Legislator Case Law & Legislation
1610/2022 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling on fixed-term contract conversion to indefinite term for public servants.

Case Number 1610/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision regarding the conversion of fixed-term employment contracts to indefinite terms for two public servants. The plaintiffs argued that their continuous service should grant them indefinite contracts under specific constitutional and EU directives, while the lower court rejected this due to gaps in service and pre-existing contract characteristics. The court ruled that the contracts had already acquired an indefinite nature before the relevant legal provisions took effect, thereby invalidating the lower court's dismissal of the conversion claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The conversion of fixed-term employment contracts to indefinite terms for public servants is barred if the contract had already acquired the character of an indefinite-term contract prior to the entry into force of the relevant statutory provisions.

Keywords

AI generated
public servants employment fixed term contract indefinite term conversion constitutional provisions EU Directive 1999/70 civil procedure appeal continuous service requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 103, paragraphs 7 and 8 of the Constitution
Directive 1999/70/EC
Law 3693/1957, Article 22, paragraph 1

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1610 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1610/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Μαρίας Οικονόμου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Λ. Κ. του Π., κατοίκου Μυστρά και 2) Ά. Μ. του Ε., κατοίκου Ηλιούπολης Αττικής, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3201/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3567/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητες με την από 17-11-2015 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1098/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 1525/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση αυτής ζητά το αναιρεσείον με την από 21-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 21.4.2021 [με αριθ. εκθ.καταθ. 276/2301/21.4.2021] αίτηση διώκεται από το εκκαλούν εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η αναίρεση της κατ'αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας υπ'αριθ. 1525/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή, κατ'επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Οι αναιρεσίβλητες με την από 20.5.2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας η πρώτη ως ημερήσιος φύλακας και η δεύτερη ως αρχαιολόγος σε υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού κατά τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα εκθέτουν, ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους να αναγνωρισθεί ότι με το εναγόμενο συνδέονται με μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής.

Εκδόθηκε η υπ'αριθ. 3201/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, καθισταμένης δεκτής της αγωγής ως προς όλα τα αιτήματα αλλά κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του εναγομένου, αυτή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και με την υπ'αριθ. 3567/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.

Η ως άνω απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες - ενάγουσες ακόμα και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες το αίτημα αναγνώρισης μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων και δεν επιβάλλεται από τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 17.11.2015 αίτηση αναιρέσεως, εκδοθείσας της υπ'αριθ. 1098/2018 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου , κατά την οποία το Εφετείο με τις κρίσεις του εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των νόμων υποπίπτοντας στην εκ του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η προσβαλλομένη απόφαση αναιρέθηκε και παραπέμφθηκε υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Η υπόθεση δικάσθηκε εκ νέου στο Εφετείο μέσα στα διαγραφόμενα από την αναιρετική απόφαση όρια και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση του εναγομένου ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 ΚΠολΔ, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 23.10.2020, η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στις 21.4.2021 και με το άρθρο 83 παρ.1 περ.

α του Ν. 4790/2021 το χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020

Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου [Α'55], η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.4682/2020 [Α'76], δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, μετά δε τη λήξη του ως άνω χρονικού διαστήματος οι προθεσμίες τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προθεσμία, η οποία δεν συμπληρώνεται εάν δεν παρέλθουν δέκα [10] ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης [21.4.2021] περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα αναστολής από 19.4.2021 έως 26.4.2021

[ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π. οικ. 22439/9.4.2021 ΦΕΚ τ.Β1158/17.4.2021] δηλαδή η αίτηση κατατέθηκε πριν από τη λήξη της προθεσμίας αναστολής και την πάροδο της ως άνω 10ημέρου προθεσμίας. Πρέπει συνεπώς κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου Κώδικος, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α ν. 3198/1955 "Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας". Πρόκειται για καθιέρωση ουσιαστικού απαραδέκτου, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκην και τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις.

Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση που πηγάζει από ακυρότητα της καταγγελίας της σχέσης εργασίας (Α.Π. 705/2013, 31/2013).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Έτσι η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 280 Α.Κ., δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη διότι καθιερώθηκε για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (Α.Π. 705/2013, 31/2013). Περαιτέρω η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως [ΑΠ 1385/2017]. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, αφού κατά τις παραδοχές αυτής η σύμβαση εργασίας της πρώτης ενάγουσας καταγγέλθηκε στις 15.7.2010, της δεύτερης στις 28.9.2010 και η ένδικη αγωγή έπρεπε να ασκηθεί της πρώτης έως την 15.10.2010 και της δεύτερης έως την 28.12.2010.

Αντίθετα η αγωγή ασκήθηκε περί τα τρία έτη από τη λήξη των συμβάσεών τους το δε Μονομελές Εφετείο όφειλε να λάβει αυτό υπόψη αυτεπαγγέλτως και να απορρίψει την αγωγή τους ως απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού περί εκπρόθεσμης άσκησης της αγωγής με λόγο εφέσεως, στο Εφετείο.

Επειδή δε κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 δεν αφορά τη δημόσια τάξη και δεν συντρέχει άλλος λόγος εκ του άρθρου 562 τταρ.2 , που να καθιστά παραδεκτή την προβολή του στην παρούσα διαδικασία, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1). "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου (παρ.3)".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1664/2007).

Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, 18/2006). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Κατ' εξαίρεση δε των ανωτέρω ρυθμίσεων επιτρέπεται η πρόσληψη προσωπικού για την εκτέλεση προγραμμάτων ή έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς κλπ με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διαρκείας ενός έτους που μπορεί να ανανεώνονται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου, αποκλεισμένης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισής των ως συμβάσεων αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία.. Ο ίδιος ως άνω νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο Σύνταγμα, και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 18.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει κατά τα ήδη προαναφερθέντα ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.

Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα, με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.

γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξ ού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, 2 και 4 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (παρ.1), ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (παρ.2) και ότι σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επομένου άρθρου (παρ.4).

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.

Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.

Έτσι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του Διατάγματος και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.

Επομένως εάν η τελευταία από τις διαδοχικές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έληξε πριν τις 19 Απριλίου 2004 ή δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/μα λοιπές προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 1664/2007).

Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).

Αντίθετα, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (και της πιο πάνω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας που εφαρμόσθηκε αργότερα).

Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011).

Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 18/2006).

Στην περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18.4.2001) και της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας (10.7.2002) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011).

Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 788/2017, 1425/2015, 244/ 2015, 696/2013, 79/2013, 1032/2012).

Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά νόμο όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα ενός ή δύο και πλέον ετών. Στο σημείο αυτό άλλωστε είναι χαρακτηριστική η ρύθμιση του μεταγενεστέρου από τον εδώ κρίσιμο χρόνο άρθρου 5 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ/τος 164/2004 που ορίζει ότι το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των συμβάσεων, προκειμένου να χαρακτηρισθούν αυτές διαδοχικές, πρέπει να είναι μικρότερο των τριών μηνών.

Επίσης προϋπόθεση της κατά τα ανωτέρω εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου να καταρτίσθηκαν απ' ευθείας μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους [ΑΠ 1062/2019,1269/2018, 960/2018].

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 107 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος υποπίπτοντας στην εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση [άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ] και όσα εκθέτει το αναιρεσείον, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι "οι ενάγουσες συνήψαν με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο... συμβάσεις εργασίας, οι οποίες ονομάσθηκαν "ορισμένου χρόνου"... Ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα συνήψε την 11.5.1998 σύμβαση εργασίας...

και απασχολήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού.... με την ειδικότητα του ημερήσιου φύλακα... κάτω από τις εντολές του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης. Τα καθήκοντά της συνίστατο στην φύλαξη και στην παροχή ασφάλειας του εξωτερικού και εσωτερικού χώρου του αρχαιολογικού χώρου Μυστρά. Εξ άλλου η σύμβαση εργασίας της διήρκεσε έως και την 15.10.1998.

Ακολούθως, η σύμβασή της ανανεώθηκε με τις από 1.7.1999 έως 31.10.1999, 15.7.2000 έως 31.10.2000, 11.4.2001 έως 10.9.2001, 28.4.2002 έως 27.9.2002, 13.6.2003 έως 31.10.2003, 2.5.2006 έως 2.10.2006, 4.4.2007 έως 31.10.2007, 13.6.2008 έως 15.10.2008, 10.4.2009 έως 9.11.2009 και 17.6.2010 έως 15.7.2010 διαδοχικές συμβάσεις εργασίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα την 1.4.2000 συνήψε σύμβαση εργασίας με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, και απασχολήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού με την ειδικότητα της ΠΕ Αρχαιολόγου.

Η σύμβασή της διήρκεσε έως την 30.4. 2000 και μετά τη λήξη της ανανεώθηκε με έξι ακόμη διαδοχικές συμβάσεις, η τελευταία από τις οποίες έληξε την 28.9.2010....Συγκεκριμένα η ανωτέρω απασχολήθηκε στο Υποτυργείο Πολιτισμού από το έτος 2000 και ειδικότερα στην Ε' Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων.

Κατόπιν η ανωτέρω ενάγουσα απασχολήθηκε, δυνάμει του προγράμματος "STAGE", στο Μουσείο Μπενάκη από 22.1.2001 μέχρι την 31.12.2001 και συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στον ίδιο φορέα, από 18.2.2002 έως 30.6.2005, δυνάμει συμβάσεως εργασίας. Επειτα, στο προγράμματος "STAGE" απασχολήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο....για τα χρονικά διαστήματα από 16.4.2007 έως 31.12.2008, και εκ νέου από 28.4.2009 έως 24.3.2010.

Τέλος, από 24.3.2010 έως 28.9.2010, η δεύτερη ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση εργασίας στη Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων. Εξ άλλου οι ενάγουσες τελούσαν σε προσωπική και νομική εξάρτηση από το εναγόμενο...κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων...συνδέονταν με το εναγόμενο με την έννομη σχέση της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου...οι διαδοχικές συμβάσεις των εναγουσών συνήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 , που ισχύουν από 18.4.2001...και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ...προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες...Επί πλέον, ως προς τη δεύτερη ενάγουσα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις μετατροπής των συμβάσεων εργασίας της σε αορίστου χρόνου, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, α] είχε συμπληρωθεί συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 την 19.7.2004, β] ο συνολικός αυτός χρόνος είχε διανυθεί στον ίδιο φορέα και γ] με την απασχόλησή της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου...".

Με τις παραδοχές αυτές, υποστηρίζει το αναιρεσείον, το Μονομελές Εφετείο κρίνοντας ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώνοντας το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους, που ίσχυαν την 15.7.2010 και 29.9.2010 [ημερομηνίες λήξεως αντίστοιχα της συμβάσεως εργασίας εκάστης αναιρεσιβλητης] έσφαλε, γιατί δεν έλαβε υπόψη ότι από τις ως άνω συμβάσεις απουσίαζε η συνοχή και η χρονική ενότητα, αφού μεταξύ τους μεσολαβούσαν πολύμηνα χρονικά διαστήματα, διαρκείας, εννέα μηνών, ενός έτους ή δύο και πλέον ετών, που καθιστούσαν τις συμβάσεις μη διαδοχικές.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη οι συμβάσεις εργασίας της προ της 18.4.2001, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο Σύνταγμα, διήρκεσαν η πρώτη 5 μήνες και 5 ημέρες, η δεύτερη 4 μήνες, η τρίτη 3,5 μήνες, και μετά την 18.4.2001, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο Σύνταγμα, η πέμπτη 5 μήνες, ενώ μεταξύ των συμβατικών χρονικών διαστημάτων μεσολάβησαν κενά χρονικά διαστήματα από 5 έως 8,5 μήνες δηλαδή χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα από το χρόνο απασχόλησής της.

Στη συνέχεια η σύμβαση που συνήφθη στις 28.4.2002 ήτοι σε χρόνο πλέον των 7 μηνών από τη λήξη της προηγούμενης, στις 10.9.2001, διήρκεσε 5 μήνες, η επόμενη μετά από 8,5 μήνες και διήρκεσε 4,5 μήνες, η μεθεπόμενη μετά από 2,5 έτη και διήρκεσε 5 μήνες , ακολούθησε νέα σύμβαση μετά από 6 μήνες διαρκείας περί τους 7 μήνες και στη συνέχεια τρεις ακόμη συμβάσεις που απείχαν μεταξύ τους από 6 έως 7,5 μήνες και διήρκεσαν 4, 7 και 1 μήνα αντίστοιχα.

Ήτοι σε χρονικό διάστημα πλέον της 12ετίας [από 11.5.1998 έως 15.7.2010] η εν λόγω αναιρεσίβλητη είχε πραγματική απασχόληση δια των ως άνω συμβάσεων επί τέσσερα [4] έτη και 3 μήνες. Ο χρόνος δε που παρεμβάλλετο μέχρι την κατάρτιση της εκάστοτε νεότερης συμφωνίας, που ήταν μεγαλύτερος από τη διάρκεια των συμβάσεων, καθιστά βάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί έλλειψης ενότητας και συνοχής υπό την νοηματική έννοια των όρων αλλά και ως έλλειψη της προϋπόθεσης "να απέχουν μεταξύ τους χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών", η οποία τίθεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 11 παρ.1 του Π.Δ. 164/2004, από την 19.7.2004.

Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη προ της 18.4.2001 απασχολήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού από 1.4.2000 έως 30.4.2000 επί 1 μήνα και στη συνέχεια δυνάμει προγράμματος STAGE στο Μουσείο Μπενάκη, ήτοι σε άλλο φορέα - νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, από 22.1.2001 έως 31.12.2001 επί 11 μήνες και 8 ημέρες.

Ο χρόνος απασχόλησης δυνάμει προγράμματος STAGE [από 22.1.2001 έως 31.12.2001] δεν λαμβάνεται υπόψη κατ'άρθρο 2 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004, γιατί το εν λόγω ΠΔ δεν υπολογίζεται στην περίπτωση αυτή, η δε σύμβαση του Απριλίου του 2000, διαρκείας ενός μηνός, δεν αρκεί για να υποστηριχθεί ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες πριν από την 18.4.2001, που δημοσιεύθηκε το νέο Σύνταγμα.

Ακολούθησαν οι συμβάσεις από 18.2.2002 έως 30.6.2005 με απασχόληση στο Μουσείο Μπενάκη επί 40,3 μήνες, από 16.4.2007 έως 31.12.2008 με απασχόληση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο επί 20,5 μήνες και από 28.4.2009 έως 24.3.2010 με απασχόληση επί 10 μήνες και 24 ημέρες και από 24.3.2010 έως 28.9.2010 με απασχόληση στη Διεύθυνση Μεταβυζαντινών και Βυζαντινών Αρχαιοτήτων επί 6 μήνες και 4 ημέρες.

Κατά το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 αρμόδιο να αποφανθεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της στο εν λόγω ίδρυμα ως αορίστου χρόνου είναι το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. Εξ άλλου η σύμβαση, που άρχισε στις 18.2.2002 απείχε από την προηγούμενη , που έληξε στις 30.4.2000 πλέον των 20 μηνών, ενώ οι συμβάσεις της από 16.4.2007 έως 31.12.2008 και 28.4.2009 έως 24.3.2010 ήταν και πάλι δυνάμει προγράμματος STAGE και δεν λαμβάνονται υπόψη ως χρόνος υπηρεσίας, ενώ δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η πρώτη απέχει από την προηγούμενη [που έληξε στις 30.6.2005] πλέον των 20 μηνών και η δεύτερη από την προηγούμενη [που έληξε στις 31.12.2008] 3 μήνες και 28 ημέρες.

Ενόψει τούτων, δεν υπήρχε ενότητα και συνοχή ούτε στους όρους παροχής των υπηρεσιών της ούτε στο χρόνο απασχόλησής της ούτε και την υπηρεσία απασχόλησης, αφού εναλάσσονταν μεταξύ της Ε' Εφορίας Βυζυζαντινών Αρχαιοτήτων, του Μουσείου Μπενάκη και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, εφόσον έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ.164/2004 η σύμβαση εργασίας της δεν είχε καταστεί αορίστου χρόνου, ακόμα και αν αυτή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου οι συμβάσεις της δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση που έκρινε ακόμη ότι στην περίπτωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν έχουν εφαρμογή η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, οι διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18.4.2001 [ΦΕΚ Α'35] απαγορεύοντας τη μετατροπή των συμβάσεων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, γιατί η σύμβαση εργασίας της είχε προσλάβει το χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατηρούν και μετά την έναρξη της ισχύος αυτών, έσφαλε, γι αυτό ο εκ του αριθ. 1 λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη και θα πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, για την εκπλήρωση δε της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσία, θα πρέπει να λάβει, χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1410/2019]. Ακόμη, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν στις αναιρεσίβλητες, ως ηττηθείσες, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, περιορισμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183,191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, την υπ'αριθ. 1525/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου

Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Επιβάλλει στις αναιρεσίβλητες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ