Supreme Court dismisses appeal on civil jurisdiction grounds regarding public entity commercial contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Material Management Organization against a First Instance Court judgment. The appellant argued that the civil courts lacked jurisdiction over disputes arising from a contract with a scrap metal company, claiming it was a public law matter. The court rejected this, ruling that the organization's sale of scrap metal constituted a commercial activity governed by private law rather than public administration duties. Consequently, the dispute falls under the jurisdiction of civil courts, validating the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The sale of scrap metal by a public material management organization constitutes a commercial activity governed by private law, not a public law duty, thus civil courts have jurisdiction over resulting disputes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1610 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1610/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού" με τον διακριτικό τίτλο "Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε." πρώην "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ (ΟΔΔΥ) ΝΠΔΔ" που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας "ΓΕΠΑ Ανώνυμος Βιοτεχνική-Εμπορική Εταιρεία "ΣΚΡΑΠ" Σιδήρου- Μετάλλων" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 4898/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 9-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζομένη από την επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 7097/12-3-2013 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίσιν αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επεδόθη νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), στην αναιρεσίβλητο για την δικάσιμο της 20-5-2013, κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση παρόντων των διαδίκων για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (13-1-2014). Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την νόμιμο εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, και ενόψει του ότι η μετά την γενομένη αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, στην ένδικη αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητος εταιρεία ιστορούσε: Ότι, αναδειχθείσα πλειοδότης σε σχετικό διαγωνισμό, υπέγραψε με τον Ο.Δ.Δ.Υ. την από 27-2-1991 σύμβαση, κατά το περιεχόμενο της οποίας: α) ο Ο.Δ.Δ.Υ. θα πωλούσε σ' αυτήν, αντί τιμήματος 10,82 δραχμών ανά χιλιόγραμμο, ποσότητες σιδήρου (σκραπ), που θα προέρχονταν από την καταστροφή αυτοκινήτων συμβατικής τεχνολογίας, τα οποία είχαν αποσυρθεί ή επρόκειτο να αποσυρθούν μέχρι την 30-6-1991 από τις αποθήκες του στην Αθήνα και την Πάτρα.
Β) Η ίδια (ενάγουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να εγκαταστήσει μηχανήματα στους αποθηκευτικούς χώρους του εναγομένου και να παραλαμβάνει, καταστρέφει και μεταφέρει 200 αυτοκίνητα την ημέρα από τις αποθήκες των Αθηνών και 100 αυτοκίνητα από τις αποθήκες της Πάτρας, σε περίπτωση δε κατά την οποία δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις της αναφορικά με τις προθεσμίες παραλαβής και καταστροφής και τον αριθμό των καταστρεφομένων αυτοκινήτων, ο εναγόμενος Οργανισμός είχε το δικαίωμα να την κηρύξει έκπτωτη και να ζητήσει την κατάπτωση δύο εγγυητικών επιστολών (1.000.000 δραχμών η καθεμία), τις οποίες είχε καταθέσει για την καλή εκτέλεση του έργου.
Ότι επειδή το Ελληνικό Δημόσιο με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ ανέθεσε απευθείας σε τρίτους το έργο της απόσυρσης με τίμημα αγοράς 3,30 δραχμών ανά χιλιόγραμμο σιδήρου σκράπ, με συνέπεια αυτή να μην μπορεί να ανταγωνισθεί τους τρίτους, την 18-4-1991 αναγκάσθηκε να καταγγείλει τη σύμβαση, ο δε εναγόμενος με την από 19-4-1991 εξώδικη πρόσκληση την κήρυξε έκπτωτη από τη σύμβαση.
Με τα περιστατικά αυτά και την επίκληση το μεν σπουδαίου λόγου για την απ' αυτήν καταγγελία της συμβάσεως, το δε ακυρότητα της εκπτώσεως ζήτησε 1) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 2.000.000 δραχμών που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην αναφερομένη τράπεζα μετά την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, β) ποσό 930.087 δραχμών που αφορά αξία υλικού το οποίο δεν παρέλαβε από τον εναγόμενο και 2) να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει το ποσό των 16.256.222 δραχμών, ποσό που βεβαιώθηκε με το 17.718/11-11-1992 έγγραφο του εναγομένου προς το Δημόσιο Ταμείο για μισθώματα τα οποία ο εναγόμενος Οργανισμός αναγκάσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, να πληρώσει σε τρίτους για την μίσθωση χώρων για εναπόθεση αποσυρομένων οχημάτων, λόγω αθετήσεως εκ μέρους της εναγούσης της υποχρεώσεώς που είχε αναλάβει.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την υπό της εναγούσης καταγγελία της συμβάσεως και ότι ο Ο.Δ.Δ.Υ. νομίμως κήρυξε έκπτωτη την ενάγουσα . Δέχθηκε όμως ότι η απ' αυτόν μίσθωση νέων αποθηκευτικών χώρων για την εναπόθεση των αποσυρομένων αυτοκινήτων δεν συνδεόταν αιτιωδώς προς την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγούσης.
Απέρριψε δε την αγωγή κατά το καταψηφιστικό της αίτημα και την δέχθηκε κατά το αναγνωριστικό. Η έφεση που άσκησε ο Ο.Δ.Δ.Υ. απερρίφθη με την εδώ προσβαλλομένη απόφαση.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προσήκοντος κανόνος δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής: "Ο εναγόμενος, μετά την υπ' αριθμ. 1768/14-3-1991 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου, την 15-4-1991 μίσθωσε για χρονικό διάστημα έξη μηνών ακίνητο εκτάσεως 122 στρεμμάτων του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, στην περιοχή Μαγούλας, αντί μηνιαίου μισθώματος 10.000.000 δραχμών.
Επίσης με το από 15-4-1991 μισθωτήριο συμφωνητικό μίσθωσε έκταση 12 στρεμμάτων στην περιοχή Γαστούνη Ηλείας, αντί μηνιαίου μισθώματος 12.000.000 δραχμών. Η μίσθωση των ακινήτων αυτών οφείλεται σε μη προβλεφθείσα πραγματική κατάσταση, δηλαδή στη μαζική απόσυρση αυτοκινήτων, σε αριθμό που κυμαινόταν από 500 έως 700 αυτοκίνητα ημερησίως, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδιαχώρητο στον αποθηκευτικό του χώρο, εκτάσεως 250 στρεμμάτων στην περιοχή Μαγουλέζας που διέθετε ο ΟΔΔΥ και εκτός του χώρου να κατακλύζεται η περιοχή με αυτοκίνητα προς απόσυρση.
Η μίσθωση δεν σχετίζεται με την παράλειψη της εναγούσης να καταστρέφει και να μεταφέρει ως είχε υποχρέωση περί τα 300 αυτοκίνητα ημερησίως, αφού και εάν αυτή ήταν συνεπής στη συμβατική της υποχρέωση, το πρόβλημα χώρου οπωσδήποτε θα ανέκυπτε από την αθρόα απόσυρση ... Εξ άλλου ο αποσυσχετισμός της μίσθωσης του χώρου στην περιοχή Μαγούλας προς την υπό της εναγούσης αθέτηση της κατά τα άνω συμβατικής της υποχρεώσεως, προκύπτει εμμέσως και από τα διαλαμβανόμενα στο πρακτικό της υπ' αριθμ. 1768/14-3-1991 συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου στο οποίο αναφέρεται ότι υπάρχει πρόβλημα πληρότητας στον αποθηκευτικό του χώρο του ΟΔΔΥ, όχι οφειλόμενο στην ενάγουσα, και αποφασίζεται η μίσθωση του άνω ακινήτου.
Περαιτέρω, η μίσθωση του ακινήτου στην περιοχή Γαστούνη Ηλείας δεν σχετίζεται προς την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγομένης. Στην περιοχή της Πάτρας, ο χώρος που είχε επιλεγεί για την απόθεση των αποσυρόμενων αυτοκινήτων, μετά από παρεμβάσεις τοπικών φορέων τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε και για την αιτία αυτή ο εναγόμενος μίσθωσε την άνω έκταση ...".
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με τις ίδιες σκέψεις δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά το αναγνωριστικό της αίτημα περί ελλείψεως δηλονότι οφειλής της εναγούσης αποζημιώσεως εκ μισθωμάτων, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την τα αντίθετα υποστηρίζουσα έφεση της αναιρεσειούσης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του,σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της κατά πρόσφορο αιτιώδη τρόπο συνδέσεως ή μη της συνάψεως των επιδίκων μισθωτικών συμβάσεων από την αναιρεσείουσα με την αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσιβλήτου, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η παρά του Ο.Δ.Δ.Υ. ενάγοντος μίσθωση των ακινήτων στην περιοχή Μαγούλας Αττικής και Γαστούνης Ηλείας, οφείλεται στη μαζική απόσυρση αυτοκινήτων, σε αριθμό κυμαινόμενο από 500 έως 700 αυτοκίνητα ημερησίως, με αποτέλεσμα την υπερκάλυψη του υφισταμένου αποθηκευτικού του χώρου στην περιοχή της Μαγουλέζας και την εναπόθεση των προς απόσυρση αυτοκινήτων στην γύρω περιοχή και δεν σχετίζεται με την αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσιβλήτου για καταστροφή τριακοσίων περίπου αυτοκινήτων ημερησίως, αφού και εάν ακόμη αυτή είχε ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή της, το πρόβλημα χώρου οπωσδήποτε θα ανέκυπτε από την αθρόα απόσυρση αυτοκινήτων κατά την χρονική εκείνη περίοδο.
Μάλιστα, η μίσθωση του ακινήτου στην περιοχή της Γαστούνης Ηλείας, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν σχετίζεται παντάπασι με την προειρημένη αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου, καθόσον η εν λόγω μίσθωση οφείλεται στη μη χρησιμοποίηση, κατόπιν παρεμβάσεων των τοπικών φορέων, του χώρου που είχε επιλεγεί για τον ίδιο σκοπό στην περιοχή της Πάτρας.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσειούσης, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, τυγχάνουν αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που προσεκόμισε νομίμως η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. 1776/18-4-1991 πρακτικό του Δ.Σ. του Ο.Δ.Δ.Υ., από το οποίο σαφώς προκύπτει η σύνδεση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσιβλήτου με την επίμαχη μίσθωση των αποθηκευτικών χώρων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων που προσεκομίσθησαν νομίμως ενώπιόν του, και το προαναφερόμενο έγγραφο. Τούτο προκύπτει από την αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επειδή, στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ των οποίων και οι προερχόμενες από διοικητικές συμβάσεις που ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτών ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη αυτών αξίωση.
Η σύμβαση δε είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 21/2009, 18/2009, 14/2007, 6/2007, 10/2003, 3/1999).
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικώς τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 29/2011). Εξάλλου, με τον νόμο 251/1976 ανατέθηκαν στον Ο.Δ.Δ.Υ., ο οποίος ήταν αρχικώς Ν.Π.Δ.Δ. και ήδη έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία, αφ’ ενός μεν η διαχείριση και εκποίηση "των πάσης φύσεως πλεοναζόντων και μη αναγκαιούντων ή πεπαλαιωμένων κινητών πραγμάτων ...
και παντός είδους τροχοφόρων" του δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αφ' ετέρου δε οι λοιπές συναφείς αρμοδιότητες. Κατά την ενάσκηση του έργου αυτού, ο Ο.Δ.Δ.Υ. θεωρείται εντολοδόχος του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. και ενεργεί αποκλειστικά για λογαριασμό τους. Ο Οργανισμός, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 3 παρ.2 του ιδίου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 738/1977, στην διεξαγωγή του έργου αυτού "εις ουδένα υπόκειται περιορισμόν υφιστάμενον εκ των κειμένων διατάξεων περί προμηθειών, και εργασιών εκτελέσεως έργων, μισθώσεων, πωλήσεως και διαχειρίσεων ειδών, κτώμενος δυνάμει του παρόντος νόμου, την δυνατότητα και ευχέρειαν να ενεργή με απόλυτον πρωτοβουλίαν, εφ' όσον, κατά την κρίσιν της διοικήσεως αυτού, εξυπηρετείται το συμφέρον των εντολέων του ...".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η εκποίηση των τροχοφόρων και λοιπών κινητών πραγμάτων, που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους ή άλλων νομικών προσώπων, από τον Ο.Δ.Δ.Υ. συνιστά άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητος, η οποία δεν δεσμεύεται από καμία διοικητική διαδικασία, καθοριζομένη από διατάξεις δημοσίου δικαίου, αλλά διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο.
Επομένως οι διαφορές που ανακύπτουν τόσο από την σύμβαση εκποιήσεως, όσο και από τις προηγούμενες ή επόμενες αυτής σχετικές πράξεις του Οργανισμού είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορές, και ως εκ τούτου υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 8/2002). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως επικαλείται έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως, και μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την μη λήψη υπόψη της αντιστοίχου ενστάσεώς της, προσάπτοντας συνακολούθως σ' αυτήν τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 9 και 8 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω παρατιθεμένη νομική σκέψη, η ένδικη διαφορά δεν προέρχεται από διοικητική σύμβαση, υπό την προεκτεθείσα του σχετικού όρου έννοια, της εξυπηρετήσεως τουτέστιν δημοσίου σκοπού παρά του τελούντος σε υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλομένης του εταιρείας Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Δ.Δ.Υ.), αλλά από έννομη συμβατική σχέση ιδιωτικού δικαίου, αναγομένη στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητος του τελευταίου, και ως τοιαύτη συνιστά ιδιωτικού δικαίου διαφορά, υπαγομένη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως το Εφετείο, απορρίπτοντας σιγή τον ως είρηται μη νόμιμο ισχυρισμό της εκκαλούσης ήδη αναιρεσειούσης, ο οποίος, ας σημειωθεί, είχε απορριφθεί και από την πρωτόδικη απόφαση, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τον ανωτέρω λόγο αναιρετικές πλημμέλειες. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από27-6-2007 αίτηση της εταιρείας, με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού", πρώην (Ο.Δ.Δ.Υ.) Ν.Π.Δ.Δ., νομίμως εκπροσωπουμένη για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4898/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ