Supreme Court dismisses appeal on lease dispute, rejecting claim of excessive penalty for unauthorized construction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three women against a lower court judgment regarding a lease dispute involving unauthorized fuel storage tanks. The appellants argued that the lower court imposed an excessive penalty for violating the principle of proportionality regarding the lease term. The court rejected this, ruling that the lower court's assessment of the facts and the application of the proportionality principle were not arbitrary or legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 183 and 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the alleged excessive penalty for a violation of the principle of proportionality in a lease dispute is inadmissible if the lower court's factual assessment and legal reasoning are not arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1610 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1610/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Β. συζ. Α. Γ., το γένος Κ. Κ., 2) Β. Μ. Τ. και 3) Α. συζ. Μ. Τ., το γένος Α. Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ακόμη δε, οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Μοράρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ι. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. καταθ. ...-9-2006 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με την, διά των από 17-1-2007 προτάσεων, ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ΑΕ με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2008 μη οριστική και 186/2009 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-8-2009 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1109/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 7/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 14-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 7/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17.7.2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 7/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία επιδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ) όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρ. τέταρτο του άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015 και την επαναδιατύπωση μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1109/2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η εκδοθείσα από το ίδιο Δικαστήριο υπ’ αριθμ. 186/2009 απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ως άνω Δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επ’ αυτής επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητού Ν. Σ. Χ., επιδόθηκε στις εκκαλούσες την 29.6.2015. Η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στις 17.7.2015 (βλ. την υπ’ αριθμ. …2015 έκθεση καταθέσεως της γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου). Δεδομένου όμως ότι με την υπ’ αριθμ.
…28.6.2015 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α’ ) ανεστάλησαν, ενόψει του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, οι δικαστικές προθεσμίες, μεταξύ δε αυτών και των ενδίκων μέσων, από 30.6 μέχρι 8.7.2015, η δεκαπενθήμερη προθεσμία που απαιτείτο για την κατάθεση, της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν είχε παρέλθει. Επομένως αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, το δε επικουρικώς υποβαλλόμενο αίτημα των αναιρεσειουσών περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, αλυσιτελώς προβάλλεται.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι με τον κανονισμό πολυορόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια οπό τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαίο η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη, όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε.
Όμως η ψ’ αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική όταν η άσκηση της υπερβαίνει προφανώς τα όρια. που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση αυτή "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος. (ΑΠ 158/2012).
Ο από το αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, Επίσης ο από το αρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, που έκρινε (ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει καταχρηστική σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει ν απορριφθεί, κατά τη βάσιμη και κατ’ ουσίαν σχετική ένσταση, την οποία ο εναγόμενος προέβαλε παραδεκτώς πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ.1,3, 4 παρ. 1, 5 περ. α’ , 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ, αφ’ ενός μεν ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφ’ ετέρου δε εκ πλαγίου, με ελλιπείς αιτιολογίες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής, ύστερα από αναίρεση της προεκδοθείσας υπ’ αριθμ. 186/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου όπως προαναφέρθηκε (απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 18-5-2007 έφεση των εναγουσών-αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 15-7-2006 αγωγή τους κατά του αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτές επικαλούμενες ότι οι δύο πρώτες ήταν συγκύριες η δε τρίτη επικαρπώτρια του περιγραφόμενου ισογείου καταστήματος, το οποίο βρίσκεται σε πολυκατοικία που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ.
και του ν. 3741/1929, για την οποία έχει συνταχθεί κανονισμός, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και κάθε άλλος που έλκει εξ αυτού δικαιώματα, ως κύριος των αναφερομένων ισογείων καταστημάτων της ίδιας πολυκατοικίας, που χρησιμοποιούνται ως πρατήριο υγρών καυσίμων, να απομακρύνει τις αναφερόμενες μόνιμες εγκαταστάσεις που έχει τοποθετήσει παρανόμως στον έμπροσθεν του καταστήματος τους κοινόχρηστο χώρο, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης να επιτραπεί σ’ αυτές να πράξουν τούτο με δαπάνες του και με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, να υποχρεωθεί δε ο εναγόμενος να παραλείπει κάθε μελλοντική παρεμπόδιση τους στη χρήση του έμπροσθεν του καταστήματος τους κοινόχρηστου χώρου.
Στην κατ’ ουσίαν δε απόρριψη της ως άνω έφεσης, κατέληξε το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης , κρίνοντας κατά παραδοχή της προβληθείσας από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών ασκήθηκε καταχρηστικά, και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παραπάνω (απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής), δεν έσφαλε.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη από 17-7-2015 αίτηση αναίρεσης απόφαση του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του, την υπ’ αριθμ. .../17.1.2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Μ.-Ν., που ελήφθη με επιμέλεια του εναγομένου μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου πλευράς -με γνωστοποίηση που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβαίνουσας εταιρείας, που παραδεκτά έχει καταχωρισθεί στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου- και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Με την υπ’ αριθμ. .../15.7.1996 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Ρόδου Α. Η.-Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου (αριθμ. .../25.7.1996), η τριώροφη πολυκατοικία, η οποία έχει ανεγερθεί επί του υπό την κτηματομερίδα … οικοπέδου, εμβαδού 1.730 τ.μ., στη θέση ..., σε εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου ..., υπήχθη στις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του ν. 3741/1929, για την οποία πολυκατοικία συντάχθηκε κανονισμός με την ίδια ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Συγκύριοι κατ" ισομοιρία στο ανωτέρω οικόπεδο κατέστησαν αρχικά, λόγω αγοράς, οι αδελφοί Ι. Τ., άμεσος δικαιοπάροχος του εναγομένου, και Μ. Τ., δικαιοπάροχος των εναγουσών, άμεσος της πρώτης και απώτερος των δεύτερης και τρίτης, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...17.4.1996 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ρόδου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου με την υπ’ αριθμ. ...26.4.1996 διάταξη του Δικαστή του Κτηματολογίου Ρόδου.
Ειδικότερα, με τη σύσταση της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας ο κάθε οικοπεδούχος αδελφός έγινε κύριος, ο μεν Ι. Τ.: 1) του υπό στοιχεία II ισογείου καταστήματος, 2) του υπό στοιχεία … ισογείου πλυντηρίου, 3) του υπό στοιχεία 13 ισογείου αυτομάτου πλυντηρίου, 4) του υπό στοιχεία 14 ισογείου λιπαντηρίου, 5) του υπό στοιχεία … γραφείου του 1ου ορόφου, 6) του υπό στοιχεία … γραφείου του 2ου ορόφου και 7) της υπό στοιχείο 2 αερίνης στήλης, ο δε Μ.
Τ.: 1) του υπό στοιχεία 15 ισογείου καταστήματος, 2) του υπό στοιχεία Α1 γραφείου του 1ου ορόφου, 3) του υπό στοιχεία … γραφείου του 2ου ορόφου και 4) της υπό στοιχείο 1 αερίνης στήλης. Σκοπός της αγοράς του οικοπέδου και της ανέγερσης της παραπάνω πολυκατοικίας, που υπήχθη στις διατάξεις οριζόντιας ιδιοκτησίας, ήταν εξαρχής η λειτουργία στο ισόγειο αυτής πρατηρίου υγρών καυσίμων, όπως προκύπτει άμεσα, τόσο από το χαρακτηρισμό στην άνω συμβολαιογραφική πράξη σύστασης των υπό στοιχεία 12, ...
ιδιοκτησιών ως "πλυντηρίου", "αυτόματου πλυντηρίου" και "λιπαντηρίου" αντίστοιχα, όσο και από τη ρητή αναφορά στην ως άνω πράξη ότι σ’ αυτήν προσαρτάται η υπ’ αριθμ. ....6.1996 άδεια ανέγερσης νέας ισόγειας οικοδομής πρατηρίου υγρών καυσίμων και καταστημάτων του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Ρόδου της Νομαρχίας Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε επ’ ονόματι και των δύο συγκυριών.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, πριν από τη σύνταξη της άνω συμβολαιογραφικής πράξης και δη στις 22.5.1996, είχε ήδη εκδοθεί από το Τμήμα Συγκοινωνιών - Μεταφορών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, μετά από αίτηση του πρώτου εκ των εκμισθωτών (Ιωάννη Τζωρτζή) η υπ’ αριθμ. πρωτ. .../22.5.1996) άδεια ίδρυσης πρατηρίου διάθεσης υγρών καυσίμων σε τροχοφόρα επί του ακινήτου, σύμφωνα με την οποία επετράπη στον κοινόχρηστο χώρο του ακινήτου η κατασκευή τριών (3) αντλιών βενζίνης σούπερ, τεσσάρων (4) αντλιών βενζίνης αμόλυβδης, δύο (2) αντλιών πετρελαίου κίνησης και μίας (1) αντλίας πετρελαίου θέρμανσης, μετά πλυντηρίου και λιπαντηρίου.
Ήδη με το από 23-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, στο οποίο συνεβλήθη ο Ι. Τ., τόσο για τον εαυτό του ατομικά όσο και για λογαριασμό του Μ. Τ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../22.4.1996 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Α. Η. - Π., το οποίο καταρτίστηκε, ομοίως, πριν από τη σύνταξη της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, οι δύο οικοπεδούχοι - δικαιοπάροχοι των διαδίκων είχαν εκμισθώσει για 15 έτη το ακίνητο στην εταιρεία πώλησης υγρών καυσίμων με την επωνυμία "...
LIMITED", προκειμένου η μισθώτρια να το χρησιμοποιήσει ως σταθμό εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων μετά πλυντηρίου-λιπαντηρίου και κατάστημα πώλησης ειδών που ενδιαφέρουν τους αυτοκινητιστές και άλλων ειδών που εμπορεύεται η μισθώτρια εταιρεία. Στον 7° όρο του μισθωτηρίου αυτού αναφέρονται τα εξής: "Η μισθώτρια (ή ο υποκατάστατος αυτής) δικαιούνται με δαπάνες τους και κατά τις εκάστοτε ανάγκες του μισθίου να αποτμούν το πεζοδρόμιο, να προσαρμόζουν τα κτίρια να ανοίγουν ορύγματα, να εγκαθιστούν τεχνικό εξοπλισμό και γενικά να διαμορφώνουν το πρατήριο σύμφωνα με τις απαιτήσεις των αρχών, των εκμισθωτών υποχρεουμένων να συναινούν όπου τούτο απαιτείται".
Συνεπώς, με το άνω μισθωτήριο συμβόλαιο, το οποίο προηγήθηκε χρονικώς της σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, οι δύο συγκύριοι έδωσαν ουσιαστικά την άδεια στη μισθώτρια εταιρεία να προβεί στις εγκαταστάσεις, τις οποίες θεωρούσε αυτή απαραίτητες για τη λειτουργία του πρατηρίου βενζίνης. Σε εκτέλεση του ως άνω όρου η μισθώτρια εταιρεία, αμέσως μετά την έκδοση της απαραίτητης ήδη αναφερθείσας άδειας, προχώρησε στην εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών για την εγκατάσταση στο μισθωμένο ακάλυπτο χώρο όλου του αναγκαίου εξοπλισμού για τη λειτουργία του πρατηρίου, τοποθετώντας τρεις αντλίες βενζίνης, δύο στέγαστρα διαστάσεων αντίστοιχα 7,35 Χ 13,50 μ.
και 5,5 Χ 7,5 μ., ένα μηχάνημα παροχής αέρα και διαφημιστικές πινακίδες, από τις οποίες η μία διαστάσεων 1 Χ 3 μ. και οι άλλες μικρότερες, ο οποίος εξοπλισμός έχει παραμείνει από τότε έως σήμερα αναλλοίωτος. Όμως, ο ανωτέρω όρος του μισθωτηρίου συμβολαίου, με βάση τον οποίο η μισθώτρια εταιρεία προέβη στις επίδικες εγκαταστάσεις, ήρθε σε ευθεία αντίθεση με διάταξη του κανονισμού οικοδομής που επακολούθησε στις 15.7.1996, σύμφωνα με την οποία: "Απαγορεύεται κάθε επέμβαση στους κοινοχρήστους και κοινοκτήτους χώρους και εγκαταστάσεις της οικοδομής".
Έτσι, οι ανωτέρω συγκύριοι του οικοπέδου, Ι. και Μ. Τ., με την υπ’ αριθμ. .../4.11.1998 διορθωτική και συμπληρωματική πράξη της άνω υπ’ αριθμ. .../15.7.1996 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου Ρόδου Α. Η.-Π., συμφώνησαν ότι "ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του με στοιχείο πίνακα Γιώτα πέντε (15) του ισογείου καταστήματος, υποχρεούται και αποδέχεται την ύπαρξη στην πρόσοψη του καταστήματος του, ενός στεγάστρου αντλιών καυσίμων, μιας αντλίας ακαθάρτου πετρελαίου και μιας αντλίας αμόλυβδης βενζίνης, έτσι ώστε να είναι δυνατή η καλύτερη λειτουργία του με στοιχείο Γιώτα ένα (II) ισογείου καταστήματος, που χρησιμοποιείται ως πρατήριο υγρών καυσίμων".
Η ως άνω διορθωτική και συμπληρωματική αυτή συμβολαιογραφική πράξη δεν μεταγράφηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία Ρόδου και ως εκ τούτου έχει ενοχικό χαρακτήρα, ισχύουσα μόνο μεταξύ των συμβληθέντων συγκυριών, χωρίς να δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, αποτελεί, όμως, έγγραφο ενδεικτικό της βούλησης των δύο συγκυριών σχετικά με τη φύση και τον προορισμό ολοκλήρου του ακινήτου.
Η πράξη αυτή συντάχθηκε μετά από απόφαση του Μ. Τ. να εκμεταλλευθεί για τον εαυτό του το υπό στοιχείο … ισόγειο κατάστημα του ακινήτου, το οποίο είχε ήδη εκμισθωθεί στην προαναφερθείσα εταιρεία πετρελαιοειδών, ενώ δικαιολογητικός λόγος της σύνταξης της πράξης αυτής αποτέλεσε το γεγονός ότι, έμπροσθεν του εν λόγω καταστήματος, υπήρχε ήδη, με βάση το προαναφερόμενο μισθωτήριο συμβόλαιο, ένα στέγαστρο αντλιών καυσίμων μία αντλία ακαθάρτου πετρελαίου και μία αντλία αμόλυβδης βενζίνης, που εξυπηρετούσαν το πρατήριο υγρών καυσίμων και το οποίο ήδη λειτουργούσε στο υπό στοιχείο II ισόγειο κατάστημα του ακινήτου.
Έτσι, ο Μ. Τ., στα πλαίσια της απόφασης του να εκμεταλλευθεί ο ίδιος το υπό στοιχείο 15 κατάστημα και προκειμένου να μην υπάρχει στο μέλλον οιαδήποτε αμφισβήτηση σχετικά με τη χρήση του ακάλυπτου χώρου όλου του ακινήτου, συμφώνησε με την παραπάνω διορθωτική πράξη, αφενός μεν να ανέχεται στην πρόσοψη του καταστήματος του τις ήδη υπάρχουσες παραπάνω κατασκευές, αφετέρου δε να μην παρεμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία και στάθμευση των οχημάτων που εξυπηρετούνται από το πρατήριο υγρών καυσίμων που λειτουργεί στο δεύτερο κατάστημα, καθ’ όσο χρόνο θα λειτουργεί αυτό ως πρατήριο καυσίμων, επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι ο κύριος προορισμός του ακινήτου ήταν και παρέμενε η λειτουργία του πρατηρίου καυσίμων μαζί με τις αναγκαίες, για την εν λόγω λειτουργία, εγκαταστάσεις.
Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται και από το περιεχόμενο του από 9.1.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης, με βάση το οποίο ο Μ. Τ. εκμίσθωσε το ως άνω υπό στοιχείο … κατάστημα στην εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", στο άρθρο 11 του οποίου γίνεται αναφορά σε στάθμευση των αυτοκινήτων της μισθώτριας εταιρείας σε όλο τον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο που περιβάλλει το υπό στοιχείο 15 κατάστημα, εξαιρουμένου του εμπρόσθιου τμήματος, συνομολογώντας για μία ακόμη φορά ότι η χρήση του εμπρόσθιου χώρου ανήκει αποκλειστικά στη μισθώτρια εταιρεία του υπό στοιχείο II καταστήματος.
Στη συνέχεια, ο ιδιοκτήτης Ι. Τ. μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, στον εναγόμενο γιό του όλες τις πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτο τα υπό στοιχεία II κατάστημα, … πλυντήριο, … αυτόματο πλυντήριο, … λιπαντήριο, … γραφείο, … γραφείο και αέρινη στήλη 2, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../4.2.2000 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Γ.
Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου (αριθμ. ....2.2000). Εξάλλου, ο έτερος ιδιοκτήτης Μ. Τ. μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στο ζεύγος Α. Γ. και Β. σύζ. Α. Γ. το γένος Κ. Κ. (πρώτη ενάγουσα), κατ’ ισομοιρίαν, το υπό στοιχείο 15 κατάστημα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../4.7.2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Α.
Κ.-Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών (αριθμ. .../7.7.2000). Περαιτέρω, ο Α. Γ. μεταβίβασε την ιδανική του μερίδα 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω, υπό στοιχείο … καταστήματος, κατά μεν ψιλή κυριότητα, λόγω δωρεάς, στη δεύτερη ενάγουσα, κατά δε την επικαρπία, λόγω γονικής παροχής, στη θυγατέρα του, τρίτη ενάγουσα, δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../2.9.2003 και ...2.9.2003 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ρόδου Α.
Η.-Π., αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου (αριθμ. .../23.9.2003). Με τα δεδομένα αυτά, η μισθώτρια εταιρεία προχώρησε μεν στις επίδικες εγκαταστάσεις, σύμφωνα με τον 7° όρο του από 23.4.1996 μισθωτηρίου, πλην όμως, η πράξη της αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με διάταξη του κανονισμού που επακολούθησε και απαγορεύει κάθε επέμβαση στους κοινοχρήστους και κοινοκτήτους χώρους της οικοδομής (7° φύλλο του κανονισμού), με βάση την οποία ασκήθηκε η ένδικη αγωγή.
Όμως, η άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών να ζητήσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση την αφαίρεση των επιδίκων εγκαταστάσεων είναι καταχρηστική, διότι συντρέχει το στοιχείο της υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος που απορρέει από την οριζόντια ιδιοκτησία και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, δηλαδή με τρόπο που προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος από την άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών.
Ειδικότερα, αφού ληφθούν υπόψη, α) η εκδήλωση της θέλησης των αρχικών συγκυρίων του οικοπέδου, ως προς τη χρήση του κοινόχρηστου - κοινόκτητου χώρου που υφίσταται έμπροσθεν του ισογείου καταστήματος με στοιχεία 15 (αρχικής ιδιοκτησίας του Μ. Τ. και ήδη των εναγουσών), η οποία περιέχεται στη μη μεταγραφείσα υπ’ αριθμ. .../1998 διορθωτική και συμπληρωματική πράξη της συμβολαιογράφου Ρόδου Α.
Η. - Π. και αναφέρεται στην υποχρέωση του εκάστοτε ιδιοκτήτη του καταστήματος με στοιχείο … να αποδέχεται την ύπαρξη στην πρόσοψη του καταστήματος του, ενός στεγάστρου αντλιών καυσίμων, μιας αντλίας ακαθάρτου πετρελαίου και μιας αντλίας αμόλυβδης βενζίνης, έτσι ώστε να είναι δυνατή η καλύτερη λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων, β)ο 11ος όρος του από 9.1.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης, που έχει υπογραφεί από το δικαιοπάροχο των εναγουσών Μ.
Τ. ως εκμισθωτή και την εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", ως μισθώτρια, ο οποίος (όρος) αναφέρεται στη στάθμευση των αυτοκινήτων της μισθώτριας εταιρείας σε όλο τον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο, με εξαίρεση το εμπρόσθιο τμήμα, η χρήση του οποίου, κατά τα προεκτεθέντα, είχε συμφωνηθεί να ανήκει αποκλειστικά στη μισθώτρια εταιρεία του υπό στοιχείο II καταστήματος και γ) η μακρόχρονη αδράνεια των εναγουσών και του δικαιοπαρόχου τους Μ.
Τ., αφού επί εννέα και πλέον έτη, ήτοι από το Μάιο 1997, οπότε οι ανωτέρω παρίσταντο στα εγκαίνια του πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων από τη μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία "... LIMITED" και συνεπώς αντελήφθησαν την κατάληψη εκ μέρους της μισθώτριας τμήματος του ακάλυπτου κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου της οικοδομής που βρίσκεται έμπροσθεν του υπό στοιχεία … καταστήματος τους, μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιούλιος 2006) δεν εναντιώθηκαν στην κατάσταση αυτή.
Ενόψει αυτών, η άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών για απομάκρυνση των επιδίκων εγκαταστάσεων, κατ’ αντικειμενική κρίση, υπερβαίνει προφανώς τα εκ της καλής πίστεως και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος όρια, δοθέντος ότι, ενώ δεν ωφελούνται ούτε βλάπτονται οι ενάγουσες, η αιτούμενη αφαίρεση των επιδίκων εγκαταστάσεων έχει επαχθείς συνέπειες για τον εναγόμενο, διότι δεν είναι δυνατή η καλή λειτουργία του καταστήματος ως πρατηρίου υγρών καυσίμων.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή τυγχάνει καταχρηστική σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει ν απορριφθεί, κατά τη βάσιμη και κατ’ ουσίαν σχετική ένσταση, την οποία ο εναγόμενος προέβαλε παραδεκτώς πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (αρθρ. 534 ΚΠολΔ)".
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, και ειδικότερα ότι η ένδικη αγωγή είναι καταχρηστική, διότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών να ζητήσουν την αφαίρεση των επίδικων εγκαταστάσεων υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, και πρέπει ν απορριφθεί, κατά τη βάσιμη και κατ’ ουσίαν σχετική ένσταση, την οποία ο εναγόμενος προέβαλε παραδεκτώς πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του (Εφετείου), δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ούτε και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1,3, 4 παρ. 1, 5 περ.
α’ , 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ , αφού, πράγματι, με βάση τις ως άνω παραδοχές του, από τις οποίες προκύπτουν, μεταξύ άλλων: α) μακροχρόνια αδράνεια των εναγουσών- αναιρεσειουσών, οι οποίες μάλιστα ήδη πριν από την κτήση του ως άνω ακινήτου απ’ αυτές γνώριζαν την ύπαρξη των αναφερόμενων εγκαταστάσεων στον ως άνω κοινόχρηστο χώρο, και δεν εναντιώθηκαν στην κατάσταση αυτή, επί σειρά ετών μετά την κτήση της ως άνω ιδιοκτησίας τους, γεγονός που δικαιολογεί πίστη αυτών ότι οι αναιρεσείουσες που ανέχτηκαν αδιαμαρτύρητα την ως άνω κατάσταση δεν θα ασκήσουν το επικαλούμενο δικαίωμά τους και β) επαχθείς συνέπειες για τον αναιρεσίβλητο -εναγόμενο από την ανατροπή της παγιωθείσας κατάστασης και αντιθέτως ουδεμία βλάβη των αναιρεσειουσών από τη διατήρηση της κατάστασης αυτής, που έχει ήδη παγιωθεί, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών-αναιρεσειουσών υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και αντιβαίνει γι’ αυτό στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ .
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγος αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι είναι απαγορευμένη, ως καταχρηστική παντάπασι και διά παντός, η άσκηση του δικαιώματος τους να ζητήσουν να απομακρύνει τις αναφερόμενες μόνιμες εγκαταστάσεις που έχει τοποθετήσει παρανόμως στον έμπροσθεν του καταστήματος τους κοινόχρηστο χώρο, ενώ εφαρμόζοντας και την αρχή της αναλογικότητας, όφειλε να περιορίσει την απαγόρευση ασκήσεως του δικαιώματος, εντός του χρονικού πλαισίου της αρχικής συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως, η οποία συνήφθη με την δεκτή γενομένη συναίνεση του δικαιοπαρόχου τους και στα χρονικά πλαίσια της οποίας ο δικαιοπάροχος τους είχε δεσμευθεί έναντι του δικαιοπαρόχου του εναγομένου να ανέχεται τις παράνομες κατασκευές στον κοινόχρηστο χώρο του οικοπέδου ευθέως παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. 2 Συντ., με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της αναλογικότητας, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ.
α’ , 13 του ν. 3741/1929, 785, 787,1002 και 1117 ΑΚ, και είναι αναιρετέα κατ’ άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., καθόσον με την κατά τα ανωτέρω γενόμενη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, εφάρμοσε υπέρμετρη και δυσανάλογη κύρωση σε βάρος τους για τη διαπιστωθείσα απ’ αυτό παραβίαση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ειδικότερα, ότι η συναίνεση του δικαιοπαρόχου των εναγουσών για ανοχή των παραπάνω εγκαταστάσεων στον ως άνω κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής παρασχέθηκε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ειδικότερα για τον αρχικά συμφωνηθέντα συμβατικό χρόνο της μισθώσεως ενώ με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών και αρχικοί συγκύριοι του οικοπέδου εκδήλωσαν τη θέληση ως προς την παραπάνω χρήση του κοινόχρηστου - κοινόκτητου χώρου που υφίσταται έμπροσθεν του ισογείου καταστήματος με στοιχεία … (αρχικής ιδιοκτησίας του Μ.
Τ. και ήδη των εναγουσών), χωρίς την αναφορά σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια , κάνοντας μάλιστα λόγο στην ως άνω μεταγραφείσα υπ’ αριθμ. .../1998 διορθωτική και συμπληρωματική πράξη της συμβολαιογράφου Ρόδου Α. Η. - Π. για υποχρέωση του εκάστοτε ιδιοκτήτη του καταστήματος με στοιχείο … να αποδέχεται την ύπαρξη στην πρόσοψη του καταστήματος του, ενός στεγάστρου αντλιών καυσίμων, μιας αντλίας ακαθάρτου πετρελαίου και μιας αντλίας αμόλυβδης βενζίνης, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της επικαλούμενης από τις αναιρεσείουσες αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του, περί καταχρηστικής ασκήσεως από τις αναιρεσείουσες -ενάγουσες της ένδικης αγωγής.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων για την άσκησή της παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.7.2015 αίτηση των αναιρεσειουσών για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ