανωτέρω λόγων παρέλκει η έρευνα του τρίτου (τελευταίου) λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ.
της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 340/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 6202/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ