Legislator Case Law & Legislation
1610/2013 AI generated

Supreme Court remands murder negligence appeal against one defendant while dismissing others' appeal as inadmissible.

Case Number 1610/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding two defendants who failed to appear or be represented, declaring their proceedings inadmissible. Conversely, the court allowed the appeal against the first defendant, finding the lower court's reasoning on causation insufficient to explain the fatal injuries. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel of judges to address the legal issues regarding the first defendant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 498§1, 568§§1, 2, 4 and 576§2 of the Code of Civil Procedure; Article 580§3 of the Code of Civil Procedure: When an appellant fails to serve the respondent with a copy of the appeal petition and a summons, the hearing is inadmissible; however, if multiple parties are involved in a joint appeal and some are unrepresented or unsummoned, the appeal is inadmissible only as to those parties, while the case is remanded for further trial regarding the represented parties.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility service of process joint appeal murder negligence causation reasoning remand for retrial legal representation

Cited Legislation

AI generated
Articles 498§1, 568§§1, 2, 4 and 576§2 of the Code of Civil Procedure
Article 580§3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 559§19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1610 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1610/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Β. - Β. συζ. Β. Κ., το γένος Σ. Κ. και 2. Γ. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Παπαδόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολέρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., 2. Μ. Σ. του Δ. και 3 Ν. Δ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Απριλίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 723/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28 Απριλίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28-4-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 723/2008 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 498§1, 568§§1, 2, 4 και 576§2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων απαιτείται επίδοση στον αναιρεσίβλητο αφ' ενός μεν αντιγράφου του δικογράφου της αιτήσεως που έχει κατατεθεί και αφ' ετέρου κλήσεως που συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου αυτού ή και αυτοτελώς.

Σε αντίθετη περίπτωση και ειδικότερα αν δεν έχει επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο και αντίγραφο του δικογράφου της αναιρέσεως η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου δεν είναι νόμιμη, και αν ο τελευταίος απουσιάζει κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύει προκύπτει ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση στη περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν κλητεύθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη προς τους λοιπούς.

Στη προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο ο δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τις υπ'αριθ. ...'/8-2-2013 και .../11-2-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου …προκύπτει ότι επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους αυτούς αντίγραφο της από 13-12-2012 κλήσεως με τη πάνω σ'αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, δεν προκύπτει όμως αλλά ούτε και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, οι οποίες και επισπεύδουν τη συζήτηση, επίδοση προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς και αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη δεν υπάρχει νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων αυτών οι οποίοι τελούν σε απλή ομοδικία με τον πρώτο γι'αυτό και πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους εν λόγω διαδίκους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 723/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο πρώτος εναγόμενος (Σ. Τ.) διατηρεί στο …ατομική επιχείρηση πωλήσεως άρτου, τον οποίο παρασκευάζει ο ίδιος. Για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του προσέλαβε την 2-10-2000 την πρώτη ενάγουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως πωλήτρια.

Στην ίδια επιχείρηση εργαζόταν, επίσης, ως απλοί εργάτες και οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι (Μ. Σ. και Ν. Δ.). Το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα την 11.11.2000. Όταν είχε περατωθεί το ωράριο λειτουργίας του αρτοπωλείου και συγκεκριμένα γύρω στις 14.30, ήλθε εκεί η οκτάχρονη κόρη της πρώτης ενάγουσας (και αδελφή της δεύτερης).

Η μητέρα της καθάριζε, τη στιγμή εκείνη, το χώρο του παρασκευαστηρίου που είναι συνεχόμενος με το πωλητήριο και χωρίζεται απ' αυτόν με μία συρόμενη θύρα. Οι εναγόμενοι (εργοδότης και εργάτες), οι μόνοι που απασχολούνται με την παρασκευή του άρτου, είχαν ήδη αποχωρήσει διότι είχαν ολοκληρώσει την εργασία τους.

Η ανήλικη Ζ. ήθελε να παραμείνει στον αρτοπωλείο μαζί με τη μητέρα της μέχρι να τελειώσει την εργασία της στις 15,00. Ενώ η μητέρα της εργαζόταν στο παρασκευαστήριο, η Ζ. εισήλθε και εκείνη στο παρασκευαστήριο χωρίς να γίνει αντιληπτή από τη μητέρα της. Προφανώς πλησίασε το ζυμωτήριο που υπήρχε εκεί για να το περιεργασθεί.

Το ζυμωτήριο αποτελείται από ένα μεγάλο μεταλλικό κάδο διαμέτρου 1.05 μ. και βάθους 45 εκ. Το χείλος του απέχει από το έδαφος 72 εκ. Μέσα στον κάδο υπάρχει ένας, επίσης, μεταλλικός ψαλιδωτός αναδευτήρας μήκους 71 εκ. για την ανάδευση της ζύμης με σκέλη μήκους 58 εκ., πλάτους 5 εκ. και άνοιγμα σκελών 10 έως 25 εκ. Η περιστροφική (δεξιόστροφη) κίνηση του αναδευτήρα γίνεται με ηλεκτροκινητήρα, τροφοδοτούμενο μέσω αυτόματου τριφασικού διακόπτη (PILUX). Ο διακόπτης αυτός βρίσκεται στον τοίχο πίσω από το ζυμωτήριο. Η εκκίνηση ή παύση του αναδευτήρα γίνεται με τη βοήθεια ενός διακόπτη (ΟΝ-OFF) που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος της πλάτης του ζυμωτηρίου για ευκολία χειρισμού σε ύψος 1.10 εκ., από το έδαφος. Εφόσον, βέβαια, είναι ενεργοποιημένος ο κεντρικός διακόπτης (ΡILUX), ο αναδευτήρας μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο μέσω του διακόπτη (ΟΝ-OFF) με τη μετακίνηση του σχετικού button από τη θέση OFF στη θέση ΟΝ με δεξιόστροφη περιστροφή. Με άλλο τρόπο, λ.χ. με την πτώση κάποιου αντικειμένου ή ανθρώπου μέσα στον κάδο, δεν μπορεί να τεθεί σε λειτουργία.

Το κουτί του αναψυκτικού, που κρατούσε η μικρή Ζ., έπεσε μέσα στον κάδο ζυμωτηρίου και αυτή προσπάθησε να το πάρει. Κατά την προσπάθεια της αυτή εισήλθε στον κάδο και υπό άγνωστες συνθήκες κατέπεσε μέσα σ' αυτόν. Από την πτώση της χτύπησε πιθανότατα ή στη βάση του χείλους του κάδου ή στον μεταλλικό αναδευτήρα και υπέστη κάταγμα βάσης κρανίου και αυχένα στο ύψος του πρώτου αυχενικού σπονδύλου.

Όταν έπεφτε, πρόλαβε και φώναξε τη μητέρα της σε βοήθεια, η οποία έσπευσε και την ανέσυρε από τον κάδο. Ωστόσο, ο τραυματισμός της λόγω του καίριου και ευαίσθητου σημείου που επλήγη ήταν θανάσιμος και εξέπνευσε ακαριαία. Στις εκκλήσεις της μητέρας έσπευσαν σε βοήθεια, ωστόσο μάταια, ο απέναντι ζαχαροπλάστης Σ.

Κ., μία γείτονας ιατρός και πολύ αργότερα η σύζυγος του πρώτου εναγομένου. Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι η μικρή Ζ. εισήλθε στον κάδο του αναδευτήρα και τον έθεσε σε λειτουργία με τον διακόπτη (ΟΝ-ΟFF), αποδίδοντας ως υπαίτια και ζημιογόνα παράλειψη στους εναγομένους ότι μετά τη λήξη της εργασίας τους δεν μερίμνησαν να διακόψουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο ζυμωτήριο μέσω του αυτόματου τριφασικού διακόπτη (ΡILUX), ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Εάν είχε συμβεί κάτι τέτοιο και η Ζ. ήταν μέσα στον κάδο, είναι βέβαιο ότι ο αναδευτήρας λόγω της μεγάλης ισχύος του θα είχε παρασύρει στην κίνηση του τη Ζ. και, αν δεν την είχε πολτοποιήσει, θα της είχε τουλάχιστον προξενήσει πολλαπλά κατάγματα σε όλα τα σημεία του σώματος της. Επίσης, τα ενδύματα της δεν θα είχαν μείνει ανέπαφα.

Αυτή, όμως, άλλο κάταγμα, εκτός από το αυτό στον αυχένα στη βάση του κρανίου, δεν είχε. Οι εκδορές, οι εκχυμώσεις και τα θλαστικά τραύματα που σημειώνονται στην από 11.11.2000 ιατροδικαστική έκθεση είναι αποτέλεσμα της πτώσεως της, αλλά και της αγωνιώδους προσπάθειας της μητέρας της να την ανασύρει από τον κάδο.

Άλλωστε, το κάταγμα βάσης κρανίου, που αποτέλεσε και την αιτία του θανάτου, είναι αποτέλεσμα πτώσης και πρόσκρουσης και όχι αποτέλεσμα συνθλίψεως από τη λειτουργία του αναδευτήρα. Το ότι δεν ήταν σε λειτουργία το ζυμωτήριο βεβαιώνει ο -τρίτος προς τους διαδίκους- μάρτυρας της ποινικής διαδικασίας Σ. Κ.

που ήταν ο πρώτος που προσέτρεξε στις εκκλήσεις της πρώτης ενάγουσας. Ο ίδιος μάρτυρας στην από 11.11.200 ένορκη κατάθεση του (λίγες ώρες μετά το ατύχημα) χαρακτηριστικά αναφέρει ότι η πρώτη ενάγουσα "φώναζε: βοήθεια, ελάτε γρήγορα απέναντι, χτύπησε το παιδί και το χάνω". Η έκκληση αυτή της πρώτης ενάγουσας αποδίδει και την αλήθεια, ότι δηλαδή επρόκειτο για χτύπημα (πτώση) και όχι για σύνθλιψη από τη λειτουργία του ζυμωτηρίου.

Η περιγραφή που δίνει η πρώτη ενάγουσα στην από 21.2.2001 ένορκη κατάθεση της στην προανάκριση, ότι δηλαδή, ενόσω η Ζ. ήταν στον κάδο, ο αναδευτήρας λειτουργούσε με τα πόδια της εγκλωβισμένα στα ψαλίδια του και ότι αυτή ακινητοποίησε προσωρινά τον αναδευτήρα, αλλά τελικά αυτός έκανε πλήρη περιφορά πάνω από το παιδικό σώμα, ελέγχεται ως μη πειστική και συνιστά προσπάθεια αυτής να μεταθέσει προς άλλους την ευθύνη από την παράλειψη εποπτείας του παιδιού της.

Και τούτο διότι, λόγω της ισχύος του αναδευτήρα, δεν ήταν δυνατόν ήταν να τον ελέγξει με τη μυϊκή της δύναμη. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, αν ο αναδευτήρας έκανε πλήρη περιφορά με το σώμα της μικρής, αν δεν την είχε πολτοποιήσει, θα της είχε τουλάχιστον προξενήσει πολλαπλά κατάγματα σε όλα τα σημεία του σώματος της.

Και είναι μεν αλήθεια ότι προανακριτικά ο πρώτος εναγόμενος (στο από 17.9.2002 απολογητικό του υπόμνημα) και η σύζυγός του Α. Ζ. (στην από 28.11.2000 κατάθεσή της) δείχνουν να συντάσσονται προς τη θέση της ενάγουσας ότι το ζυμωτήριο τέθηκε σε λειτουργία, θέση που αργότερα ανασκεύασαν αιτιολογημένα και πειστικά, πλην όμως η αρχική τοποθέτηση τους οφείλονταν στις λανθασμένες πληροφορίες που τους έδωσε η ενάγουσα, τις οποίες και καλόπιστα πίστεψαν.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο θάνατος της μικρής Ζ. δεν οφείλεται σε κάποια υπαίτια παράλειψη των εναγομένων. Ναι μεν ο πρώτος εναγόμενος όφειλε, χάριν απόλυτης ασφάλειας όσων κινούνται στο χώρο του παρασκευαστηρίου του, να έχει, κατά την αποχώρηση του, απενεργοποιήσει το ζυμωτήριο μέσω του διακόπτη (ΡILUX), πλην όμως η παράλειψη του αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού το ζυμωτήριο δεν τέθηκε από τη θανούσα σε λειτουργία μέσω του διακόπτη (ΟΝ-OFF), ούτε η πτώση της και το βάρος της μπορούσαν να προξενήσουν αυτόματα τη λειτουργία του.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι δεν είχε τοποθετήσει κάλυμμα πάνω από το ζυμωτήριο ώστε να υπάρχει απόλυτη ασφάλεια για κάθε άνθρωπο που το προσεγγίζει. Αυτό προβλέπεται ρητά στο π.δ. 19/1996 "περί ελαχίστων προδιαγραφών ασφαλείας και υγιεινής στους χώρους εργασίας", πλην όμως η υποχρέωση αυτή (δηλαδή τα ζυμωτήρια να έχουν υποχρεωτικά ενσωματωμένο κάλυμμα ασφαλείας) προβλέφθηκε για τα μετά την ισχύ του ανωτέρω π.δ.

εγκαθιστώμενα ζυμωτήρια. Το επίδικο προϋπήρχε της ρυθμίσεως αυτής διότι είχε αγορασθεί και εγκατασταθεί το 1982. Η τότε νομοθεσία δεν προέβλεπε τέτοια υποχρέωση, ενώ η νεότερη δεν απαγόρευσε τη λειτουργία των παλιών ζυμωτηρίων. Επίσης, η παράλειψη του να τοποθετήσει προειδοποιητικές ενδείξεις σε κάποιο σημείο του ζυμωτηρίου για τους κινδύνους από τη λειτουργία του, δεν συναρτάται και αυτή αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού το ζυμωτήριο δεν τέθηκε από τη θανούσα σε λειτουργία, ενώ μία τέτοια προειδοποίηση θα ήταν αδιάφορη για το προσωπικό του που έτσι και αλλιώς γνώριζε τους όρους λειτουργίας του ζυμωτηρίου και τους τυχόν κινδύνους απ' αυτήν.

Ο θάνατος της Ζ. οφείλεται βέβαια στην αυτόβουλη ενέργεια της να εισέλθει στο παρασκευαστήριο και να ανέλθει στο κάδο του ζυμωτηρίου, όπου και συνέβη η από ατύχημα πτώση της, πλην όμως η κινδυνώδης αυτή ενέργεια της συναρτάται αποκλειστικά με την ενέργεια της μητέρας της να τη δεχθεί στο χώρο εργασίας, καίτοι ο εργοδότης της είχε απαγορεύσει κάτι τέτοιο, και σε κάθε περίπτωση να την εποπτεύει ασφαλώς όσο βρισκόταν εκεί.

Αντίθετα, αυτή όχι μόνο παρέλειψε να αποτρέψει την είσοδο της στο παρασκευαστήριο, χώρο προορισμένο αποκλειστικά για τους εκεί απασχολούμενους, αλλά επί πλέον αδιαφόρησε για την εκεί παραμονή της και την προσέγγιση της στο ζυμωτήριο. Τέλος, ας σημειωθεί ότι ο πρώτος κατηγορούμενος με την υπ' αριθ. 107/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας κρίθηκε αμετάκλητα αθώος του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του αποδόθηκε με την αιτιολογία ότι ο θάνατος προκλήθηκε όχι από τη λειτουργία του ζυμωτηρίου, αλλά από την εντός του κάδου πτώση της θανούσας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ απέρριψε την έφεση των εναγουσών κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή ,δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα καίτοι δέχεται ότι ο θανάσιμος τραυματισμός της ως άνω ανηλίκου επήλθε λόγω της εισόδου της εντός του κάδου του ζυμωτηρίου στη προσπάθεια της να πάρει το κουτί του αναψυκτικού που κρατούσε και είχε πέσει μέσα σ' αυτόν και της εν συνεχεία πτώσεως της εντός του ίδιου κάδου και του γεγονότος ότι κατά τη πτώση της αυτή κτύπησε στη βάση του χείλους του κάδου ή στον μεταλλικό αναδευτήρα που υπήρχε μέσα στον κάδο χωρίς να έχει τεθεί σε λειτουργία με οποιονδήποτε τρόπο ο αναδευτήρας του ζυμωτηρίου, δεν εξηγείται όμως με σαφήνεια και επάρκεια αιτιολογιών πως από την απλή και μόνο πτώση της ανηλίκου που βρισκόταν ήδη μέσα στον κάδο ήτοι σε ένα σχετικά πολύ μικρό χώρο που είχε διάμετρο 1.05 μ.

και βάθος 45 εκ. και επίσης υπήρχε μέσα σ' αυτόν και μεταλλικός ψαλιδωτός αναδευτήρας μήκους 71 εκ. με σκέλη μήκους 58 εκ. πλάτους 5 εκ. και άνοιγμα σκελών 10 έως 25 εκ. που περιόριζε ακόμη περισσότερο τον χώρο, προκλήθηκαν στην ανήλικο τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα σοβαρά αλλά και πολλαπλά τραύματα (κάταγμα βάσης κρανίου και αυχένα στο ύψος του πρώτου αυχενικού σπονδύλου που επέφερε ακαριαία το θάνατο της, εκδορές, εκχυμώσεις και θλαστικά τραύματα) Κατ' ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

κατά το σχετικό μέρος του είναι βάσιμος.

Συνεπώς πρέπει ν' αναιρεθεί η απόφαση κατά το βάσιμο τούτο λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 όπως ήδη ισχύει, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση παρελκουσης ύστερα από αυτά της έρευνας του ίδιου λόγου ως προς τα λοιπά του μέρη. Εξάλλου ο πρώτος αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρο 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-4-2009 αίτησης των: 1)Β. - Β. Β. Κ. το γένος Σ. Κ. και 2)Γ. Κ. του Β. για αναίρεση της υπ'αριθ.723/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος που αφορά τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την υπ'αριθ.723/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ