1610/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1610/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1610 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1610/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 2)Α. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 3)Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., και 4)Π. Α. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δήμου Μεταμόρφωσης, που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Γιακουμάκη, που κατέθεσε προτάσεις και 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Πουλίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στην δίκη αυτή, την από 9/9/2011 αγωγή των 1ης και 2ης ήδη αναιρεσειούσων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3411/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1350/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/5/2017 αίτησή τους και τους από 12/4/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτηση και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22.05.2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 12.04.2018 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλονται η 1350/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 3411/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1929 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18- 7-1920) ανακύπτει ακυρότητα, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του.
Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει για την πρόσληψη, καθώς και για τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά ης προσλήψεις στο Δημόσιο και τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 τον Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους, σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, και οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το, άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες άλλα και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Και τούτο για να αποτρέψει τη συνέχιση αποδοκιμασμένης πρακτικής του παρελθόντος, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την άνω διάταξη του εδαφ.
γ' της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση προσωπικού κατά παρέκκλιση των ρηθεισών διατάξεων ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου, χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις, αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.
Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των αρθρ. 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 (ΑΠ 244/2015, 88/2014, 422/2010, ΑΠ 271/2009). Περαιτέρω, η σύναψη και λειτουργία των συμβάσεων μισθώσεως έργου μεταξύ φυσικών προσώπων και των υπηρεσιών γενικά του δημόσιου τομέα ρυθμίζονται από το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2527/1997 "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του Ν. 2190/1994 και άλλες διατάξεις", με το οποίο ορίζονται τα εξής: "Ι.Για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του...Σύμβαση μίσθωσης έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. 2.
Για την έκδοση της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σύναψη μισθώσεως έργου, απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ... ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. 3.
Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη (εδαφ. α)". Το ως άνω άρθρο 6 τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3812/2009 "Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 234/28.12.2009), με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 αυτού και προστέθηκαν επιπλέον παράγραφοι, οι οποίες συμπληρώθηκαν στη συνέχεια με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3838/2010 αναδρομικά από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του εν λόγω ν. 3812/2009 και με την παρ. 4 του άρθρου 40 Ν. 4024/2011, ως εξής: "2.
Δεν επιτρέπεται η σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου: α) για κάλυψη διοικητικών αναγκών ή γραμματειακής εξυπηρέτησης του φορέα, β) εφόσον από τις διατάξεις του οικείου οργανισμού ή κανονισμού, ή οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας του Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού προβλέπονται οργανικές θέσεις ειδικότητας αντίστοιχης με αυτές για τις οποίες προτείνεται η κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης έργου με φυσικά πρόσωπα. 3.
Η επιλογή των προσώπων που θα εκτελέσουν το έργο με αντίστοιχη σύμβαση γίνεται από την οικεία υπηρεσία ή τον φορέα με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων που ορίζουν τα κριτήρια επιλογής του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (εδαφ. α' αυτής). Επίσης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, όπως ισχύουν, ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται για τις προσλήψεις με το άρθρο αυτό με έλεγχο από το Α.Σ.Ε.Π.
Η διάταξη αυτή ισχύει από την ισχύ του ν. 3812/2009 (εδαφ. β') Το εν λόγω δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 5 άρθρου 29 Ν. 3812/2009. 5. Για την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται, ... για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση του Α.Σ.Ε.Π.
ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία και δεν καλύπτονται με αυτή πάγιες και διαρκείς ανάγκες. 6. Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη...". Με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 καθορίζονται οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί, υπό τους οποίους επιτρέπεται στο σύνολο των υπηρεσιών του δημόσιου τομέα, και μεταξύ αυτών και στους δήμους, να συνάπτουν συμβάσεις μίσθωσης έργου με φυσικά πρόσωπα, καθώς επίσης και η διαδικασία για τη σύναψή τους.
Σκοπός των ρυθμίσεων αυτών είναι, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, να αποτραπεί η καταστρατήγηση του κανόνα της στελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών με μόνιμους υπαλλήλους, που προσλαμβάνονται μετά από αντικειμενικές και αδιάβλητες διαδικασίες διαγωνισμού ή επιλογής, με τη χρήση της μεθόδου της σύναψης συμβάσεων μίσθωσης έργου που, στην πραγματικότητα, υποκρύπτουν πρόσληψη προσωπικού (βλ.
εισηγητική έκθεση ν. 2527/1997). Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με την τροποποίηση των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, αυξήθηκαν οι περιορισμοί και έγιναν αυστηρότερες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη σύναψη των συμβάσεων αυτών και ειδικότερα απαγορεύτηκε η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου για την κάλυψη ορισμένων κατηγοριών αναγκών, επιβλήθηκε η εφαρμογή συγκεκριμένων κριτηρίων για την επιλογή των προσώπων με τα οποία θα συμβληθούν οι φορείς του δημόσιου τομέα και τέλος θεσπίστηκε η μεσολάβηση του Α.Σ.Ε.Π.
για τον έλεγχο της διαδικασίας (βλ. εισηγητική έκθεση ν. 3812/2009). Ταυτόχρονα, είχε ήδη τεθεί εξαρχής ως πρόσθετος περιορισμός, και εξακολουθεί να ισχύει και μετά την τροποποίηση του προαναφερόμενου άρθρου 6 του ν. 2527/1997, η απόλυτη απαγόρευση ανανέωσης των συμβάσεων μίσθωσης έργου ή η παράτασή τους, οι οποίες, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, είναι αυτοδικαίως άκυρες.
Περαιτέρω, με το άρθρο 31 του ν. 3013/2002 "Αναβάθμιση της πολιτικής προστασίας και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 102) ορίστηκε ότι: "1. Στις Περιφέρειες ... τους Δήμους και τις Κοινότητες συνιστώνται "Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών". Αποστολή των Κέντρων αυτών είναι η παροχή διοικητικών πληροφοριών και η διεκπεραίωση των υποθέσεων των πολιτών από την υποβολή της αίτησης μέχρι την έκδοση της τελικής πράξης. 11.
Για τις ανάγκες λειτουργίας των Κ.Ε.Π. καθιερώνεται: α) Προαιρετική θητεία πτυχιούχων πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης ετήσιας διάρκειας, β) Απασχόληση φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή αποφοίτων I.E.Κ., Τ.Ε.Ε. ή άλλων σχολών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ειδικότητας προγραμματιστή ή χειριστή ηλεκτρονικών υπολογιστών, γ) Απασχόληση σπουδαστών Τ.Ε.Ι. ...".
Η παρ. 11 του εν λόγω άρθρου του ν. 3013/2002 συμπληρώθηκε, από τότε που ίσχυσε, με την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3260/2004 "Ρυθμίσεις του συστήματος προσλήψεων και θεμάτων δημόσιας διοίκησης" (ΦΕΚ Α' 151/6.8.2004), στην οποία ορίστηκε ότι: "Για τις ανάγκες λειτουργίας των Κ.Ε.Π. επιτρέπεται η απασχόληση φυσικών προσώπων με συμβάσεις μίσθωσης έργου.
Για τις συμβάσεις αυτές ισχύουν οι κείμενες διατάξεις...". Στη συνέχεια, όμως, με την παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 3801/2009 "Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης" (ΦΕΚ Α' 163/4.9.2009), η οποία ισχύει αναδρομικά από τη δημοσίευση του ν. 3260/2004, ορίστηκε ότι: "Οι συμβάσεις μίσθωσης έργου που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 31 του ν. 3013/2002, όπως συμπληρώθηκαν με αυτές της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3260/2004, για τις ανάγκες λειτουργίας των Κ.Ε.Π.
δεν εμπίπτουν στους περιορισμούς των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ 134 Α') και των παραγράφων 1, 2 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α')...". Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, επιτράπηκε, ήδη από το χρονικό σημείο δημιουργίας των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.), η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου με φυσικά πρόσωπα, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της λειτουργίας τους.
Οι συμβάσεις αυτές όμως εξαιρέθηκαν στη συνέχεια, και μάλιστα αναδρομικά, από την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3260/2004, από τους περιορισμούς των άρθρων 5 και 6 του ΠΔ 164/2004, (που αφορούν την απαγόρευση κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας εφόσον μεταξύ των συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, την απαγόρευση αριθμού διαδοχικών συμβάσεων μεγαλυτέρου των τριών (άρθρ. 5) και την ανώτατη διάρκεια των συμβάσεων (άρθρ. 6), ως και των ρηθεισών διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 6 ν. 2527/1997, όπως η διάταξη αυτή ισχύει αναδρομικά από τη δημοσίευση του ν . 3260/2004 με συνέπεια να επαφίεται στην εξουσία των αρμοδίων κάθε φορά οργάνων τόσο η επιλογή των προσώπων που θα απασχοληθούν στα Κ.Ε.Π.
όσο και η διάρκεια της απασχόλησής τους. Ειδικότερα, μέχρι την ισχύ του ν. 3812/2009 για τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων δεν απαιτούνταν καμία απολύτως προϋπόθεση, αφού αυτές είχαν εξαιρεθεί από όλους τους περιορισμούς τους οποίους το άρθρο 6 του ν. 2527/1997, όπως τότε ίσχυε, επέβαλε στο σύνολο των συμβάσεων μίσθωσης έργου των φορέων του δημόσιου τομέα.
Οι ίδιες συμβάσεις μετά την ισχύ του ν. 3812/2009, και μέχρι τη σύσταση οργανικών θέσεων στα Κ.Ε.Π., εμπίπτουν μόνο στην υποχρέωση εφαρμογής των κριτηρίων και της διαδικασίας του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, κατά την επιλογή των προσώπων που θα απασχοληθούν. Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψής τους, όλες οι συμβάσεις μίσθωσης έργου που συνάπτονται με φυσικά πρόσωπα για την κάλυψη των αναγκών των Κ.Ε.Π.
εξαιρούνται από την απαγόρευση της ανανέωσης ή της παράτασης της ισχύος τους. Ενόψει της τελευταίας αυτής εξαίρεσης οι ανωτέρω συμβάσεις μπορούν, μετά τη λήξη τους, να ανανεώνονται και να παρατείνονται συνεχώς, χωρίς κανένα απολύτως αριθμητικό ή χρονικό περιορισμό, χωρίς δηλαδή να τίθεται ανώτατο όριο ανανεώσεων ή συνολικής διάρκειας της απασχόλησης, με συνέπεια να μπορούν να μετατραπούν έμμεσα και εκ πλαγίου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Για το λόγο αυτό η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 3801/2009, κατά το μέρος που εξαιρεί τις συμβάσεις μίσθωσης έργου των απασχολούμενων στα Κ.Ε.Π. από την εφαρμογή της πρώην παρ. 3 και ήδη παρ. 6 εδ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, που απαγορεύει την ανανέωση ή παράταση των συμβάσεων αυτών, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, θεσπίζεται γενικός και απόλυτος απαγορευτικός κανόνας μετατροπής των συμβάσεων του προσωπικού που απασχολείται στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με σύμβαση έργου, σε συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Εξ άλλου, ειδικά για τις μισθώσεις έργου που συνάπτονται για την κάλυψη των αναγκών των Κ.Ε.Π., ως ανανέωση νοείται και κάθε νέα σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, με αντικείμενο το ίδιο έργο με αυτό που είχε ανατεθεί με την προηγούμενη σύμβαση, που μόλις έχει λήξει, και ουσιαστικό σκοπό τη συνέχιση της απασχόλησης συγκεκριμένου προσώπου στη θέση στην οποία εργαζόταν.
Η παρέμβαση δε του Α.Σ.Ε.Π. στη διαδικασία, που θεσμοθετήθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3838/2010, στην περίπτωση των συμβάσεων έργου για τις ανάγκες των Κ.Ε.Π. αναγκαστικά περιορίζεται μόνο στον ορθό έλεγχο εφαρμογής των κριτηρίων από μέρους του φορέα και ως εκ τούτου δεν διαφοροποιεί το αποτέλεσμα. Τέλος, με την Οδηγία 1999/70 ΕΚ του συμβουλίου της 28.6.1999, με ης διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν μέχρι τις 10.7.2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους, και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά σε ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται, 1) να προσδιοριστούν, α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της μορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισμένες, δεν παρέχει δυνατότητα άμεσης επίκλησης των διατάξεων αυτών επί μη έγκαιρης μετεγγραφής αυτής στην Εθνική έννομη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα με το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και με το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 18/2014, ΕΣ 192/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, με τις ένδικες αγωγές ισχυρίσθηκαν ότι είχαν προσληφθεί σης 15-06-2004 η Ε. Ρ., σης 17-09-2007 η Α. Χ., Ε. Π. και η Μ.-Ο. Ζ., σης 03-12-2007 ο Π.
Α., σης 16-10-2007 η Α. Κ. και σης 15-06- 2004 η Χ. Κ., από τον εναγόμενο Δήμο, προκειμένου να προσφέρουν την εργασία τους ως υπάλληλοι στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) του εναγομένου, δυνάμει των αναλυτικά αναφερόμενων στο αγωγικό δικόγραφο συμβάσεων μίσθωσης έργου που ανανεώθηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα που μνημονεύονται στην αγωγή.
On εργάζονταν, με ωράριο πλήρες, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, υπό την εποπτεία και ης οδηγίες του, με αποτέλεσμα οι αναφερόμενες συμβάσεις τους, να συνιστούν στην πραγματικότητα μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού ο χαρακτηρισμός τους ως τέτοιων (συμβάσεων μίσθωσης έργου) δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά έγινε με σκοπό να καταστρατηγηθούν οι νομοθετικές διατάξεις για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και τα νόμιμα δικαιώματά τους.
Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες (ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ήδη αναιρεσείοντες), κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, ζήτησαν κατά την κύρια βάση αυτών και επικαλούμενοι συναφθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επικουρικά σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, με βάση τις διατάξεις των αδικοπραξιών και του αδικαιολόγητου πλουτισμού, άλλως της αρχής της ισότητας α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται ης υπηρεσίες τους, υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, γ) κατ'επιτρεπτό περιορισμό των αγωγικών κονδυλίων από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος τους οφείλει και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει, τα αναλυτικώς αναφερόμενα στα αγωγικά δικόγραφα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στους μισθούς υπερημερίας από την έναρξη και μέχρι την άρση αυτής, τις διαφορές μεταξύ των νομίμων οφειλομένων και των κατώτερων καταβληθεισών στους ίδιους αποδοχών για τα αναφερόμενα στα αγωγικά δικόγραφα χρονικά διαστήματα, νομιμοτόκως από τότε που κάθε απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση.
Επικουρικά, ζήτησαν, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν συνδέονται με τον εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να τους καταβάλει την προβλεπόμενη από τα άρθρ. 3 ν. 2112/1920 και 7 πδ 164/2004 αποζημίωση απόλυσης. Στην πρωτοβάθμια δίκη παραδεκτά παρενέβη υπέρ του εναγόμενου Δήμου το Ελληνικό Δημόσιο.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε αυτές ως μη νόμιμες και επί ασκηθείσας κατ'αυτής εφέσεως από τους ενάγοντες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την οποία το Εφετείο, αφού παρέθεσε μείζονες σκέψεις, σχετικά με τα ανακύπτοντα νομικά ζητήματα, δέχθηκε - μεταξύ των άλλων- τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ του εναγόμενου Δήμου, η πρώτη και η έβδομη δυνάμει οκτώ διαδοχικών συμβάσεων έργου ορισμένου χρόνου, η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη, δυνάμει δυο διαδοχικών συμβάσεων έργου ορισμένου χρόνου, ο πέμπτος δυνάμει μιας συμβάσεως και μιας παρατάσεως και η έκτη δυνάμει πέντε διαδοχικών συμβάσεων έργου ορισμένου χρόνου.
Ειδικότερα, η πρώτη και έβδομη επί έξι έτη και εννιά μήνες από 15/6/2004 έως 10/6/2011, η δεύτερη, Τρίτη, τέταρτη, επί δύο έτη, επτά μήνες και δεκατρείς ημέρες, από 17/9/2007 έως 30/4/2010 ο πέμπτος επί δύο έτη, τέσσερις μήνες και είκοσι επτά ημέρες, από 3/12/2007 έως 30/4/2007 και η έκτη επί δύο έτη και πέντε μήνες, από 16/10/2007 έως 16/3/2010.
Εν προκειμένω, ...δεν συντρέχουν οι τασσόμενες από το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 προϋπόθεσης , με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει η μετατροπή των ενδίκων συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ....καθόσον, ως προς τους 2η, 3η, 4η, 5η και 6η των εναγόντων, δεν είχαν ακόμη καταρτισθεί οι ένδικες συμβάσεις, κατά την ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004 (19-7- 2004), ενώ, αναφορικά στην 1η και 7η των εναγόντων, οι συμβάσεις τους δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν, ούτε εν μέρει, ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 Π.Δ. 164/2004, αφού αν και ήταν ενεργείς οι συμβάσεις τους με τον εναγόμενο Δήμο στις 19/7/2004 δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 Π.Δ. 164/2004 και ειδικότερα, οι ως άνω, μέχρι την προαναφερόμενη ημεροχρονολογία (19/7/2004), είχαν συνάψει μόνο μία σύμβαση (από 15- 6-2004 έως 15-12-2005) και συνεπώς δεν υφίστατο στο πρόσωπο τους η προϋπόθεση συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών, ανεξαρτήτως αριθμού ή τρεις τουλάχιστον συμβάσεις πέραν της αρχικής συνολικής διάρκειας 18 μηνών, εντός του χρονικού διαστήματος 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.
Εξάλλου,... δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής στη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, ως προς το προσωπικό του Δημοσίου και του λοιπού ευρύτερου δημοσίου τομέα που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή έργου, για κάλυψη απρόβλεπτων ή επειγουσών ή παροδικών αναγκών ή ακόμα και με πρόσχημα την κάλυψη τέτοιων αναγκών, καθόσον η μετατροπή αυτή απαγορεύεται ρητά από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 103&8 Σ.
Πριν την θέση σε ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 103& 8 του Συντάγματος, οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν2112/20 δεν εφαρμόζονταν στους συμβασιούχους του Δημοσίου. Επιπλέον, η παρ.3 του άρθρου 8 του Ν.2112/1920 προϋποθέτει ότι ο εργοδότης είχε την δυνατότητα να συνάψει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά σύναψε σύμβαση ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καταστρατηγήσει το νόμο και την υποχρέωση του καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εντός προθεσμίας, προς αποφυγήν καταβολής αποζημιώσεως και στην ένδικη περίπτωση ο εναγόμενος Δήμος δεν είχε την δυνατότητα να συνάψει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τους ενάγοντες, χωρίς να τηρήσει την διαδικασία του Ν. 2190/1994 (έλεγχος ΑΣΕΠ)....
Αφού ο εναγόμενος Δήμος, συνιστά νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημοσίου τομέα, το σχετικό αίτημα των εναγόντων περί αναγνωρίσεως ύστερα από ορθό νομικό χαρακτηρισμό, της συμβατικής έννομου σχέσεως που τους συνέδεε με τον πρώτο, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, βάσει του άρθρου 8 του Ν.2112/1920, ενόψει μάλιστα και του χρόνου συνάψεως των επίδικων συμβάσεων ήτοι, μετά την θέση σε ισχύ των αναθεωρημένων παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 είναι νόμω αβάσιμο και συνεπώς απορριπτέο αφού έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του άρθρου 103&3 Συντάγματος, 21 του Ν.2190/1994 και 6 του Ν. 2527/1997, ούτε είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 671 Α.Κ.
Επιπροσθέτως δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους ούτε ακόμη και με βάση τις διατάξεις της οδηγίας 1999/7Ο/ΕΚ επί τη βάση της καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920, καθώς τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα προσέκρουε, πέραν των ανωτέρω συνταγματικών και νομοθετικών απαγορεύσεων, αφ' ενός μεν στην θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, αφού σε μία τέτοια περίπτωση εμμέσως, δηλαδή με την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης που θα αναγνώριζε τις αντίστοιχες συμβάσεις ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, θα μπορούσαν να συσταθούν κατ' ουσίαν οργανικές θέσεις του δημόσιου τομέα και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μη νομοθετημένες και να μονιμοποιηθεί κατ' αυτό τον τρόπο προσωπικό των δημόσιων υπηρεσιών και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, του οποίου κατά ρητή νομοθετική και συνταγματική επιταγή απαγορεύεται η μονιμοποίηση, αφ' ετέρου, δε, θα προσέκρουε στο πνεύμα των προπαρατεθέντων αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων, με τις οποίες προφανώς ο συνταγματικός νομοθέτης, κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, εκδήλωσε την βούλησή του για αποτροπή της συνέχισης μίας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία, ενώ αρχικά προσλαμβανόταν προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, στην συνέχεια διαπιστωνόταν ότι αυτές οι ανάγκες ήταν πάγιες και διαρκείς και για τον λόγο αυτό μονιμοποιούνταν το προσληφθέν προσωπικό, είτε μέσω του διορισμού του στην θέση μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε μέσω της μετατροπής των σχετικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αποκλείοντας κατ' αυτό τον τρόπο άλλους ενδιαφερομένους που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις εργασίας κατά τις διατάξεις της ισχύουσας κάθε φορά νομοθεσίας κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας στο δημόσιο τομέα είναι πλημμελής και, επομένως, θα πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 δεν ευσταθεί.... Η άποψη ότι η αναγνώριση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως αορίστου αποτελεί αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέτρο της κατάχρησης είναι τελείως εσφαλμένη.
Και τούτο, διότι η αναγνώριση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου στο δημόσιο τομέα καμία απολύτως αποτροπή του φαινομένου κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν επιφέρει, αλλά αντιθέτως το μόνο αποτέλεσμα που έχει είναι η επιβράβευση των προσλήψεων που διενεργήθηκαν εκτός ΑΣΕΠ.
κατ' ευθεία αντίθεση με τις επιταγές του ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 του Συντάγματος. Με άλλα λόγια, επιλέγοντας ο Έλληνας νομοθέτης στο π. δ. 164/2004 να μην προβλέψει τη δυνατότητα της μετατροπής, αλλά αντίθετα να αποκλείσει αυτήν, σε συμμόρφωση προς το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, έλαβε το πλέον αποτελεσματικό μέτρο για την πρόληψη της κατάχρησης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου για το χώρο του δημοσίου τομέα, αφού κατ' αυτόν τον τρόπο, αποκλείοντας τη δυνατότητα της "μονιμοποίησης" εξαφάνισε το κίνητρο σύναψης και ανοχής τέτοιων καταχρηστικών συμβάσεων, τόσο για τον εργαζόμενο όσο και γι' αυτόν που παρανόμως ενεργεί για την πρόσληψή του.
Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός των εναγόντων περί μη ενσωμάτωσης της οδηγίας ως προς τους εργαζομένους στα ΚΕΠ και ως εκ τούτου εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, θα πρέπει να απορριφθεί αφενός μεν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, λόγω μη εφαρμογής εν προκειμένω, της οδηγίας, αφετέρου δε ως αβάσιμος συνιστούν γνήσιες συμβάσεις έργου, οι οποίες μάλιστα χαρακτηρίζονται ρητά από τον νόμο ως τέτοιες, και επομένως δεν υπήγοντο στο πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής οδηγίας και του π.δ./τος 164/2004 και εξαιρούνταν ανέκαθεν από τους περιορισμούς των άρθρων 5 και 6 του ανωτέρω π.δ./τος.
Η δε ρητή εξαίρεσή τους από τις ανώτεροι διατάξεις με την αμιγώς ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 6 του ν. 3801/2009 αποσκοπούσε στην άρση των σχετικών αμφισβητήσεων και την πλήρη αποσαφήνιση του εργασιακού καθεστώτος των εργαζομένων στα ΚΕΠ (βλ. εισηγητική έκθεση του ανωτέρω νόμου). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι η εξαίρεση των συμβάσεων έργου των εργαζομένων στα ΚΕΠ από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του πδ/τος 164/2004 συνιστά πλημμελή ενσωμάτωση ως προς αυτούς της κοινοτικής οδηγίας, και πάλι δεν είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όπως αβασίμως υποστηρίζεται και τούτο διότι, η ανωτέρω οδηγία δεν αναπτύσσει, άμεση εφαρμογή, ενώ ούτε το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 δύναται, υπό το φως της διάταξης του άρθρου 103 του Συντάγματος, που υπερισχύει και αυτής ακόμα της κοινοτικής οδηγίας, να λειτουργήσει ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, διά του οποίου πραγματοποιείται η ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ως προς τους εργαζομένους στα ΚΕΠ.
Άλλωστε, η παραδοχή ότι λόγω πλημμελούς μεταφοράς της κοινοτικής οδηγίας ως προς τους εργαζομένους στα ΚΕΠ εφαρμόζονται ως προς αυτούς και μόνο οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 θα οδηγούσε σε ευνοϊκότερη μεταχείριση αυτών, έναντι των λοιπών συμβασιούχων του Δημοσίου, για τους οποίους μετά την θέση σε ισχύ του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος γίνεται δεκτό ότι απαγορεύεται απολύτως η μετατροττή των συμβάσεών τους.
Επομένως, η τυχόν παραδοχή του ισχυρισμού των εναγόντων θα μπορούσε να οδηγήσει είτε στην εφαρμογή των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, είτε του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 είτε (όλως επικουρικώς) στην υπαγωγή του στις πάγιες διατάξεις του πδ 164/2004 όχι όμως στην μετατροπή των συμβάσεών του σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι συμβάσεις έργου που συνήψαν με τον Δήμο Μεταμόρφωσης υπέκρυπταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου, δέον όπως απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, αφού, ενόψει του ειδικού νομικού καθεστώτος των εργαζομένων στα ΚΕΠ, των κατ' ιδίαν συμβατικών όρων της απασχόλησης των εναγόντων, οι οποίοι διαφοροποιούνται σε σχέση με εκείνων των απασχολούμενων στις λοιπές υπηρεσίες των Δήμων και της φύσης του αντικειμένου της απασχόλησης αυτών, αυτοί συνδέονταν με τον Δήμο Μεταμόρφωσης με γνήσιες συμβάσεις έργου, ρητά χαρακτηριζόμενες από τον νόμο ως τέτοιες, χωρίς να υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας ή να καλύπτονται από την απασχόληση τους αυτή πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Επομένως, οι συμβάσεις που φέρονται να έχουν συνάψει οι ενάγοντες με τον εναγόμενο Δήμο έληξαν αυτοδίκαια με την εκπνοή του προβλεπόμενου σε κάθε μία από αυτές χρόνου. Γι 'αυτό ο τελευταίος δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος για την καταβολή μισθών υπερημερίας.
Περαιτέρω, είναι μη νόμιμες και οι σχετικές αξιώσεις των εναγόντων για την καταβολή των διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, η καταβολή των οποίων προϋποθέτει την αναγνώριση και τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων, όχι ως μίσθωσης έργου αλλά ως συμβάσεων εργασίας, δεδομένου ότι βάσει της εργατικής νομοθεσίας, μόνο για τις συμβάσεις εργασίας προβλέπεται η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας.
Εξάλλου, στην παρ. 4 άρθρο 21 Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι τα όργανα που διενεργούν την εκκαθάριση των αποδοχών, υποχρεούνται να παύσουν την καταβολή των αποδοχών του προσωπικού, που συμπλήρωσε την ως άνω νόμιμη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται σε αυτά οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και απειλούνται ποινικές κυρώσεις κατά των αρμοδίων, για την περίπτωση παράβασης των διατάξεων που ρυθμίζουν την σχέση εργασίας του ως άνω προσωπικού (παράβαση καθήκοντος άρθρ. 259 ΠΚ), ενώ ακόμη προβλέπεται υποχρεωτική παραπομπή στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία.
Ωσαύτως, η εργασία, που προσφέρεται κατά παράβαση των διατάξεων αυτών απαγορεύεται απόλυτα από τον νόμο και ως τέτοια δεν δημιουργεί αξίωση, διότι δεν μπορεί να είναι έγκυρη αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται από τον νόμο ότι ακόμη και τα καταβληθέντα, στο προσωπικό αυτό, που διατηρείται παράνομα, ποσά, καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών τους οργάνων.
Ομοίως μη νόμιμη είναι και η επικουρική βάση, με την οποία αιτούνται οι ενάγοντες τα ανωτέρω αναφερόμενα κονδύλια, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι λόγω ανυπαρξίας συμβάσεως εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου, δεν είναι δυνατόν τα τεθεί εγκυρότητας, ούτε ακυρότητας αυτής.
Ειδικότερα, όταν απαγορεύεται από το νόμο η μετατροπή της εγκύρως συναπτόμενης σύμβασης έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (οποιασδήποτε μορφής), δεν είναι δυνατός και ο χαρακτηρισμός αυτής ως έγκυρης ή άκυρης εργασίας ή έστω ορισμένου χρόνου, αφού δεν είναι δυνατό η ίδια έννομη σχέση να χαρακτηρίζεται αναγκαίως ως σύμβαση μίσθωσης έργου και παράλληλα να θεωρείται ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει τα εν λόγω κονδύλια δεν κατέστη πλουσιότερος. Μη νόμιμη είναι και η επικουρική βάση των αγωγών στηριζόμενη στις διατάξεις για την ισότητα αφού αυτή (αρχή της ισότητας) γιατί δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που παρέχουν την εργασία τους κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, και δη με συμβάσεις έργου οι ενάγοντες, οι δε οι υπάλληλοι του εναγομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Εξάλλου, και η ερειδόμενη στις διατάξεις της αδικοπραξίας επικουρική βάση των ένδικων αγωγών τυγχάνει απορριπτέα, αφενός μεν ως αόριστη, καθόσον δεν εξειδικεύονται τα στοιχεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων του εναγόμενου Δήμου και σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμη, διότι υπό τα εκτιθέμενα ως ανωτέρω και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στις αγωγές, δεν συνιστούν αδικοπραξία, δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν έχει την ευχέρεια....για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του Α.Σ.Ε.Π., ώστε να μην θεωρείται η ως άνω συμπεριφορά του παράνομη.
Τέλος, πρέπει ν' απορριφθεί και το επικουρικό αίτημα καταβολής αποζημίωσης λόγω - καταγγελίας των ένδικων συμβάσεων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2112/1920, ως μη νόμιμο, καθώς οι περιγραφόμενες στα αγωγικά δικόγραφα συμβάσεις των εναγόντων αποτελούν συμβάσεις έργου και αφορούν στην πρόσληψη των τελευταίων για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ούτε ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε ως απλή εργασιακή σχέση ούτε ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ώστε να τίθεται ζήτημα οφειλής αποζημίωσης, ενώ ομοίως πρέπει να απορριφθεί το ως άνω αίτημα καταβολής αποζημίωσης λόγω καταγγελίας των ένδικων συμβάσεων, βάσει του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004, καθώς, σε κάθε περίπτωση, αυτή προβλέπεται για την περίπτωση της παράβασης των οριζομένων στα άρθρα 5 και 6, ήτοι για τον επιτρεπόμενο αριθμό και τη συνολική διάρκεια των συναπτομένων συμβάσεων, από τις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς των οποίων έχουν εξαιρεθεί οι συμβάσεις μίσθωσης έργου που προβλέπονται για τις ανάγκες λειτουργίας των Κ.Ε.Π (παρ. 6 του άρθρου 20 του Ν.3801/2009)..." Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 2112/1920 με τη μη εφαρμογή της, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 103 του Συντάγματος, της κοινοτικής οδηγίας 1999/70 που ενσωματώθηκε στην ημεδαπή έννομη τάξη με το ΠΔ 164/2004, ως και του ν. 3801/2009 (20 παρ. 6) με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Τούτο δε διότι, κατά τα προρρηθέντα, στις ένδικες συμβάσεις, υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν.2112/1920 με την οποία, όπως προεκτέθηκε θεσπίζεται γενικός και απόλυτος απαγορευτικός κανόνας μετατροπής των συμβάσεων του προσωπικού που απασχολείται στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με σύμβαση έργου, σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Επίσης, δεν είναι δυνατή ούτε η εφαρμογή της διάταξης της παρ.6 του άρθρου 20 του Ν.3801/2009, με την οποία εξαιρούνται οι συμβάσεις μίσθωσης έργου των απασχολουμένων στα ΚΕΠ από την εφαρμογή των άρθρων 5 και 6 του π.δ.164/2004 και των παραγράφων 1, 2 και του πρώτου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 6 του ν.2527/1997, που απαγορεύουν την ανανέωση ή παράταση των συμβάσεων αυτών, καθόσον αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται γενικός και απόλυτος απαγορευτικός κανόνας μετατροπής των συμβάσεων του προσωπικού που απασχολείται στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με σύμβαση έργου, σε συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Κατόπιν αυτών, εφόσον κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, η διάταξη της παρ.6 του άρθρου 20 Ν. 3801/2009, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, θα πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης όπως και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων αυτής από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. να παραπεμφθούν στην Τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ.
γ' Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1290/2017).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα κατά νόμο απορρίφθηκαν: α) οι αγωγικές αξιώσεις για διάφορες αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται στον Ν. 3205/2003 και στην ΚΥΑ οικ 2/7093/5-2-2004 και β) η επικουρικώς ασκηθείσα αξίωση για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης βάσεως ερειδόμενος γιατί κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας, ούτε απλή σχέση εργασίας αλλά η έννομη σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο ήταν σύμβαση έργου. Σημειώνεται ότι η εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3205/2003 και της ΚΥΑ 2/7093/0022/2004 περί νομίμων αποδοχών, επιδομάτων κλπ. προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι απασχολήθηκαν βάσει συμβάσεων έργου ρητά χαρακτηριζόμενων ως τέτοιων εκ του νόμου (παρ. 11 του άρθρου 31 του ν. 3013/2002), των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή (ακόμα και διά "του ορθού νομικού χαρακτηρισμού") σε έγκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω. Ενόψει αυτών, δεν δικαιούνται τα αιτούμενα ποσά με βάση το Ν. 3205/2003 και την ΚΥΑ οικ 2/7093/5-2-2004, αλλά και ούτε με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι μολονότι αυτοί βρίσκονταν σε νομική εξάρτηση από το αναιρεσίβλητο και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, η προσβαλλόμενη εσφαλμένα κατά νόμο δέχθηκε ότι δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η Οδηγία, η εργατική νομοθεσία ή οι διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών. Ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης βάσεως ερειδόμενος, διότι δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας, ούτε απλή σχέση εργασίας, αλλά η έννομη σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο ήταν σύμβαση έργου.
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι δεν δικαιολογείται η δυσμενής μεταχείριση αυτών σε σχέση με τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου ότι με τις ως άνω παραδοχές υπήρξε παράβαση της ρήτρας 4 της Οδηγίας και του άρθρου 4 του ΠΔ 164/2004 από την εφαρμογή του οποίου ουδόλως έχουν εξαιρεθεί οι συμβασιούχοι των Κ.Ε.Π. Ο λόγος αυτός είναι ερειδόμενος επί εσφαλμένης βάσεως και συνεπώς απαράδεκτος αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι συμβάσεις αυτών ήταν συμβάσεις έργου και όχι συμβάσεις εργασίας και επομένως, αφού πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες προσώπων ως προς τη φύση της εργασίας, τους όρους απασχόλησης και συνεπώς οι αναιρεσείοντες δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως τελούντες σε συγκρίσιμη κατάσταση με τους μονίμους υπάλληλους. Κατά συνέπεια, δεν έχουν εφαρμογή οι ως άνω αναφερόμενες διατάξεις της ρήτρας 4 της Οδηγίας και του άρθρου 4 του ΠΔ 164/2004.
Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε το επικουρικό αίτημα για την επιδίκαση διαφορών αποδοχών, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και συνεπώς είναι απαράδεκτος διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας, ούτε απλή σχέση εργασίας αλλά η έννομη σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο ήταν σύμβαση έργου και συνεπώς δεν δικαιούνται τα αιτούμενα ποσά με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης επικαλούνται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα κατά νόμο απορρίφθηκε το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης βάσεως διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά η έννομη σχέση που συνέδεε τις ενάγουσες με το αναιρεσίβλητο ήταν σύμβαση έργου και συνεπώς δεν δικαιούνται αποζημίωση απόλυσης (ΑΠ 9/2018) Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης έχει τη γνώμη ότι ως προς την κύρια βάση της αγωγής ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Ειδικότερα, το μέλος αυτό έχει την ακόλουθη γνώμη:
Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP (κωδ. ΕΕΔ 59.186 επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι: α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου, (βλ. ΟλΑΠ 18/2006). Ειδικότερα, ως προς την παραπάνω Οδηγία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 1 της Οδηγίας 1999/70. αυτή αποσκοπεί στην "υλοποίηση της συμφωνίας- πλαισίου [...], η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES. UNICE και CEEP)". Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση, που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", προβλέπει στο σημείο της 1 τα εξής: "Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος." Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου. που τιτλοφορείται "Ορισμοί", προβλέπει τα εξής: "Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας: 1. ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος. 2. ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]".
Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενο της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.
απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhauser Tirols, σκέψη 24, βλ. Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C- 444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres ν Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.Απόφαση της 22.10.2010, συν.
υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres ν Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera). Υπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α', της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από ης διακρίσεις". Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς όη σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47 διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34).
Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48 διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35).
Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία- πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C- 456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C- 273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36).
Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης", ορίζει στο σημείο της 1: "Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ".
Η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο Διατάξεις εφαρμογής "1. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. 2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. 3.
Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία...." Συνεπώς, από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο προκύπτει ότι η θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να αποτελεί για τα κράτη μέλη έγκυρη αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που παρεχόταν προηγουμένως στην εσωτερική έννομη τάξη στον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία.
Η λέξη "εφαρμογή", που χρησιμοποιείται χωρίς άλλη διευκρίνιση στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο, δεν μπορεί να αφορά μόνο την αρχική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και, ιδίως, του παραρτήματος της που περιέχει τη συμφωνία-πλαίσιο, αλλά πρέπει να καλύπτει κάθε εθνικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί τη δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων τα οποία, μετά την κυρίως ειπείν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, συμπληρώνουν ή τροποποιούν τους ήδη θεσπισθέντες εθνικούς κανόνες (βλ.
Δ ΕΚ 0144/2004 ΤΝΠ Νόμος).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με αναφορά γενικώς στους "εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος".
Επιπλέον, ο ορισμός της έννοιας των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου", κατά τη συμφωνία-πλαίσιο, όπως διατυπώνεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας αυτής, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους στο εσωτερικό δίκαιο [αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 56- της 13ης Μαρτίου 2014, Mdrquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 38- της 3ης Ιουλίου 2014, Flamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψεις 28 και 29.
καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid). Όσον αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι με τη ρήτρα αυτή επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C- 212/04.
EU:C:2006:443, σκέψη 63 • της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07. EU:C:2009:250. σκέψη 73 της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kuciik, C-586/10, EU:C:2012:39. σκέψη 25- της 13ης Μαρτίου 2014, Mar que ζ Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146. σκέψη 41- της 3ης Ιουλίου 2014, Flamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C- 407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 54, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C- 22/13, C-61/13.
C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 72, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileho de Salud (Comunidad de Madrid).
Πράγματι, όπως τούτο προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας- πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν σης ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 62 της 3ης Ιουλίου 2014, Flamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C- 407/13, EU:C:2014:2044. σκέψη 55, και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 73, βλ. Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileho de Salud (Comunidad de Madrid).
Συνεπώς, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός. τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα. Τα τρία συνολικώς μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ', της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ.. C- 378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 74 της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kiictik, C- 586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 26• της 13ης Μαρτίου 2014, Mdrquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146. σκέψη 42, της 3ης Ιουλίου 2014, Flamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C- 407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 56, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ,λπ., C- 22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 74. βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, εφόσον έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ', της ρήτρας αυτής είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Flamingo κ,λπ., C-362/13, C-363/13 και C- 407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13. C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 75. βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Flamingo κλπ, C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 60. καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014. Mascolo κλπ, C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Επιπλέον, όταν το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ' εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044. σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C- 22/13, C-61 13. C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 77. βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C1316/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Καίτοι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τέτοιων κανόνων εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών αυτών, εντούτοις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Flamingo κ.λπ., C-362/13. C- 363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13. C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 78).
Επομένως, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Flamingo κ.λπ., C- 362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044. σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ.. C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία πρέπει να εξετάζουν εάν οι διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως ανταποκρίνονται στις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13. EU:C:2014:2044, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ, C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13. EU:C:2014:2401, σκέψη 81).
Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή και, εν ανάγκη, την επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C- 363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κλπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 82).
Περαιτέρω, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ" ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).
Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του, τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.
Εξάλλου, το άρθρο 10 Συνθ. Ε. Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.
Σημειώνεται ότι η υποχρέωση σύμφωνης με το Κοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας [βλ. Δ.Ε.Κ. Case 80/86, Criminal proceeding against Kolpinghuis Nijmegen BV(1987) ECR 3969, (1989) 2 CMLR 18, 88/1986 Ε.Δ.Κ.Α. 1988, 562, Case 14/1983, Von Colson and Kamann ν Land Nordheim Westefalen (1984) ECR 1891, (1986) 2 CMLR 430, βλ. επίσης Υποθέσεις C74/95 και 129/95 (1996) ECR 1-6609, (1997) 1 CMLR 300). Εξάλλου, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ' άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε σης ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998, Α.Π. 1330/2000), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Δ,Ε.Κ. 6/64 Da Costa ENEL II, 2, Δ. Ε.Κ. 34/73 Frateli Variola S.p.A. Administratione del le Finanzie dell Italia 88, 4, Δ.Ε.Κ. 106/77 Administratione delle Finanzie dello Stato Simmenthal 413, 7, Δ.Ε.Κ. 118/75 L. Watson A. Belmarm 549, 5, Δ.Ε.Κ. 40/69 P. Bollamann Hauptdollmant Hamburg Oberelle 586, 2).
Εξάλλου, όταν μια Οδηγία μεταφέρεται καθυστερημένα στο εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους και οι σχετικές προβλέψεις της οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο, όσο είναι δυνατόν, καθ'ο χρόνο η προθεσμία της μεταφοράς έχει παρέλθει, υπό την σκοπιά της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας της Οδηγίας, με την πρόθεση να επιτευχθούν τα αποτελέσματα που σκοπεύει η Οδηγία, ευνοώντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, οι οποίοι είναι περισσότερο σύμφωνοι με τον σκοπό, προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συμβατό με ης προβλέψεις της Οδηγίας (ΔΕΚ C-212/04/47-2006).
Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, σης 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες ης περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή της αρκεί και μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία.
Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου.
Έτσι, και κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ.
και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες.
Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής, και οι γι' αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ' επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.
Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006 ).
Εξάλλου, από την απόφαση του ΔΕΚ της 23-4-2009, που επελήφθη των υποθέσεων 0378/07, C379/07 και C3 80/07 με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τις οποίες υπέβαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η δυνατότητα που προβλέπεται, στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 σχετικά με τη μετατροπή, στον δημόσιο τομέα, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν η σύμβαση καλύπτει στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, μπορεί να συμβάλλει σε τέτοια αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Αν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει το αποτέλεσμα αυτό, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, β) ότι αφού σκοπός της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου είναι να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να διασφαλίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η θέσπιση της εθνικής ρύθμισης για τη μεταφορά της συμφωνίας δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την αποτελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας 5, σημείο 1, γ) ότι, αφού η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 48 της απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα εν λόγω δικαστήρια έχουν επίσης την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον οι παραπάνω τροποποιήσεις που επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004 στο προϊσχύον εθνικό δίκαιο, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των εργαζομένων που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την εξακρίβωση δε αυτή οφείλουν να συγκρίνουν τον βαθμό προστασίας που παρέχει καθεμία από τις εθνικές αυτές διατάξεις, δ) ότι το ΔΕΚ έχει δεχτεί ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου.
Συγκεκριμένα, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, αφού, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε σης περισσότερες περιπτώσεις άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξης των 20 εργάσιμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του.
Το ΔΕΚ έχει δεχτεί επίσης ότι η ρύθμιση, η οποία αναγνωρίζει ως "διαδοχικές" μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών μηνών, δεν είναι, καθαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ε) ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και της σχετικής οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή.
Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος.
Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) ότι η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους (βλ. ανωτέρω απόφαση ΔΕΚ, ιδίως παρ. 84 - 88), β) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων. Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βοιωτικών σχέσεων που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η πρόσληψη του εργαζόμενου έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 και ΑΠ 816/2011).
Τέλος, θα πρέπει ως προς το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 να αναφερθούν επίσης τα ακόλουθα: Στο ισχύον δίκαιο το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έχει υπεροχή έναντι του δικαίου των π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 . Την υπεροχή του ορίζει ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, που παραμένει σε ισχύ μετά την τροποποίησή του με τα π.δ. 180 και 164/2004, "το διάταγμα αυτό δεν θίγει ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους γενικώς ρυθμίσεις ή ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με αναπηρίες".
Επομένως, υπερισχύει η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 όπως ισχύει σήμερα. Το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, ούτε θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς για την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Για τις εργασιακές σχέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 η υπερίσχυση της ευνοϊκότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 προκύπτει από την, ομοίου περιεχομένου προς την του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 π.δ. 164/2004: "Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους εν γένει, καθώς και για τους εργαζομένους με αναπηρίες".
Υπερισχύει, επομένως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, για όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 164/2004, που θεσπίζουν εξαιρέσεις και θέτουν χρονικές και άλλες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων. Οι δύο επιφυλάξεις υπέρ των ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους ρυθμίσεων βρίσκονται σε αρμονία και με την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που καθιερώνει το άρθρο 137 παρ. 5 Συνθ.Ε.Ε. ("οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου (κοινοτικών Οδηγιών) δεν εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών - μελών διατήρηση ή θέσπιση αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων τα οποία συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη") και επιβεβαιώνει το άρθρο 8 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70.
Στο βαθμό, τέλος, που τα π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 χειροτερεύουν - υποβαθμίζουν την προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η Οδηγία 1999/70 παραβιάζεται η απαγόρευση χειροτέρευσης, που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας. Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της είναι μη νόμιμη, κατά τα εκτεθέντα ειδικότερα παραπάνω.
Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση ως μη νόμιμης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1, 3 και 8 του ν.2112/1920, ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ, και 20 του ν. 2639/1998. Και τούτο, γιατί, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ως προς την ορθή ερμηνεία της Οδηγίας και των εθνικών διατάξεων:
α) η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους, β) τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.
Ειδικότερα, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί κατ" εξοχήν έργο των δικαστηρίων, αποτελεί δηλαδή ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Τούτο μάλιστα ισχύει, όπως εκτέθηκε, ακόμα και σης περιπτώσεις που ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός γίνεται βάσει νόμου.
Χωρίς το στοιχείο αυτό, δηλαδή το ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λπ., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ' αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρο 87 παρ. 2 Σ.), κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (βλ. 3/2001 απόφαση Α.Ε.Δ., βλ.
σχετικά με την αναγνώριση της ελευθερίας των δικαστηρίων να προβαίνουν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αγνοώντας μάλιστα το νομικό χαρακτηρισμό που επιβάλλει ο νομοθέτης (Α.Π. 6/2001, 403, ΟλΑΠ 18/2006, Α.Π. 141/2000). Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βιοτικών σχέσεων, που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις.
Με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δ) Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, σης 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, σης 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες ης περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα (βλ.
ΟλΑΠ 18/2006, ΔΕΚ C-378/2007). Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ε) Υφίσταται η υποχρέωση σύμφωνης με το Κοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών σης απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας.
Περαιτέρω, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων το, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο ΕΚ και της σχετικής Οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μίας Οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή (απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL, Συλλογή 2003, σ.
I - 4431, σκέψη 58]. Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των Κρατών Μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότατα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος (ΔΕΚ C - 378/2007, Νόμος).
Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει ης διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ' άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 , 793, Α.Π. 1330/2000), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ζ) Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η) Όπως εκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν εργάζονται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και καθιερώνουν "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" του εθνικού μας δικαίου, για την πρόληψη και αποφυγή καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, που συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι δεν είναι δεσμευτικός αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, ως σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης.
Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου, έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι, μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, έστω και αν μία μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου, καταρτίσθηκε.
Εμπόδιο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001), αφού αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι όμως και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3 και 8 εδ.
β') προβλέπονται περιπτώσεις πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ" ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και θα προσέβαλε την λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και θα ματαίωνε τον σκοπό της Οδηγίας, η οποία -σημειωτέο -ως κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του εθνικού δικαίου και αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Περαιτέρω, ενόψει της ισχύος του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ως ισοδυνάμου νομοθετικού μέτρου, τούτο έχει εφαρμογή τόσο ως προς τους εργαζόμενους που οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 Σ και συνεχίσθηκαν και μετά την 18.04.2001, όσο και ως προς αυτούς που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.
Ενόψει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών έπρεπε να δεχθεί την αγωγή νόμιμη ως προς την κύρια βάση, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παραπάνω αναφερομένης Οδηγίας και το άρθρο 8 ν. 2112/1920, ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, αναγνωρίζοντας, ως αποτελούσες ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.
Ως εκ τούτου, στη προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, η παραπάνω Οδηγία και το άρθρο 8 ν. 2112/1920 έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν και μετά την 18.04.2001 και αφορούν τους αναιρεσείοντες, που απασχολήθηκαν κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες, μετά την ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και υπό την ισχύ του ΠΔ 164/2004, του οποίου πάντως οι διατάξεις είναι ανίσχυρες των διατάξεων της ως άνω Οδηγίας στο βαθμό, που χειροτερεύουν την προστασία την παρεχόμενη από την Οδηγία, η οποία ως κοινοτικό Δίκαιο υπερέχει του Εθνικού Δικαίου.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, στην οποία εξετίθετο οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, παραβίασε της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 εδ.
Β' ΕΚ και 249 εδ. Γ ΕΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.
Κατόπιν αυτών, παραπέμπει, σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ τον πρώτο λόγο αναίρεσης όπως και τον δεύτερο των προσθέτων αυτής λόγων στην Τακτική Ολομέλεια, προκειμένου να αποφανθεί για την συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 6 του ν 3801/2009, κατά το μέρος και μόνο που αναφέρεται στο σκεπτικό και στους αντίστοιχους λόγους αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της διάταξης του άρθρου 20 παρ.6 του ν 3801/2009, κατά το μέρος και μόνο που αναφέρεται στο σκεπτικό και στους αντίστοιχους λόγους αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ